Legislator Case Law & Legislation
507/2006 AI generated

507/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 507/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

507/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, επικουρικά, και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το Εφετείο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος απέρριψε ως μη νόμιμη, προβάλλουν ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν, αληθινά υποτιθέμενα, είναι ικανά να θεμελιώσουν την ένσταση αυτή.

Keywords

AI generated
standing of shareholder previous legal status common flat-rate scheme for farmers possessor property ownership agricultural use
AI generated
1081/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
569/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1654/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
696/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
1110/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 507 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Α. Μ. του Σ. και 2)Γ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγή Καπάτο.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Α. συζύγου Φ. Ψ., το γένος Α. Κ., κατοίκου … και 2)Γ.-Ε. Κ. του Α., κατοίκου…, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοδωράτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 10-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται όπως η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 17/1995). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πραγμάτων θεωρουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στις θεμελίωση, ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, υπέπεσε στις πλημμέλειες, α) από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αυτοί επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση των ενστάσεων παραγραφής, άλλως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που προβλήθηκαν απ' αυτούς και β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, γιατί με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις παραπάνω ενστάσεις.

Επίσης, επικουρικά, και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το Εφετείο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος απέρριψε ως μη νόμιμη, προβάλλουν ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν, αληθινά υποτιθέμενα, είναι ικανά να θεμελιώσουν την ένσταση αυτή.

Από τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων που υπέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο, οι τελευταίοι επικαλέστηκαν προς θεμελίωση των παραπάνω ενστάσεων που πρότειναν προς απόκρουση της διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων τα εξής πραγματικά περιστατικά: 1) ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, παρά την από μέρους αυτών (αναιρεσειόντων) κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1979 κατάληψη της επίδικης έκτασης, που εξέφρασαν με την συνεχή και πραγματική άσκηση εμφανών υλικών πράξεων νομής και ειδικά την βόσκηση των ποιμνίων τους στην επίδικη έκταση, την καλλιέργεια τμημάτων αυτής, κυρίως με βρώμη, και την συλλογή καρπών από τα οκτώ ελαιόδενδρα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, παρέλειψαν να ασκήσουν αγωγή την οποία άσκησαν μετά τη συμπλήρωση της εικοσαετίας και β) ότι η άσκηση της κρινόμενης αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος διότι, ενώ αυτοί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών ασκούσαν συνεχώς τις παραπάνω πράξεις νομής επί του επιδίκου τις οποίες έβλεπαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι και δεν εναντιώθηκαν, με την αδράνειά τους δε αυτήν δημιούργησαν σ' αυτούς την πεποίθηση ότι δεν θα ήγειραν αξιώσεις για το επίδικο, η δε τυχόν παραδοχή της αγωγής θα έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτούς διότι θα στερηθούν το μέσο συντήρησης των οικογενειών τους και θα απωλέσουν σημαντικά οφέλη.

Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Το επίδικο ακίνητο είναι ακαλλιέργητο αγροτεμάχιο με οκτώ ελαιόδενδρα, έχει έκταση 16.243,20 τ.μ., σύμφωνα με το από Μαϊου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. και βρίσκεται στη θέση "..." ... του Νομού Κεφαλληνίας.

Αυτό περιήλθε στην κυριότητα της μητέρας των εναγόντων Ο. χήρας Ά. Κ. με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1946 το νέμονταν με διάνοια κυρίου, εκμισθώνοντας αυτό η ίδια ή η αντιπρόσωπός της - εξαδέλφη της Μ. Φ. - σε κτηνοτρόφους της περιοχής για βόσκηση των ποιμνίων τους. Η Ο. Κ. απεβίωσε στις 27.8.1973, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Α.

σύζ. Φ. Ψ., Γ. και Ε. Κ. (ενάγοντες) και τον Δ. Κ., οι οποίοι με την 321/1980 δήλωσή τους στο συμβολαιογράφο Αθηνών Σπυρίδωνα Βασιλείου, που μεταγράφηκε νομίμως, αποδέχθηκαν την κληρονομία της μητέρας τους, στην οποία περιέλαβαν και το επίδικο ακίνητο και έγιναν συγκύριοι με παράγωγο τρόπο, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Την 8.6.1990 απεβίωσε ο Δ. Κ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες - αδελφούς του, οι οποίοι με την 12473/1992 δήλωσή τους στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ειρήνη Βασιλικάκη, που μεταγράφηκε νομίμως, αποδέχθηκαν την κληρονομία του στο ίδιο ακίνητο και έγιναν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Οι ενάγοντες και ο αδελφός τους Δ., κατά το χρόνο του θανάτου της μητέρας τους, διέμεναν μόνιμα στην … και ανέθεσαν την επίβλεψη και διαχείριση του επιδίκου στην εξαδέλφη της μητέρας τους Μ.

Φ., η οποία το εκμίσθωνε για λογαριασμό τους στον εναγόμενο Γ. Μ., κατά τα έτη 1970 - 1979. Στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους μισθωτήρια δεν αναγράφεται ότι η Μ. Φ. ενεργούσε ως πληρεξουσία των εναγόντων, όμως από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδεικνύεται ότι αυτή ουδέποτε αντιποιήθηκε τη νομή του επιδίκου έναντι αυτών και της μητέρας τους και δεν απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία.

Τούτο ενισχύεται από το 4720/1975 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερασίμου Αυγερινού, με το οποίο η Μ. Φ. πώλησε αγροτεμάχιό της στον Γεράσιμο Φωκά και κατά την περιγραφή των ορίων αναγνωρίζει, ότι το πωληθέν συνορεύει με ακίνητο κληρονομίας Αριστείδου Φωκά, που συμπίπτει με το επίδικο ακίνητο.

Η Μ. Φ. απεβίωσε το έτος 1985 και πριν το θάνατό της, λόγω της αδυναμίας της να διαχειρίζεται το επίδικο, οι ενάγοντες ανέθεσαν το έτος 1983 τη διαχείρισή του στον Ά. Μ., ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό τους το εκμίσθωσε στον Χ. Α. για το χρονικό διάστημα από 14.9.1983 - 14.9.1984. Μετά τη λήξη της μίσθωσης αυτής οι ενάγοντες ανέθεσαν την επίβλεψή του στον Α.

Μ., ο οποίος, ενεργώντας ως αντιπρόσωπός τους, το επισκέπτονταν τακτικά, διαπιστώνοντας το αμετάβλητο της πραγματικής του κατάστασης, ενώ η πρώτη ενάγουσα στις δηλώσεις φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας των ετών 1997-2003 περιέλαβε και το επίδικο ακίνητο. Το έτος 1999 οι εναγόμενοι, επωφελούμενοι της διαμονής των εναγόντων στην Αθήνα, κατέλαβαν παράνομα το επίδικο και ισχυρίζονται ότι απέκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος της πραγματικής κυρίας Μ.

Φ., καθόσον από 15.9.1979, που έληξε η μίσθωση, εν γνώσει της αντιποιήθηκαν έναντι αυτής τη νομή του και έκτοτε το νέμονται με διάνοια κυρίου περισσότερο από είκοσι χρόνια. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η Μ. Φ. ήταν κυρία του επιδίκου, ούτε ότι οι ενάγοντες από το έτος 1979 που έληξε η μίσθωση απώλεσαν ποτέ τη νομή του μέχρι την κατάληψή του το έτος 1999.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τις από τους αναιρεσείοντες προβληθείσες ενστάσεις περί παραγραφής της αξιώσεως των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο και περί καταχρηστικής απ' αυτούς ασκήσεως της αγωγής ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, α) δεν υπέπεσε στις από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της μη λήψης υπόψη προταθέντων πραγμάτων, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη όλα τα προταθέντα από τους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση των παραπάνω ενστάσεων και απέρριψε αυτά, άλλα μεν ρητώς άλλα δε εκ του πράγματος, με το να δεχθεί ότι η κατάληψη του επιδίκου από τους εναγομένους με διάνοια κυρίου έλαβε χώραν το έτος 1999 και ότι μέχρι τότε οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες είχαν τη νομή αυτού.

Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεως περί καταχρήσεως δικαιώματος, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Ιουνίου 2004 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 143/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ