506/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated506/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που βρίσκονται στο Νομό Κορινθίας και συγκεκριμένα στα Δ.Δ. …, … , … , … και …. . Στις 5-11-2014 εκδικάστηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου δέκα (10) αυτοτελείς αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που υποβλήθηκαν από τους φερόμενους δικαιούχους μερικών εκ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 506 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… " και με διακριτικό τίτλο "… ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσαμπάνη.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 135/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου. Στις 5-11-2014 η ως άνω αίτηση συζητήθηκε με αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις ασκηθείσες προφορικώς στο ακροατήριο, αλλά και διά των από 10-9-2014 προτάσεών του, ανταιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και με την από 10-3-2014 πρόσθετη, υπέρ της ως άνω εταιρείας, παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης. Ωστόσο, η ως άνω από 2-11-2010 αίτηση και η πρόσθετη παρέμβαση δεν συνεκδικάστηκαν, με αποτέλεσμα να εκδοθούν, επί της αιτήσεως η 164/2016 και επί της πρόσθετης παρέμβασης η 333/2015, αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 30-8-2016 αίτησή της και το Ελληνικό Δημόσιο με την από 29-8-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησής τους, την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α) από 29-8-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 37/2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "… " και β) από 30-8-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 36/2016 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "… " κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 333/2015 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης με αριθμό 333/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.
Με την υπ' αριθ. 1004833/373/0010/29-1-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 57/11-2-2008 τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από … έως … του Αυτοκινητόδρομου … , σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 106.681,97 τ.μ.
που βρίσκονται στο Νομό Κορινθίας και συγκεκριμένα στα Δ.Δ. …, … , … , … και …. . Στις 5-11-2014 εκδικάστηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου δέκα (10) αυτοτελείς αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που υποβλήθηκαν από τους φερόμενους δικαιούχους μερικών εκ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση.
Το καθού οι ως άνω αιτήσεις Ελληνικό Δημόσιο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις νομίμως κατατεθείσες, προ πέντε ημερών από τη συζήτηση, από 10-9-2014 έγγραφες προτάσεις του άσκησε αντίστοιχες ανταιτήσεις. Μεταξύ των αιτήσεων που συζητήθηκαν την ως άνω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ήταν και η από 2.11.2010 και με αριθμό εκθ.
κατάθεσης Εφετείου 808/2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … , νομίμως εκπροσωπούμενης, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η από 10.3.2014 και με αριθμό εκθ. κατάθεσης Εφετείου 287/2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", νομίμως εκπροσωπούμενης, υπέρ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… " και τον διακριτικό τίτλο "…. ", όπως μετονομάσθηκε η πρώην "… ", και κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Η ως άνω αίτηση και η πρόσθετη παρέμβαση δεν συνεκδικάστηκαν και επί της με αριθμό κατάθεσης 808/2010 αίτησης της αιτούσας εταιρείας με την επωνυμία "… ", εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 164/30.3.2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επί δε της με αριθμό κατάθεσης 287/2014 πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", υπέρ της ως άνω εταιρείας, η υπ' αριθμ. 333/2.9.2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικώς την αποζημίωση είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ή το μεγαλύτερο μέρος αυτού, κατά δε την παράγραφο 5 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου 2882/2001 που κατά τη διάταξη της παραγρ. 6 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου 2882/2001 εφαρμόζεται αναλόγως και στη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, κάθε ενδιαφερόμενος (κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου που δεν κλητεύτηκε νόμιμα ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης) έχει δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη και να γίνει διάδικος, χωρίς καμία προδικασία και κατάθεση προτάσεων, απλώς με δήλωσή του ενώπιον του δικαστηρίου, δηλ.
κατά τη συζήτηση της αίτησης, η οποία να περιέχει το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία του, ή προκειμένου περί νομικού προσώπου την επωνυμία και την έδρα του. Κατά την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία ως ειδική, υπερισχύει των κοινών διατάξεων περί παρέμβασης του ΚΠολΔ (άρθρ. 79 επ. ΚΠολΔ), τίθενται δύο βασικές προϋποθέσεις για να έχει κάποιος το δικαίωμα να παρέμβει, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού της αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, ήτοι:
α) να είναι "ενδιαφερόμενος" και β) να μην έχει κλητευθεί νομίμως ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης. Η έννοια του ενδιαφερομένου στην διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης προσδιορίζεται επακριβώς με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου 2882/2001, το οποίο ορίζει, ότι, διάδικοι στη δίκη προσδιορισμού αποζημίωσης δύνανται να είναι:
α) ο υπόχρεος στην πληρωμή της αποζημίωσης, β) εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση και γ) εκείνος που αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.
Συνεπώς, όποιος συγκεντρώνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις μπορεί να καταστεί διάδικος τόσο στη δίκη του προσδιορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης (άρθρ. 19 παρ. 1 του ν. 2882/2001) όσο και στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού (άρθρ. 20 αυτού) και μάλιστα χωρίς καμία προδικασία, ήτοι σύνταξη και κατάθεση δικογράφου, κοινοποίηση αυτού, χαρακτηρισμό του δικογράφου, δηλονότι αν πρόκειται για αίτηση, παρέμβαση κ.τ.λ., παρά μόνο με δήλωσή του, καταχωριζόμενη στα πρακτικά του δικαστηρίου και περιέχουσα τα προαναφερόμενα στοιχεία (βλ.
άρθρ. 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6). Με την φράση "δικαιούται να παρέμβη" του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 δεν χρησιμοποιείται ο όρος "παρέμβαση" με την αυστηρή δικονομική έννοια των κοινών διατάξεων των άρθρων 79 επ. ΚΠολΔ, αλλά υποδηλώνει τον τρόπο με τον οποίο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να καταστεί διάδικος στη διαδικασία του προσδιορισμού της αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, γι' αυτό και οι ως άνω διατάξεις ορίζουν όχι μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμμετοχής στις εν λόγω δίκες, αλλά και τον τρόπο συμμετοχής σ' αυτές, ήτοι τη "δήλωση" του ενδιαφερομένου ενώπιον του δικαστηρίου, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, χωρίς να αποκλείεται και η χρήση δικογράφου, ο χαρακτηρισμός του οποίου, ως αίτησης, παρέμβασης ή δήλωσης, δεν μεταβάλλει τους πιο πάνω όρους και προϋποθέσεις άσκησης.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα με το οποίο επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η ευχερέστερη παρουσία των ενδιαφερομένων στη δίκη προσδιορισμού της αποζημίωσης, χωρίς τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 79 επ. ΚΠολΔ για την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, στις οποίες, καίτοι μεταγενέστερος νόμος, δεν παρέπεμψε στον ΚΠολΔ.
Συνεπώς για το παραδεκτό και νόμιμο της άσκησης της εν λόγω δήλωσης στις δίκες προσδιορισμού αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων κατά τον ΚΠολΔ (άρθρ. 79 § 1), ήτοι ο παρεμβαίνων να αντιποιείται ολόκληρο ή μέρος από το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, ούτε να ασκείται με χωριστό δικόγραφο. Ο παρεμβαίνων, ως ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 14 του Ν. 2802/2001 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως" γίνεται κύριος διάδικος στη σχετική δίκη και δεν δημιουργείται μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων σχέση, απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 1178/2010, ΑΠ 478/2001 επί των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του ν.δ. 797/1971).
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Ο ΚΠολΔ συνδέει τη νομιμοποίηση του διαδίκου προς το έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, δηλαδή να αναφέρεται σε υπαρκτές έννομες σχέσεις και όχι σε υποθετικές, και επί πλέον η ανάγκη δικαστικής προστασίας να είναι ενεστώσα.
Τα πρόσωπα τα οποία έχουν άμεσο έννομο συμφέρον στη διαδικασία προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και μπορούν να είναι διάδικοι, δηλαδή έχουν την εξουσία να διεξάγουν τη δίκη ενεργητικά ή παθητικά ή με άλλο τρόπο, ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ).
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.
Η κατά τα ανωτέρω νομιμοποίηση των διαδίκων στη δίκη προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, η οποία ρυθμίζεται ειδικά από την ως άνω διάταξη, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ. Αν δε από την έρευνα αυτή προκύψει ότι λείπει η προϋπόθεση της νομιμοποίησης, η αίτηση απορρίπτεται.
Το δικαστήριο, ερευνώντας τη νομιμοποίηση του διαδίκου που αξιώνει (προβάλλει) κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο θα ερευνήσει παρεμπιπτόντως, εκτιμώντας ελεύθερα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, το προβαλλόμενο εμπράγματο δικαίωμά του που του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης και το οποίο θεμελιώνει τη νομιμοποίησή του και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του, για την κίνηση της διαδικασίας προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.
Η έρευνα δε αυτή, δεν εμποδίζεται από το ότι στη διαδικασία του καθορισμού της αποζημίωσης, η δικαιοδοσία του δικαστηρίου περιορίζεται κατά κανόνα μόνο στον προσδιορισμό τιμής μονάδος, χωρίς την αναγνώριση δικαιούχων και την καταψήφιση υποχρέων (πρβλ. άρθρα 14 παρ. 1, 18, 19, 20 και 26 ν. 2882/2001), αφού από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί η έρευνα ζητημάτων, τα οποία έχουν σχέση με θεμελιώδεις ιδιότητες των δικαζομένων, όπως είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την κίνηση της διαδικασίας αυτής, ζήτημα το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1247/2007, ΑΠ 528/2005).
Περαιτέρω, η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 1γ του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), κατά την οποία ενδιαφερόμενος να ζητήσει δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι και όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο είναι επακόλουθη της ρυθμίσεως του άρθρου 4 του άνω ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και του άρθρου 5 του ίδιου ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 9 παρ. 2 του αυτού ΚΑΑΑ, κατά την οποία μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κάθε νομέας ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον υπερού η απαλλοτρίωση, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμό των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής ή οριστικής) λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. 2) Ακόμη, ο νομοθέτης, συνεπής προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 του ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 1 του ΚΑΑΑ και επιδικαζόμενη αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως μόνο για τα ακίνητα πράγματα και τα επ' αυτών υπάρχοντα κτίσματα, κατασκευές και δέντρα, καθώς και όλα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ συστατικά.
Και περαιτέρω, 3) την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση των ανωτέρω πραγμάτων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΑΑΑ, μόνο στους αναγνωριζόμενους κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο αυτό (και τον ΚΠολΔ) διαδικασία ως κυρίους ή έχοντες άλλο εμπράγματο δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο - άρθρ. 973 ΑΚ) και απέκλεισε ρητώς την αναγνώριση ως δικαιούχου της αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής, πολύ δε περισσότερο κατοχής, ορίζοντας στην παρ. 9 του άνω άρθρου 26, ότι η νομή καθ' εαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω διατάξεων, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του δυνάμει ενοχικής έννομης σχέσεως (π.χ. μισθώσεως, η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και ο κάτοχος, μετά τη συντέλεσή της έχει υποχρέωση να παραδώσει το απαλλοτριωθέν στον υπερού η απαλλοτρίωση), και πολύ περισσότερο εκείνος, ο οποίος έχει τέτοιο δικαίωμα στο εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του όλου ακινήτου και στα συστατικά του, ούτε αξίωση αποζημιώσεως έχει έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση ή του υπέρ ου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση για το δικαίωμα κατοχής του στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου και την ασκούμενη σ' αυτά επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή (ΑΠ 1608/2011, ΑΠ 888/2008).
Η ρύθμιση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, η οποία ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του.
Και τούτο διότι: α) Κατά την έννοια των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το δικαίωμα κατοχής επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ή του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του όλου ακινήτου, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο, δεδομένου ότι τα συστατικά αυτά κατά την καθιερούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 του ΑΚ αρχή "τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις", ακολουθούν τη νομική τύχη του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου και δεν μπορούν να είναι χωριστά αντικείμενα κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, β) Στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως" για την απαλλοτρίωση πράγματος για δημόσια ωφέλεια, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και δικαιούται ο ιδιοκτήτης του πράγματος ως ενιαίου συνόλου από ακίνητο και συστατικά αυτού, περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής επί των συστατικών, γ) Η αποζημίωση για την αξία της επιχειρήσεως που ασκείται στο ακίνητο, που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες άνω διατάξεις, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο, που απαλλοτριώθηκε, πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 7 - 8/2006), δ) Ο δυνάμει ενοχικής σχέσεως κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις του για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο απαλλοτριωθέν ακίνητο για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του δαπάνες από τον ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσεως (π.χ.
βάσει του άρθρου 338 ΑΚ -αξίωση για το περιελθόν στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, λόγω ανυπαίτιας (νομικής, εφόσον πρόκειται για συντελεσθείσα απαλλοτρίωση) αδυναμίας προς εκπλήρωση της παροχής του, όπως είναι η αξίωση αποζημίωσης ή η εισπραχθείσα αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης- ή επί μισθώσεως ακινήτου, βάσει του άρθρου 571 ΑΚ κ.λπ.), είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων (άρθρα 736 επ.
ΑΚ), ή αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή και αδικοπραξιών του ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου (ΑΠ 1299/2014, ΑΠ 1608/2011).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή σε απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.ΑΠ 12/2000, 1/1999), όπως είναι η διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, με την οποία προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 640/2003, ΑΠ 1070/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ΑΕ με την επωνυμία "… " με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από αυτή πρόσθετη παρέμβαση λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της.
Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την παρέμβαση της αναιρεσείουσας ΑΕ προκύπτουν ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με την από 10.3.2014 πρόσθετη παρέμβαση (αυτοτελές δικόγραφο), η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "… " στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και, αφού ιστορεί τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά της απαλλοτρίωσης, ισχυρίζεται ότι έχει μισθώσει τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, ιδιοκτησίας της αιτούσης, με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου, σύμφωνα με το Ν. 1665/1986 και ότι στα απαλλοτριούμενα στεγάζεται ήδη η επιχείρησή της, με αντικείμενο την εμπορία, συσκευασία, συντήρηση και πώληση αγροτικών προϊόντων.
Ζητεί δε, να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της αιτούσης, να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος και για τα επικείμενα μεγαλύτερη από αυτή που ορίστηκε με την πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση της εναπομείνασας έκτασης, κατά τα αναφερόμενα στην πρόσθετη παρέμβασή της.
Η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της απόφασης, ασκείται απαραδέκτως, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ασκούσης αυτή ανώνυμης εταιρίας, εφόσον από το συνδυασμό των άρθρων 5, 14 παρ. 1, 26 παρ. 9 Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του, συνεπεία της έννομης σχέσεως της μισθώσεως (μισθωτής), η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως έχει υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο στον υπερού η απαλλοτρίωση, δεν έχει όμως αξίωση αποζημιώσεως για το δικαίωμα κατοχής του επί των απαλλοτριωθέντων επικειμένων συστατικών του μίσθιου ακινήτου και την ασκούμενη επ' αυτού επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή.
Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθεί, κατά τα ανωτέρω.
Συνεπώς, εφόσον απορρίπτεται η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εξετάζεται η ασκηθείσα ανταίτηση από το καθ' ου, η οποία ασκήθηκε επικουρικά και στην περίπτωση κατά την οποία εγίνετο δεκτή η άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης". Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του δυνάμει ενοχικής έννομης σχέσεως (π.χ.
μισθώσεως, η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και ο κάτοχος, μετά τη συντέλεσή της έχει υποχρέωση να παραδώσει το απαλλοτριωθέν στον υπερού η απαλλοτρίωση), και πολύ περισσότερο εκείνος, ο οποίος έχει τέτοιο δικαίωμα στο εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του όλου ακινήτου και στα συστατικά του, ούτε αξίωση αποζημιώσεως έχει έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση ή του υπέρ ου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση για το δικαίωμα κατοχής του στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου και την ασκούμενη σ' αυτά επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή.
Τα ίδια δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… ". Κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ως επιτευκτική διαδικαστική πράξη υποβάλλεται σε δικονομική αξιολόγηση ως προς το υποστατό, το παραδεκτό, το νόμω και το ουσία βάσιμο αυτής.
Η αίτηση αναίρεσης ερευνάται ειδικότερα, αν είναι υποστατή, αν πληρούνται, δηλαδή, οι κατά τον νόμο ουσιώδεις συστατικοί όροι της άσκησής της, ενώ είναι ανυπόστατη, όταν ελλείπουν αυτοί. Ερευνάται, περαιτέρω, αν είναι παραδεκτή, αν συντρέχουν, δηλαδή, όλες οι τασσόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, οι οποίες κείνται εκτός του πραγματικού της, αλλά πρέπει να υφίστανται προκειμένου να εξετασθεί η αίτηση αναίρεσης από τον Άρειο Πάγο κατά το περιεχόμενό της, ενώ είναι απαράδεκτη όταν ελλείπουν αυτές.
Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι ειδικότερα οι προϋποθέσεις του επιτρεπτού αυτής, δηλαδή ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (552, 554), άσκηση από νομιμοποιούμενο πρόσωπο (556, 558) και θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (566 § 1). Περαιτέρω προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί (556), η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της (495 επ., 564, 566), ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι η άσκηση αναίρεσης για πρώτη φορά (555), η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης.
Αν η αίτηση αναίρεσης είναι υποστατή και παραδεκτή, τότε η περαιτέρω έρευνα της βασιμότητάς της συμπίπτει με την έρευνα της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… ", προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας την πρόσθετη παρέμβαση δεν έλαβε υπ' όψη του ουσιώδεις ισχυρισμούς της επί των κεφαλαίων της αίτησής της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση εταιρείας, αλλά και τα προσαγόμενα και επικαλούμενα με τις προτάσεις της έγγραφα, ήτοι δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, συμβόλαια και δικαστικές αποφάσεις που απεδείκνυαν τους ισχυρισμούς της στην ένδικη αίτηση και στην πρόσθετη παρέμβασή της.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω ο Άρειος Πάγος πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα και παραδεκτά την απορρίπτει και δεν ερευνώνται καθόλου οι λόγοι αναίρεσης. Μεταξύ των άλλων προϋπόθεση του παραδεκτού είναι η ύπαρξη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης καθώς και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση η ασκηθείσα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "… ", πρόσθετη παρέμβαση κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ασκήθηκε απαραδέκτως λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ασκούσας αυτή ανώνυμης εταιρίας. Μετά την εν λόγω απόρριψη ορθά έπραξε εν προκειμένω το Εφετείο που δεν έλαβε υπ' όψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ΑΕ επί των κεφαλαίων της αίτησης της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση εταιρείας, αλλά και τα προσαγόμενα και επικαλούμενα με τις προτάσεις της έγγραφα, ήτοι δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, συμβόλαια και δικαστικές αποφάσεις που απεδείκνυαν τους ισχυρισμούς της στην ένδικη αίτηση και στην πρόσθετη παρέμβασή της και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… .
Για τον ίδιο όπως παραπάνω λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης της ΑΕ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος που υποβλήθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση εδαφική έκταση και για τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν σ' αυτή.
Το αίτημα τούτο πέραν του ότι δεν μπορούσε να ερευνηθεί λόγω του ότι κρίθηκε ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε απαραδέκτως, σε κάθε περίπτωση απαράδεκτα υποβλήθηκε από την αναιρεσείουσα γιατί αυτή δεν είχε αξίωση αποζημιώσεως έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση ή του υπέρ ου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση για το δικαίωμα κατοχής της στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου και την ασκούμενη σ' αυτά επιχείρησή της, μετά δε τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως λύθηκε η μίσθωση με βάση την οποία είχε δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του και αυτή μετά τη συντέλεσή της είχε υποχρέωση να παραδώσει το απαλλοτριωθέν στον υπερού η απαλλοτρίωση και πολύ περισσότερο καθόσον δεν είχε τέτοιο δικαίωμα στο εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του όλου ακινήτου και στα συστατικά του.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση, αποτελεί δε ο λόγος αυτός τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης (ΑΠ 431/2016).
Ο όρος "επεδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 814/2017, ΑΠ734/2009). Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αποφάνθηκε χωρίς αίτημα και ειδικότερα ότι καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, για το ενιαίο απαλλοτριούμενο ακίνητο και για τα επικείμενά του, και ειδικότερα αφού συνεκδίκασε την από 2-11-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… ", η οποία δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης αυτής, με την από 10-3-2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… " έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση αυτή, επιδικάζοντας έτσι κάτι που δεν ζητήθηκε.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 1004833/373/0010/29-1-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 57/11-2-2008 τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από … του Αυτοκινητόδρομου … , σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του υπόψη τμήματος, έκτασης συνολικού εμβαδού 106.681,97 τ.μ.
που βρίσκονται στο Νομό ... και συγκεκριμένα στα Δ.Δ. … , … , … , … , … και …. . Στις 5-11-2014 εκδικάστηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου δέκα (10) αυτοτελείς αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που υποβλήθηκαν από τους φερόμενους δικαιούχους μερικών εκ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση.
Το καθού οι ως άνω αιτήσεις Ελληνικό Δημόσιο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις νομίμως κατατεθείσες, προ πέντε ημερών από τη συζήτηση, από 10-9-2014 έγγραφες προτάσεις του άσκησε αντίστοιχες ανταιτήσεις. Μεταξύ των αιτήσεων που συζητήθηκαν την ως άνω ημερομηνία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ήταν και η από 2.11.2010 και με αριθμό εκθ.
κατάθεσης 808/2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", νομίμως εκπροσωπούμενης, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η από 10.3.2014 και με αριθμό εκθ. κατάθεσης 287/2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", νομίμως εκπροσωπούμενης, υπέρ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… " και τον διακριτικό τίτλο "… ", όπως μετονομάσθηκε η πρώην "… ", και κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Η ως άνω αίτηση και η πρόσθετη παρέμβαση δεν συνεκδικάστηκαν και επί της με αριθμό κατάθεσης 808/2010 αίτησης της αιτούσας εταιρείας με την επωνυμία "…", εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 164/30.3.2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επί δε της με αριθμό κατάθεσης 287/2014 πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… Α", υπέρ της ως άνω εταιρείας, η υπ' αριθμ. 333/2.9.2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 23 Αυγούστου 2016 Βεβαίωση της Προϊσταμένης του Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου και το συνημμένο σε αυτή επίσημο αντίγραφο αποσπάσματος από το Βιβλίο Εισηγητών, που τηρείται στη Γραμματεία του ιδίου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω υπ' αριθμ. 164/2016 απόφασης, το Εφετείο Ναυπλίου "Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 2.11.2010 (αρ. κατ. δικ. 808/2010) αίτηση και την ανταίτηση, που ασκήθηκε με τις προτάσεις. Δέχεται εν μέρει την αίτηση και την ανταίτηση. Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 1004833/373/0010/29-1-2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων..., για τις ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα με αριθμούς 28034408, 28034409 και … ...", στις τιμές που αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό αυτής.
Εξάλλου, σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω υπ' αριθμ. 333/2015 απόφασης, το Εφετείο Ναυπλίου "Συνεκδικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων την από 2.11.2010 αίτηση και την από 10.3.2014 πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση. Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Καθορίζει οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του ενιαίου απαλλοτριούμενου ακινήτου και των επικειμένων του που απαλλοτριώνεται αναγκαστικά με την υπ' αριθ. 1004833/373/0010/29-1-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων...
για το, ενιαίο ως άνω απαλλοτριούμενο ακίνητο (… )...", στις τιμές που αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό αυτής". Από το εισαγωγικό τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης και τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι διάδικοι στην ένδικη υπόθεση ήταν η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "… ", νομίμως εκπροσωπούμενη και το καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικό Δημόσιο (ανταιτούν διά των προτάσεών του), ενώ το αντικείμενο της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν η με αριθμό εκθ.
κατάθεσης 287/2014 πρόσθετη παρέμβαση της ως άνω εταιρείας κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ίδιας ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο ανεπίτρεπτα έκρινε και επί της από 2.11.2010 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… " -υπέρ της οποίας είχε παρέμβει προσθέτως η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "… "- και, αφού την συνεκδίκασε με την πρόσθετη παρέμβαση την έκανε εν μέρει δεκτή και προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ακινήτων και των επικειμένων τους, της φερόμενης ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας, καθόσον η αίτηση αυτή αποτέλεσε όπως αναφέρθηκε και παραπάνω αντικείμενο άλλης δίκης, με διαδίκους την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "… " και καθ' ου το Ελληνικό Δημόσιο (ανταιτούν διά των προτάσεών του), η οποία συζητήθηκε, επίσης, την ίδια ημερομηνία και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 164/2016 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου).
Συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "Α. Με την κρινόμενη από 2.11.2010 αίτηση η αιτούσα ανώνυμη εταιρία ζητεί να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα ακίνητα ιδιοκτησίας της και τα επικείμενά τους... Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι ορισμένη και νόμιμη...
και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν. Β. Με την από 10.3.2014 πρόσθετη παρέμβαση (αυτοτελές δικόγραφο) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "… " στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου... Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθεί...". Επομένως, το Εφετείο Ναυπλίου, το οποίο συνεκδίκασε, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, την από 2.11.2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", η οποία δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης αυτής, με την από 10.3.2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…. ", και έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση αυτή, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο κατά το άνω μέρος που αφορά την συνεκδίκαση της από 2-11-2010 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", με την από 10.3.2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", και κατά το μέρος που την έκανε εν μέρει δεκτή και προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ακινήτων και των επικειμένων τους, της φερόμενης ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και για τα επικείμενα μεγαλύτερης αποζημίωσης από αυτή που ορίστηκε με την πιο πάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης της εναπομείνασας έκτασης, κατά τα αναφερόμενα στην πρόσθετη παρέμβαση.
Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 410/2015, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 315/2013). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο Ναυπλίου καταδίκασε το Ελληνικό δημόσιο "...στη δικαστική δαπάνη του δικαιούχου της αποζημίωσης τόσο για τη δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου όσο και για τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου...", ενώ αντικείμενο της δίκης ήταν μόνο η πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… ".
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε την από 2-11-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", με την από 10.3.2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", και κατά το μέρος που την έκανε εν μέρει δεκτή και προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ακινήτων και των επικειμένων τους, της φερόμενης ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας και ως εκ τούτου αφού εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κύριο αίτημά της εξαφανίζεται και ως προς το παρεπόμενο αίτημά της που αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη και συνεπώς παρέλκει η εξέταση του συγκεκριμένου δευτέρου λόγου.
Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα αντίστοιχα ΑΕ που χάνει τη δίκη, μειωμένα όμως, τόσο σε περίπτωση ήττας του Δημοσίου όσο και σε περίπτωση νίκης αυτού (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, παρ. 2 της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 - ΑΠ 104/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ` απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001 - ΑΠ 148/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 29-8-2016 και με αριθ. κατάθ. 37/2016 και από 30-8-2016 και με αριθ. κατάθ. 36/2016 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "… ", αντίστοιχα.
Απορρίπτει την από 30-8-2016 και με αριθ. κατάθ. 36/2016 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "… " κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 333/2015 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Δέχεται κατά ένα μέρος την από 29-8-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 37/2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "… " για αναίρεση της υπ' αριθμ. 333/2015 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Αναιρεί την υπ' αριθμό 333/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά την συνεκδίκαση της από 2-11-2010 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ", με την από 10.3.2014 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " … ", και κατά το μέρος που έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση και προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ακινήτων και των επικειμένων τους της φερόμενης ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " … ", στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την ανοιγείσα με την από 29-8-2016 αίτηση αναίρεσης αυτού δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και επίσης καταδικάζει την ίδια ως άνω αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " … ", στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για την ανοιγείσα με την από 30-8-2016 αίτηση αναίρεσης αυτής δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 ΜαΪου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ