Legislator Case Law & Legislation
506/2018 AI generated

506/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 506/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του κώδικα περί δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως, προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχολήσεως που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Legislator headnote

AI generated

506/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 56/1987), οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν σταθερώς με οποιαδήποτε μορφή, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση μήνα. Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών.

Keywords

AI generated
loan agreement satisfaction of claim non-implementation of the offending agreements act of accession of Greece authorization to levy debt enforcement bank deposit contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 506 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσας από αυτήν λόγω εξαγοράς ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." και εκείνης ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 669/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2015 αίτησή του και τους από 22-2-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο αυτοπροσώπως παριστάμενος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του κώδικα περί δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως, προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχολήσεως που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ' εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 63 παρ. 1-4 του κώδικα περί δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 του ανωτέρω κώδικα), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.

ΑΠ. 45/2002). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο πρωτοδικείο, στο εφετείο ή στον Άρειο Πάγο.

Εξ άλλου η προαναφερόμενη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή λύεται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο, η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος. Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από το άρθρο 94 του κώδικα περί δικηγόρων αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το πρόσωπο εκείνου που καταγγέλλει τη σύμβαση και το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αμοιβές κατ' ανώτατο όριο (Ολ.

Α.Π. 56/1987), οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν σταθερώς με οποιαδήποτε μορφή, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση μήνα. Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών.

Έτσι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αποζημίωση ίση με: α) μία πάγια μηνιαία αμοιβή αν έχει συμπληρώσει στον εντολέα του εξάμηνη υπηρεσία, β) τρεις πάγιες μηνιαίες αμοιβές αν έχει συμπληρώσει διετία, γ) έξι αν έχει συμπληρώσει τριετία, δ) δέκα αν έχει συμπληρώσει πενταετία, ε) δώδεκα αν έχει συμπληρώσει οκταετία και στ) γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία άνω των οκτώ ετών, προστίθεται για κάθε επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, μη δυναμένη να υπερβεί κατ' ανώτατο όριο τις τριάντα πάγιες μηνιαίες αμοιβές, για τις οποίες απαιτείται υπηρεσία είκοσι ετών στον ίδιο εντολέα (Α.Π. 308/2017, 813/2014).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν.δ. 3790/1957: "Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Πρόκειται δηλαδή για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημιώσεως.

Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.

Α.Π. 570/1986, Α.Π. 308/2017, 813/2014). Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 330, 341 και 342 Α.Κ. προκύπτει ότι ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Η υπαιτιότητα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως του δανειστή αλλά αντιθέτως η έλλειψη αυτής θεμελιώνει καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως ένσταση, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας (αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται) αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (Α.Π. 1325/2014).

Τέλος η απόσβεση της ενοχής επέρχεται κατά το άρθρο 416 Α.Κ. με καταβολή, η οποία συνιστά υλική πράξη, δηλαδή απλό πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερή δικαιοπραξία, για να έχει όμως η καταβολή ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι η προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής αυτό που πραγματικά δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση, ενώ δεν αρκεί η τμηματική καταβολή.

Απόσβεση της ενοχής επέρχεται και με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, η οποία, όπως προκύπτει από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 427, 431 και 434 Α.Κ., ισοδυναμεί με καταβολή και είναι επιτρεπτή, ώστε να έχει το αποτέλεσμα αυτό, όταν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, δηλαδή όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επ.

Α.Κ. ή όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του (Α.Π. 684/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Την 14-1-2008 συνήψε έγγραφη σύμβαση έμμισθης εντολής που φέρει τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών" με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "...", ως καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας από αυτήν λόγω εξαγοράς ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που συστήθηκε με την.. …/18-1-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στην οποία χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας με την... …/18-1-2013 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας (ΦΕΚ Β …), ως διαδόχου αυτής της εναγομένης πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά δυνάμει της... …/18-1-2013 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β …-1-2013). Δυνάμει της προαναφερθείσης σύμβασης παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγόμενη για χρονικό διάστημα έξι μηνών από την 14-1-2008 μέχρι την 13-7-2008 αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας ύψους 2.500 ευρώ.

Η ως άνω σύμβαση ανανεώθηκε εγγράφως και διαδοχικώς τρεις φορές, ήτοι από την 15-7-2008 μέχρι την 31-12-2008, από την 2-1-2009 μέχρι την 30-6-2009 και από την 1-7-2009 μέχρι την 31-12-2009. Ο ενάγων παρείχε τις νομικές υπηρεσίες του στην εναγόμενη από την πρόσληψή του μέχρι την 31-12-2009, έκτοτε δε η τελευταία έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Ακολούθως ο ενάγων άσκησε την προγενέστερη από 4-3-2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../2010 αγωγή του, με την οποία ζήτησε κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής του να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση αποτελεί σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου αρχομένη από την 14-1-2008, να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία αυτή που έγινε αυθαίρετα, κακόβουλα και προς βλάβη των συμφερόντων του, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης, είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη, η οποία δεν αποδέχεται έκτοτε τις προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες του και κατέστη υπερήμερη, να αποδέχεται αυτές και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επόμενη της καταγγελίας και μέχρι την πιθανή έκδοση απόφασης επί της αγωγής, τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και αποδοχές αδείας, συνολικού ποσού 43.095 ευρώ, επιπλέον δε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 30.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο ίδιος υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του που εθίγη από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, κατά δε την επικουρική βάση της αγωγής του και στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης έμμισθης εντολής ήταν έγκυρη, ενόψει του ότι η εναγόμενη κατήγγειλε αυτή χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι για όσο χρόνο μετά την 1-1-2011 δεν καταβάλλεται σε αυτόν η νόμιμη πλήρης αποζημίωση, του οφείλεται το ποσό των 100 ευρώ ημερησίως από την 2-1-2011 και εντεύθεν, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως ποινή για τη μη καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας το μηνιαίο ποσό των 2.500 ευρώ που αντιστοιχεί στην πάγια μηνιαία αντιμισθία του για το χρονικό διάστημα από την 8-1-2010 μέχρι την 31-12-2010 και συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ, για επιδόματα εορτών των ετών 2008 και 2009 και επίδομα αδείας του έτους 2009, το συνολικό ποσό των 8.750 ευρώ, για νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας το ποσό των 7.500 ευρώ.

Επί της προγενέστερης αγωγής του αυτής εκδόθηκε η... 69/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της, λόγω του ότι δεν υπήρχε για την πρόσληψη του ενάγοντος η απαιτούμενη έγκριση με πράξη του πρωθυπουργού ή του υπουργικού συμβουλίου κατά τα οριζόμενα στην... 236/1994 ΠΥΣ και ακολούθως η επίδικη σύμβαση έμμισθης εντολής ήταν άκυρη και ως εκ τούτου η εναγόμενη δεν κατέστη υπερήμερη ούτε υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας και στη συνέχιση της σύμβασης, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο περί επιδίκασης στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης ύψους 30.000 ευρώ και έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη κατά την επικουρική βάση της και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 27.500 ευρώ (2.500 ευρώ Χ 11 μήνες) για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία (8-1-2010) μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον αυτού του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (30-11-2010) ως αστική ποινή για την υπαίτια εκ μέρους της εναγόμενης μη καταβολή της αποζημίωσης καταγγελίας, καθώς και το ποσό των 7.500 ευρώ ως νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας, ήτοι το συνολικό ποσό των 35.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως με την... 2056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η από 30-4-2011 έφεση του ενάγοντος κατά της ανωτέρω... 69/2011 απόφασης και εξαφανίσθηκε αυτή και κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η ένδικη σύμβαση ήταν άκυρη, ότι η από 31-12-2009 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής ήταν νόμιμη και έγκυρη και επέφερε τη λύση αυτής για το μέλλον, δεδομένου ότι κρίθηκαν απορριπτέοι με δύναμη δεδικασμένου οι προβληθέντες από τον ενάγοντα ισχυρισμοί περί ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας ως γενομένης άνευ σπουδαίου λόγου και περί ακυρότητας αυτής ως καταχρηστικής και υπερβαίνουσας τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ανάκλησης της εντολής που δόθηκε στον ενάγοντα από την εναγόμενη.

Επίσης κρίθηκε ότι η οριζόμενη από το άρθρο 94 παρ. 1 του κώδικος περί δικηγόρων αποζημίωση που δικαιούται ο ενάγων λόγω της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης από την εναγόμενη ανέρχεται στο ποσό των 7.500 ευρώ και ότι μέχρι την καταβολή ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης ο ενάγων δικαιούται να λαμβάνει την συμφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του κώδικος περί δικηγόρων αμοιβή του.

Περαιτέρω με την ως άνω... 2056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική βάση της και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 27.500 ευρώ ως αστική ποινή για την υπαίτια εκ μέρους της μη καταβολή της αποζημίωσης καταγγελίας, το ποσό των 7.500 ευρώ ως νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας και το ποσό των 8.750 ευρώ για επιδόματα εορτών των ετών 2008 και 2009 και επίδομα αδείας του έτους 2009, ήτοι το συνολικό ποσό των 43.750 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ότι η εναγόμενη εξακολουθεί να αρνείται την αποδοχή των νομικών υπηρεσιών του.

Επίσης αποδείχθηκε ότι την 9-5-2011 ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγόμενη την ομοίας ημεροχρονολογίας εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωνε ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις νομικές υπηρεσίες του σύμφωνα με την υφιστάμενη και συνδέουσα τους διαδίκους από 14-1-2008 σύμβαση έμμισθης εντολής και καλούσε αυτή να τις αποδέχεται.

Κατόπιν τούτων η εναγομένη την 25-7-2011, ήτοι σε χρόνο που δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσιδίκως η εγκυρότητα ή μη της προαναφερόμενης καταγγελίας, προέβη σε νέα επικουρική καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην εκ μέρους του ενάγοντος μη προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του και προκειμένου να διακόψει τυχόν υπερημερία της, ενόψει του προβληθέντος από τον ενάγοντα ισχυρισμού περί ύπαρξης ενεργού σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ των διαδίκων, με την από 25-7-2011 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στον ενάγοντα αυθημερόν...

Συγχρόνως με την ως άνω εξώδικη δήλωση προσφέρθηκε στον ενάγοντα σε μετρητά η αποζημίωση καταγγελίας ύψους 17.500 ευρώ, αποτελούμενη από την πάγια μηνιαία αντιμισθία του ύψους 2.500 ευρώ επί 14/12 επί έξι μήνες, ενόψει του προβληθέντος από αυτόν ισχυρισμού περί ύπαρξης ενεργού σύμβασης έμμισθης εντολής διάρκειας άνω των τριών ετών αρχομένης από την 14-1-2008 και ορίσθηκε ότι σε περίπτωση μη ανεύρεσής του ή άρνησής του να εισπράξει το εν λόγω ποσό, καλείται αυτός να το εισπράξει ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Σ. στο συμβολαιογραφείο αυτής στην Αθήνα και επί της οδού … αρ. …, την 26-7-2011 και ώρα 11.00, ενώ σε περίπτωση μη εμφάνισής του, το γεγονός αυτό θα ισοδυναμεί με άρνησή του προς είσπραξη του εν λόγω ποσού, το οποίο η εναγόμενη θα παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το εκδοθέν γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του ανωτέρω ταμείου θα κατατεθεί στην ως άνω συμβολαιογράφο, από την οποία θα έχει τη δυνατότητα να το αναλάβει ο ενάγων οποτεδήποτε και αδαπάνως.

Ακολούθως ο ενάγων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. κατά την ορισθείσα ημέρα και ώρα και για το λόγο αυτό συντάχθηκε η... …/26-7-2011 πράξη εμφάνισης και αναμονής της ως άνω συμβολαιογράφου, στη συνέχεια δε η εναγόμενη προέβη την 26-7-2011 σε παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ανωτέρω ποσού των 17.500 ευρώ, εκδοθέντος προς τούτο του... .../26-7-2011 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του ανωτέρω ταμείου.

Κατόπιν τούτων η από 25-7-2011 νέα καταγγελία, η οποία μπορούσε να γίνει από την εργοδότρια εναγομένη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός της από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου ενάγοντος, με την ταυτόχρονη προσήκουσα προσφορά της οριζόμενης από το άρθρο 94 του κώδικος περί δικηγόρων αποζημίωσης, με την κατάθεση αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μετά την άρνηση του ενάγοντος να την εισπράξει, είναι σύμφωνη με το νόμο και επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσεως.

Το κύρος δε της επικουρικής καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά το χρόνο που έγινε η εργοδότρια εναγομένη τελούσε σε υπερημερία ή κατά το χρόνο που η πρώτη καταγγελία (31-12-2009) δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως η εναγομένη εργοδότρια απέβλεπε στη λύση της ένδικης σύμβασης και στην άρση της υπερημερίας της, όπως και επισυνέβη.

Επομένως από την 25-7-2011 και εφεξής η εναγομένη έπαυσε να οφείλει στον ενάγοντα τη συμφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του κώδικος περί δικηγόρων αμοιβή του και συνεπώς για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν όφειλε σε αυτόν μηνιαίες αντιμισθίες, δεδομένου ότι η συμφωνημένη αμοιβή είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που καταβάλλεται σε αυτόν μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης και επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και ως μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.

Επομένως η εναγομένη οφείλει τις μηνιαίες αντιμισθίες του ενάγοντος ύψους 2.500 ευρώ η καθεμία για το χρονικό διάστημα από την 1-12-2010 μέχρι την 25-7-2011, εξαιτίας της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας κατά το χρόνο της πρώτης από 31-12-2009 καταγγελίας και της συνεχιζόμενης μη καταβολής αυτής καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα μέχρι την 25-7-2011, συνολικού ποσού 19.583,33 ευρώ...

Επί πλέον η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.250 ευρώ που αντιστοιχεί στο δώρο Πάσχα του έτους 2011... το ποσό των 905,20 ευρώ που αντιστοιχεί στην αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2011... το ποσό των 1.250 ευρώ που αντιστοιχεί στο επίδομα αδείας έτους 2011... και το ποσό των 2.500 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές αδείας έτους 2011...

και συνολικώς το ποσό των 25.488,53 ευρώ...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση της ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.488,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 342, 349, 427, 431 και 434 Α.Κ., αφού δέχθηκε ότι η εναγομένη οφειλέτρια, η οποία είχε καταστεί υπερήμερη διότι δεν είχε καταβάλει στον ενάγοντα δανειστή την αποζημίωση καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως έμμισθης εντολής (γεγονός που, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, δεν είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας αλλά την υποχρέωση αυτής για καταβολή της αποζημιώσεως του άρθρου 94 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων), προκειμένου να αρθεί η υπερημερία της, προσέφερε την οφειλόμενη αποζημίωση καταγγελίας στον ενάγοντα, καθώς και ότι ο τελευταίος, μη αποδεχόμενος την πραγματική και προσήκουσα αυτή προσφορά, κατέστη εφεξής αυτός υπερήμερος, με αποτέλεσμα η εναγομένη να καταθέσει δημόσια την οφειλόμενη αποζημίωση καταγγελίας και να αποσβεσθεί έτσι η οφειλή της αυτή.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως και με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α, 19, 8 περ. β και 16 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, κατά την απόρριψη της αντενστάσεώς του ότι το προσφερθέν από την εναγομένη σ' αυτόν ποσό έπρεπε να καταλογισθεί, εκτός από την οφειλόμενη σ' αυτόν αποζημίωση καταγγελίας, και στην οφειλόμενη σ' αυτόν αποζημίωση του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων κατά τη σειρά του άρθρου 423 Α.Κ., με αποτέλεσμα αυτός να δικαιούται να αρνηθεί την προσφορά της:

α) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 423 Α.Κ. (πρώτος λόγος), β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα (δεύτερος και τέταρτος λόγοι), γ) δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω αντένστασή του (δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του) και δ) δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απέρρεε από την 2056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (πέραν της αντιφατικότητάς τους, η οποία έγκειται στο ότι η επίκληση παραβάσεως του νόμου, ανεπαρκών αιτιολογιών και παραβιάσεως του δεδικασμένου κατά την απόρριψη της αντενστάσεως αντιφάσκει προς τη μη λήψη αυτής υπόψη από το εφετείο) προεχόντως διότι ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή τους δεν παραθέτει τον ισχυρισμό (αντένσταση) στον οποίο αυτοί στηρίζονται, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε επικαλείται παραδεκτή προβολή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και νόμιμη επαναφορά του ενώπιον του εφετείου ή παραδεκτή βραδεία προβολή του για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου.

Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι ο ενάγων δεν είχε προβάλει παραδεκτά την ανωτέρω αντένσταση, την πρότεινε δε για πρώτη φορά με το δεύτερο λόγο της από 19-12-2012 εφέσεώς του, χωρίς όμως να επικαλείται κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής της.

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας.

Ως νομική αιτία που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι το δεδικασμένο καλύπτει και το προδικαστικό ζήτημα που κρίθηκε, το ζήτημα δηλαδή που κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (Α.Π. 135/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 5 εδ γ αριθ. 4 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και 1 παρ. 1.2 του από Σεπτεμβρίου 2009 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, του οποίου καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου είναι η συνδρομή σπουδαίου λόγου, το εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής σπουδαίου λόγου για το κύρος της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εντολής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση λύθηκε με την από 25-7-2011 νέα καταγγελία, ενώ πράγματι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι (παρά τις πλεοναστικές παραδοχές περί εγκυρότητας της από 25-7-2011 νέας καταγγελίας), με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι, όπως είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την 2056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής είχε λυθεί με την από 31-12-2009 προηγούμενη καταγγελία αυτής, η οποία καταγγελία ήταν έγκυρη, δεδομένου ότι με την προαναφερθείσα εφετειακή απόφαση είχαν απορριφθεί τελεσιδίκως οι ισχυρισμοί του ενάγοντος για ακυρότητα της καταγγελίας ως γενομένης χωρίς σπουδαίο λόγο και ως καταχρηστικής.

4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Ως αποδεικτικά μέσα των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως δεν νούνται τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης (Α.Π. 58/2011, 1180/2010), όπως είναι το δικόγραφο της αγωγής, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα, τα οποία αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του, ήτοι: 1) την 69/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) την από 30-4-2011 έφεσή του κατά της αποφάσεως αυτής, 3) τις από 29-5-2012 έγγραφες προτάσεις του και τις από 31-5-2012 προσθήκες και αντικρούσεις που υπέβαλε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η 292/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) την από 25-7-2011 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της εναγόμενης, 5) την από 16-8-2011 εξώδικη δήλωσή του σε απάντηση της από 25-7-2011 εξώδικης δηλώσεως-καταγγελίας της εναγομένης, που επιδόθηκε σ' αυτήν στις 18-8-2011, 6) την από 9-5-2011 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγομένη, που επιδόθηκε σ' αυτήν στις 10-5-2011, 7) φωτοαντίγραφο της από 3-7-2012 εξοφλητικής αποδείξεως πληρωμής των ποσών που επιδικάστηκαν με την 2056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 8) την 2056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, όσο μεν αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω με το στοιχείο 3 ως απαράδεκτος διότι αυτά δεν είναι αποδεικτικά αλλά διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, όσον αφορά δε τα λοιπά ως αβάσιμος, διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, σαφώς προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση, αν και γίνεται και ειδική μνεία των εγγράφων με τα στοιχεία 1, 2, 4, 6 και 8.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι από τα ανωτέρω έγγραφα συνάγεται πόρισμα αντίθετο από εκείνο στο οποίο κατέληξε το εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

5. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 824/2010). Εφόσον δε, κατά τα προεκτεθέντα, ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα, δεν θεωρούνται έγγραφα με την ανωτέρω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων (Α.Π. 42/2014).

Περαιτέρω για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 118/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο όλων των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη εγγράφων. Ο λόγος αυτός όσο μεν αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη με το στοιχείο 3 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι αυτά δεν είναι αποδεικτικά αλλά διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης.

Όσον αφορά τα λοιπά έγγραφα ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι για τη θεμελίωσή του δεν αναφέρεται ποιο ήταν το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν και ποιο το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο αυτών, σε κάθε δε περίπτωση διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών.

6. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2015 αίτηση για αναίρεση της 669/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 22-2-2016 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017 .

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ