506/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 506 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated506/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 506 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 506 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 506/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. Κ. του Π., 2. Π. συζ. Π. Σ. το γένος Χ. Μ., για τον εαυτό τους και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός και συζύγου Π. Σ. του Α. κατοίκου εν ζωή ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρανιώτη, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δέσποινας Αθανασιάδου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 255/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19/12/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1452/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 21/9/2014 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 4/3/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αριστείδη Πελεκάνου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναίρεσης για τις πλημμέλειες υπό τα στοιχεία Α και Δ του δικογράφου της αναίρεσης και την απόρριψη του λόγου αναίρεσης για τις πλημμέλειες υπό τα στοιχεία Β και Γ του δικογράφου της αναίρεσης κατά της απόφασης 255/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 255/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία, αφού δέχθηκε την από 16-12-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 197/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, απέρριψε ακολούθως την από 15-5-2007 ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 117/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η ως άνω ανακοπή και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη τα χρηματικά ποσά που διαλαμβάνονται σ’ αυτή για οφειλή από συμβάσεις δανείου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες, που ενεργούν ατομικά, αλλά και ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της επιδικίας τρίτου των ανακοπτόντων Π. Σ..
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 435/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 30 Ν.2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν.2912/2001, "(1). Κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε, ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ’ ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. (4) Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται: α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31-12-2001...(6) Τα πιστωτικά ιδρύματα με τους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 5 του παρόντος δύνανται να συμφωνούν με τους οφειλέτες τους όρους και τρόπο εξόφλησης των οφειλών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, (7) Από 1-1-2002 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή της συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωση του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσει το οφειλόμενο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης...". Ακολούθησε ο Ν.3259/2004, ο οποίος στις παραγράφους 1, 2, 3, 4, 8 και 12 του άρθρου 39 ορίζει τα ακόλουθα: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α’ εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά". Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης 8. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος. 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως, τόσο τις προϋποθέσεις, όσο και το ύφος του ex lege επιτασσόμενου περιορισμού των οφειλών από τόκους, το οποίο (ύψος) προσδιορίζει μέσου απλού αριθμητικού υπολογισμού, χωρίς να προσαπαιτεί τη μεσολάβηση συμφωνίας των μερών ή δικαστικής αποφάσεως. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι οφειλέτες μπορούν, περαιτέρω, να συμφωνούν "τους όρους και τον τρόπο εξοφλήσεως των οφειλών" που ρυθμίζονται, όχι, επομένως, και την ύπαρξη ή το ύψος τους. Οι συμβαλλόμενοι μπορούν, βεβαίως, σε περίπτωση διαφωνίας, να προσφεύγουν στα δικαστήρια, η απαγγελλόμενη, όμως, επί της διαφοράς δικαστική κρίση απλώς αναγνωρίζει την αμέσως και αυτοδικαίως επερχόμενη από την εφαρμογή του νόμου έννομη συνέπεια. Τέλος, προβλέπεται η αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως για ένα ορισμένο διάστημα, μετά την πάροδο του οποίου το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την εκτέλεση, σε οποιοδήποτε στάδιο είχε αυτή καθηλωθεί, δηλώνοντας απλώς το ποσό της οφειλής, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Τούτων δοθέντων, ο νόμος ούτε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 915 Κ.Πολ.Δ βεβαιότητα της απαιτήσεως θίγει, αφού δεν προσθέτει σ’ αυτή αίρεση ή προθεσμία, ούτε καθιστά το περιεχόμενο της εκκρεμές ή αμφίβολο. Εξάλλου ούτε ανεκκαθάριστη είναι κατά το άρθρο 916 ΚΠολΔ η απαίτηση, αφού το ύψος της προκύπτει από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο με την τέλεση ορισμένων αριθμητικών πράξεων (ΑΠ 1095/2014, ΑΠ 2240/2009). Από τις αυτές ως άνω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων περιορίστηκε με το άρθρο 39 § 1 του Ν.3259/2004 μόνο ως προς το ανώτατο όριο του τετραπλασίου των απαιτήσεων, που οριζόταν με τον προηγούμενο νόμο και δεν καταργήθηκαν οι λοιπές με το νόμο αυτό διαβαθμίσεις των απαιτήσεων ως προς το πολλαπλάσιο αυτών ανάλογα με το χρόνο σύναψης των πιστωτικών συμβάσεων.
Συνεπώς ως πολλαπλάσιο ισχύει το διπλάσιο της οφειλής εάν η σχετική σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ 1-1-1991 και 31-12-2000 (ΑΠ 842/2012, ΑΠ 345/2013). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: " Με αίτηση της καθ’ ης η ανακοπή - εκκαλούσης κατά των ανακοπτόντων - εφεσίβλητων εκδόθηκε η με αριθμό 117/2007 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, δυνάμει της οποίας οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν σ’ αυτή τα παρακάτω ποσά: 1) για κεφάλαιο το ποσό των 56.973 ΕΥΡΩ, 2) για συμβατικούς τόκους το ποσό των 75.733,91 ΕΥΡΩ, 3) για τόκους υπερημερίας 12.605,59 ΕΥΡΩ και 4) για δικαστικά έξοδα το ποσό τω 1.770,13 ΕΥΡΩ, ήτοι το συνολικό ποσό των 147.093,97 ΕΥΡΩ. Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε μετά από την καταγγελία από την καθ’ ης η ανακοπή δύο δανειακών συμβάσεων και ειδικότερα α) της με αριθμό .../10-10-1991 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, σε εκτέλεση της οποίας εκταμιεύτηκε στις 10-10-1991 το ποσό των 10.000.000 δραχμών ή 29.347,02 ΕΥΡΩ, στις 24-10-1991 εκταμιεύθηκε το ποσό των 1.900.000 δραχμών ή 5.575,94 ΕΥΡΩ και στις 8-4-1992 εκταμιεύθηκε το ποσό των 3.000.000 δραχμών ή 8.804 ΕΥΡΩ και β) της με αριθμό …/14-8-1992 σύμβασης βραχυπρόθεσμου δανείου, ποσού 20.000.000 δραχμών, δυνάμει της οποίας εκταμιεύθηκε το ποσό των 3.000.000 δραχμών, ή 8.804,10 ΕΥΡΩ. Επίσης υπογράφτηκε η από 16-10-1992 πρόσθετη εγγύηση, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της με αριθμό …/14-8-1992 σύμβασης. Οι δόσεις των δανείων δεν καταβλήθηκαν σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων και οι διάδικοι συνήψαν τις με αριθμό .../1-7-1996 νέες συμβάσεις ρύθμισης των οφειλών σε δόσεις που επίσης δεν τηρήθηκαν από τους ανακόπτοντες - εφεσίβλητους και έτσι οι δύο αντίστοιχοι προς τις συμβάσεις λογαριασμοί έκλεισαν στις 12-10-2006, ο πρώτος με υπόλοιπο 44.529,87 ΕΥΡΩ (κεφάλαιο 25.718,42 ΕΥΡΩ, συμβατικοί τόκοι 17.387,88 ΕΥΡΩ και τόκοι ποινής 3.549,26 ΕΥΡΩ) και ο δεύτερος με υπόλοιπο 98.657,88 ΕΥΡΩ (κεφάλαιο 31.255,32 ΕΥΡΩ, συμβατικοί τόκοι 58.346,23 ΕΥΡΩ και τόκοι ποινής 9.056,88 ΕΥΡΩ). Ο πρώτος ανακόπτων - εφεσίβλητος με την από 30-9-2004 αίτηση του ζήτησε από την καθ’ ης η ανακοπή - εκκαλούσα να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 και η καθ’ ης δια του με αριθμό .../26-11-2004 εγγράφου της τον κάλεσε να υπογράψει την πράξη της ρύθμισης και απάντησε σ’ αυτόν ότι οι συνολικές του οφειλές από τις συμβάσεις, που εμπίπτουν στην ανωτέρω νομοθετική διάταξη, ανέρχονται στο ποσό των 115.501,07 ΕΥΡΩ και αν εκτοκισθούν με τους όρους των δανειακών συμβάσεων ανέρχονται στις 4-8-2004 στο ποσό των 230.132,67 ΕΥΡΩ, ότι οι οφειλές του από τις συμβάσεις που δεν υπάγονται στη ρύθμιση ανέρχονται στο ποσό των 14.333,19 ΕΥΡΩ και εάν εκτοκισθούν κατά την παραπάνω ημερομηνία ανέρχονται στο ποσό των 7.711,23 ΕΥΡΩ, καθώς και ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι οφειλές του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 123.212,30 ΕΥΡΩ, που θα μειωνόταν κατά το ποσό των 14.587,71 ΕΥΡΩ (το οποίο είχε ο πρώτος ανακόπτων καταβάλει έναντι των οφειλών του) την ημέρα που θα γινόταν η ρύθμιση. Στην συνέχεια ο πρώτος ανακόπτων δεν ενήργησε την ρύθμιση του χρέους, αλλά ζήτησε να του χορηγηθούν αντίγραφα των συμβάσεων και των καρτελών κίνησης των λογαριασμών με σκοπό να επαληθεύσει τον ισχυρισμό της ήδη εκκαλούσης ότι η οφειλή του αναπροσαρμόσθηκε σύμφωνα με το νόμο. Η καθ’ ης η ανακοπή -εκκαλούσα δεν ικανοποίησε το αίτημα του, αλλά τον κάλεσε με την από 8-5-2005 επιστολή της να ρυθμίσει το χρέος του, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η ρύθμιση της οφειλής δυνάμει του άρθρου 39 του Ν 3259/2004 επέρχεται μόνο μετά την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων, ιδίως κατά το χρόνο υπογραφής της σχετικής συμβάσεως, που ακολουθεί την απάντηση του πιστωτικού ιδρύματος για την υπαγωγή η μη του αιτούντος οφειλέτη στην ρύθμιση του νέου νόμου. Αν ο αιτών την ρύθμιση οφειλέτης αμφισβητεί τη διαλαμβανόμενα στην απάντηση αυτή στοιχεία και αρνηθεί να συνυπογράψει την ρύθμισης της οφειλής, τότε η αίτηση του για ρύθμιση παύει να είναι εκκρεμής και παρέχεται στο πιστωτικό ίδρυμα η δυνατότητα να επισπεύσει εκτέλεση. Περαιτέρω η εφαρμογή του άρθρου 39 του Ν. 3259/ 2004 και η θέσπιση ειδικότερων όρων προσδιορισμού του ύψους των οφειλών προς τις τράπεζες με βάση συγκεκριμένους υπολογισμούς δεν καθιστά τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις ανεκκαθάριστες ή αβέβαιες και δεν προϋποθέτει προηγούμενη δικαστική τους αναγνώριση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εφόσον δεν υπογράφηκε η σύμβαση ρύθμισης της οφειλής με τον πρώτο ανακόπτοντα (η δεύτερη και ο τρίτος δεν υπέβαλαν αίτηση), η εκκαλούσα στις 12-10-2006 κατήγγειλε τις συμβάσεις και επέδωσε νόμιμα στον Α. στην Π. και Π. Σ. τις από 12-10-2006 σχετικές επιστολές του καταστήματος ... της Αγροτικής Τραπέζης (βλ. τις με αριθμό .../30-10-2006, .../30-10-2006 και .../30-10-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Γ. Ο.), μαζί με τις οποίες συνεπιδόθηκε και αναλυτική κίνηση των λογαριασμών τους, όπως εξήχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο τηρούνται τα βιβλία της Τράπεζας. Επίσης την 1-3-2007 επέδωσε στους εφεσίβλητους την από 1-3-2007 γνωστοποίηση καταγγελίας (βλ. τις με αριθμό .../ 27-3-2007, .../27-3-2007 και .../27-3-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Καβάλας Κ. Γ.), μαζί με την οποία συνεπιδόθηκαν σ’ αυτούς όλες οι επικαλούμενες συμβάσεις και κινήσεις των λογαριασμών, για τις οποίες αυτοί τηρούνται".
Συνεπώς, έκρινε το Εφετείο, ότι "ο λόγος της ανακοπής περί μη ορθού επαναπροσδιορισμού της συνολικής οφειλής των ανακοπτόντων από την καθ’ ης, πριν η τελευταία προβεί στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, η ρύθμιση της οφειλής δυνάμει του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 επέρχεται μόνο μετά την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων, ιδίως από το χρόνο υπογραφής της σχετικής συμβάσεως, που ακολουθεί την απάντηση του πιστωτικού ιδρύματος για την υπαγωγή ή μη του αιτούντος οφειλέτη στην ρύθμιση, αν δε ο αιτών τη ρύθμιση οφειλέτης αμφισβητεί τα διαλαμβανόμενα στην απάντηση αυτή στοιχεία και αρνηθεί να συνυπογράψει τη ρύθμιση της οφειλής τότε η αίτηση παύει να είναι εκκρεμής και παρέχεται στο πιστωτικό ίδρυμα η δυνατότητα να εκδώσει διαταγή πληρωμής και να επισπεύσει αναγκαστικά εκτέλεση". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και αφού απέρριψε τους λόγους ανακοπής που δεν είχαν εξεταστεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ένδικη από 15-5-2007 ανακοπή. Οι αναιρεσείοντες, με την ανακοπή τους, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 § 2), ισχυρίστηκαν ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να προβεί στον επανυπολογισμό των οφειλών τους και να πολλαπλασιάσει τα εκταμιευθέντα κεφάλαια με το συντελεστή 2 αντί του συντελεστή 3 (σελ, 9 - 10 της ανακοπής). Το Εφετείο, αξιολογώντας το σχετικό λόγο της ανακοπής, κατά την έρευνα του τρίτου λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο εκείνη παραπονέθηκε για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο είχε δεχθεί ότι εσφαλμένα η τελευταία για τον υπολογισμό της οφειλής πολλαπλασίασε το κεφάλαιο που εκταμιεύθηκε με το συντελεστή 3 αντί με το συντελεστή 2, δέχθηκε ότι "ο λόγος της ανακοπής περί μη ορθού επαναπροσδιορισμού της συνολικής οφειλής των ανακοπτόντων από την καθ’ ης, πριν η τελευταία προβεί στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν η ρύθμιση της οφειλής δυνάμει του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 επέρχεται μόνο μετά την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων, ιδίως από το χρόνο υπογραφής της σχετικής συμβάσεως, που ακολουθεί την απάντηση του πιστωτικού ιδρύματος για την υπαγωγή ή μη του αιτούντος οφειλέτη στην ρύθμιση, αν δε ο αιτών τη ρύθμιση οφειλέτης αμφισβητεί τα διαλαμβανόμενα στην απάντηση αυτή στοιχεία και αρνηθεί να συνυπογράψει τη ρύθμιση της οφειλής, τότε η αίτηση παύει να είναι εκκρεμής και παρέχεται στο πιστωτικό ίδρυμα η δυνατότητα να εκδώσει διαταγή πληρωμής και να επισπεύσει αναγκαστικά εκτέλεση". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του Ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, καθώς και του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και με τις προαναφερόμενες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός και λόγος ανακοπής ήταν νόμιμος και η απόδειξη της βασιμότητας του θα επέφερε την απόσβεση της ένδικης απαίτησης κατά το μη πράγματι οφειλόμενο ποσό, ανεξαρτήτως ύπαρξης συμφωνίας των διαδίκων. Έπρεπε δε να διερευνηθεί περαιτέρω τόσο ο τρόπος ανακαθορισμού όσο και το πράγματι οφειλόμενο ποσό της ένδικης απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και επιδόθηκε η επίσης ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση με αντίγραφο απογράφου αυτής, ώστε να προκύψει το πράγματι οφειλόμενο κατώτερο ποσό, στο οποίο ανέρχεται η υπό εκτέλεση απαίτηση, πολύ περισσότερο που η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη ομολογεί στα δικόγραφα της, ότι για τον ανακαθορισμό της τελικής συνολικής οφειλής εφάρμοσε τον συντελεστή τρία (3) αντί για τον συντελεστή δύο (2), που έπρεπε να εφαρμοστεί, ενόψει του ότι οι σχετικές δανειακές συμβάσεις καταρτίστηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1991 έως 31-12-2000. Κατόπιν τούτων, οι σχετικοί πρώτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι, ενώ αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι ο δεύτερος και ο τρίτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και πριν από τον επανακαθορισμό της κατά το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 και απέρριψε έτσι ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής, αφού κατά τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, με το ως άνω άρθρο και τα λοιπά συναφή άρθρα επιτάσσεται ο περιορισμός των ληξιπρόθεσμων προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών από τόκους κατά τρόπο αυτόματο και προς το σκοπό αυτό προσδιορίζονται στο νόμο επακριβώς τόσο οι προϋποθέσεις όσο και το ύψος των περιορισμών των οφειλών μέσω αριθμητικών υπολογισμών (ΑΠ 345/2013). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν. Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει λόγω της ήττας της να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 255/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ