Legislator Case Law & Legislation
506/2014 AI generated

506/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 506/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

506/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δε αναπλήρωση δικαστή που δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του δικαστηρίου αντίστοιχα. Συναφώς, κατά την ΚΠολΔ 305 αρ.1 και 5 διάταξη, το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του Δικαστηρίου και αν πρόκειται για Πολυμελή Δικαστήρια, το όνομα του Εισηγητή Δικαστή και ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε.

Keywords

AI generated
rural land ownership loss of citizenship Sunday work authorization agricultural law previous legal status Republic of South Africa
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 506 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Ζ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φυλλίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2012 του Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/2/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 19/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της την από 18/2/2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 184/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Σερρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ'αριθμ. .../14-5-2013 έκθεση επίδοση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών …, την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την ως άνω δικάσιμο, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Αργυριάδη επισπεύδει τη συζήτηση. Πλην όμως αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν εμφανίσθηκε κατά την εν λόγω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από την οικεία σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του αναιρεσιβήτου που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται κατά απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οπίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση. Μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την εν λόγω διάταξη, υπάρχει και αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ ή του ειδικού νόμου, όπως είναι ο κωδ.νόμος 1756/1988, όπως ισχύει περί Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών.

Ειδικότερα, η αρχή του νόμιμου δικαστή έχει συνταγματικό υπόβαθρο και δεσμεύει τόσο τον κοινό νομοθέτη (άρθρο 8 του Συντάγματος) όσο και το δικαστήριο (άρθρο 109 ΚΠολΔ), όπως επίσης και τη διοίκηση των δικαστηρίων. Έτσι σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 15 παρ.7 του ως άνω ν.1756/1988 όπως το πρώτο αυτών, αντικ. με το άρθρο 3 παρ.2 του ν.1968/1991, ο καθορισμός της συνθέσεως του Δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων Δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή όπου υπάρχει Τριμελές Συμβούλιο από το τελευταίο.

Η δε αναπλήρωση δικαστή που δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του δικαστηρίου αντίστοιχα. Συναφώς, κατά την ΚΠολΔ 305 αρ.1 και 5 διάταξη, το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του Δικαστηρίου και αν πρόκειται για Πολυμελή Δικαστήρια, το όνομα του Εισηγητή Δικαστή και ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε.

Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 8 εδαφ.1 του Συντάγματος, 109 παρ.1 και 256 ΚΠολΔ δεν προκύπτει ότι η μη αναγραφή στην χωρίς τη συμμετοχή μόνο Προέδρου Πρωτοδικών και δύο (2) Πρωτοδικών εκδοθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που διευθύνεται από Πρόεδρο Πρωτοδικών, αλλά με τη συμμετοχή αυτή ενός πρωτοδίκη ενός δόκιμου ειρηνοδίκη, χωρίς την αναγραφή της σχετικής πράξης του Προέδρου Πρωτοδικών που διευθύνει το ως άνω δικαστήριο, περί αναπληρώσεως του ενός Πρωτοδίκη από το δόκιμο Ειρηνοδίκη, συνεπάγεται ως κύρωση την έλλειψη νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου εκείνου.

Τέτοια κύρωση για την αιτία αυτή δεν απαγγέλεται από τις παραπάνω διατάξεις ούτε από άλλη διάταξη (ΑΠ 1328/2011, ΑΠ 36/2006, ΑΠ 986/2006). Τούτο δε διότι τεκμαίρεται το κώλυμα των λοιπών υπηρετούντων στο ως άνω δικαστήριο Πρωτοδικών, εκ της μη συμμετοχής τους στη σύνθεση του δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση. Εξάλλου η διαπίστωση του κωλύματος ανάγεται στη διεύθυνση της εσωτερικής υπηρεσίας του οικείου δικαστηρίου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση ότι υπήρχε κώλυμα των λοιπών Πρωτοδικών ούτε ότι η αναπλήρωση του ενός Πρωτοδίκη από Ειρηνοδίκη έγινε με σχετική πράξη του Διευθύνοντος το Πολυμελές Πρωτοδικείο.

Επομένως ο πρώτος λόγος από το άρθρο 560 αρ.2 ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.184/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών που εκδόθηκε κατ'έφεση επί της υπ'αριθμ. 3/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Φυλλίδας για κακή σύνθεση του ως άνω δικαστηρίου, λόγω της συμμετοχής σ'αυτήν ενός ειρηνοδίκη αντί πρωτοδίκη, χωρίς να γίνεται μνεία σ'αυτήν του λόγου της τοιαύτης αναπλήρωσης, χωρίς μάλιστα να προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ορισμένα εάν η εν λόγω αναπλήρωση ήταν παράνομη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 1328/2011).

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. 'Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες απάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1046 ΑΚ, εκείνο που έχει στη νομή του το πράγματα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά το ενδιάμεσο χρόνο, το δια της διατάξεως αυτής θεσπιζόμενο τεκμήριο νομής, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει κάτι διαφορετικό, είναι μαχητό και εντεύθεν δεκτικό ανταποδείξεως, όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως επί ισχυρισμού του νομέα προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου με χρησικτησία, περί υπάρξεως νομής κατά την έναρξη και τη λήξη του ορισμένου χρονικού διαστήματος, οπότε τεκμαίρεται μαχητικώς, η ύπαρξη νομής και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο αντίδικος αυτού, αρνούμενος τον περί νομής χρησικτησίας ισχυρισμού, δικαιούται να αποδείξει, αναταποδεικτικώς, την ανυπαρξία νομής κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο δε σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, που διακωλεύει τη λειτουργία του ως άνω μαχητού τεκμηρίου συνιστά άρνηση και όχι ένσταση.

Κατά το άρθρο 560 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά της απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαο9ρπαξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που με βάσει τις ίδιες παραδοχές δεν έπρεπε να εφαρμοστεί. Στην προκειμένη περίπτωση, το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο αγροτεμάχιο, έκτασης 3770 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "Κράνικους" της αγροτικής περιοχής του τοπικού διαμερίσματος Δαφνουδίου του δήμου Εμμανουήλ Παππά, φέρει αριθμό κτηματολογίου 899 και συνορεύει βόρεια με χερσολίβαδο κοινό, νότια με χέρσο (κοινό), ανατολικά με το με αριθμό 3025 αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του εναγομένου-πρώτου εφεσίβλητου και δυτικά με το με αριθμό 900 αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας άλλοτε Κ.

Α. και νυν Σ. Π.. To αγροτεμάχιο αυτό κατά τον πίνακα της οριστικής διανομής του Αγροκτήματος "ΔΑΦΝΟΥΔΙ του έτους 1935 δεν αποτέλεσε αντικείμενο διανομής, διότι υποδείχθηκε από τους τότε οριοδείκτες ότι ανήκε στην ιδιοκτησία του Σ. Α. (βλ. σχετ. τη με αριθμό πρωτ. 2546/17-5-2010 βεβαίωση της Δ/ντριας Πολιτικής Γης της Ν/κης Αυτ/σης Σερρών Χ.

Τ.). Το αυτό δε προκύπτει και από τον κτηματολογικό πίνακα του Δήμου Εμμανουήλ Παππά (βλ. σχετ. το με αριθμ. πρωτ. 2207/21-2-2008 πιστοποιητικό δημάρχου του δήμου αυτού). Ο ενάγων-εκκαλών ισχυρίζεται ότι ο Σ. Α. είναι παππούς του και ότι από αυτόν κληρονόμησε το επίδικο τόσο ο Ι. Ν. όσο και στη συνέχεια ο ίδιος, αποκτώντας την κυριότητα του με παράγωγο τρόπο.

Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός όμως εξεταζόμενος στην ουσία του θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς ο ενάγων-εκκαλών δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι ο Σ. Α. είναι το ίδιο πρόσωπο με το Σ. Ν. του Α. που επικαλείται ως απώτερο δικαιοπάροχο-παππού του, καθώς ο τελευταίος φέρεται γραμμένος στο δημοτολόγιο του δήμου Νέας Ζίχνης μόνο με τα στοιχεία Σ.

Ν. του Α., χωρίς προσθήκη δεύτερου επωνύμου (βλ. σχετ. το με αριθμό πρωτ. 9118/8-9-2010 πιστοποιητικό του δημάρχου Νέας Ζίχνης). Το δε επικαλούμενο από τον ενάγοντα-εκκαλούντα πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας με αριθμό 7360/24-6-2008 και η με αριθμ. πρωτ. 9195/9-9-2010 απάντηση του ίδιου δημάρχου σε αίτηση του Α. Α. αποτελούν βεβαιώσεις τρίτου.

Ο δήμαρχος Νέας Ζίχνης δεν έχει αρμοδιότητα (καθ'ύλην) να βεβαιώνει σε δημόσιο έγγραφο προσωπική αντίληψη του και δη αν κάποιος αποκαλείται και διαφορετικά ή να εκδίδει πιστοποιητικό περί ταυτοπροσωπίας, αν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα τηρούμενα αρχεία του οικείου δήμου και εφόσον εκδόθηκαν πριν από τη δίκη με σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σ'αυτήν ορθά δεν εκτιμήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος-εκκαλούντος, πατέρας του Ι. Ν. του Σ. δεν κατέστη κύριος ούτε με βάση τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 ΑΚ), καθώς δεν προκύπτει από κανένα απολύτως έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος-εκκαλούντος ασκούσε πράξεις νομής και δη ότι καλλιεργούσε σε αυτό σιτηρά από το έτος 1944 έως το θάνατο του το έτος 1964.

Επομένως, η πρώτη κύρια βάση της αγωγής του ενάγοντος-εκκαλουντος περί απόκτησης κυριότητας επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Από την εκτίμηση όμως των καταθέσεων των δύο μαρτύρων του ενάγοντος-εκκαλούντος προκύπτει ότι ο ενάγων-εκκαλών ασκούσε πράξεις νομής στο συγκεκριμένο ακίνητο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι και κριθάρι.

Αντιθέτως, ο μάρτυρας των εφεσίβλητων δήλωσε ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος-προσθέτως παρεμβαίνων (μη διάδικος στην προκειμένη αναιρετική δίκη) άφηνε ακαλλιέργητο το επίδικο ακίνητο, καθώς έμενε μακριά και δεν τον συνέφερε να το καλλιεργεί. Το γεγονός δε ότι ο αγρός δεν καλλιεργούνταν από τον δεύτερο εφεσίβλητο-προσθέτως παρεμβαίνοντα και την οικογένεια του, από το έτος 1983 που περιήλθε σε αυτόν αναφέρεται και από τον ίδιο τόσο στις από 15-12-2010 νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και στις από 02-10-2011 νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Επιπρόσθετα, οι με αριθμούς 322/10-06-2008 και 7438/31-08-2010 βεβαιώσεις της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης ως προς τις δηλώσεις προς το ΟΣΔΕ (Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Επιδοτήσεων), τις οποίες εισφέρουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καταδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δηλώνονταν πέραν του ενάγοντος-εκκαλούντος και από διάφορα πρόσωπα αυθαίρετα ότι το καλλιεργούσαν, προκειμένου αυτοί να εισπράξουν τη χορηγούμενη επιδότηση χωρίς να προκύπτει, αν πράγματι εκαλλιεργείτο ή όχι από τους δηλούντες.

Για το λόγο αυτό οι εν λόγω δηλώσεις δεν αποτελούν ασφαλές αποδεικτικό μέσο, από το οποίο το Δικαστήριο δύναται να αποφανθεί επί του ζητήματος της κυριότητας του επιδίκου, το δε γεγονός ότι ο ενάγων-εκκαλών φέρεται να δήλωνε στην εν

λόγω υπηρεσία ότι καλλιεργούσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο από το έτος 1997 και μετέπειτα δεν σημαίνει ότι τα προηγούμενα έτη δεν το καλλιεργούσε και γενικότερα ότι δεν ασκούσε πράξεις νομής επ' αυτού. Επομένως, βάσει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την αντικειμενικά σωρευόμενη κύρια νομική βάση του ενάγοντος-εκκαλούντος περί απόκτησης κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και για το λόγο αυτό, αφού γίνει δεκτός και ο σχετικός λόγος έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή".

Περαιτέρω δικαστήριο δέχθηκε ως προς την παρεπόμενη αξίωση του ενάγοντος για την απόδοση των καρπών από το επίδικο αγροτικό ακίνητο, τα ακόλουθα: Η παρεπόμενη αξίωση του ενάγοντος-εκκαλούντος για απόδοση των ωφελημάτων του επιδίκου θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη για το διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2008, οπότε και ο ενάγων-εκκαλών ισχυρίζεται ότι απεβλήθη από τον εναγόμενο-πρώτο εφεσίβλητο, έως την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής, ήτοι την 05-03-2010, καθώς ο τελευταίος υπήρξε καλόπιστος ως προς την κτήση του επίδικου ακινήτου, το οποίο απέκτησε με το με αριθμό .../2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Φυλλίδας Παγώνας Δελέογλου (άρθρο 1100 ΑΚ).

Για τον ίδιο λόγο απορρίπτεται και το αίτημα του ενάγοντος-εκκαλούντος για την απόδοση της αξίας των εν λόγω ωφελημάτων για το ίδιο διάστημα. Για το δε διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα του ενάγοντος-εκκαλούντος και να επιδικαστεί σε αυτόν η αξία των συλλεκτέων καρπών, η οποία βάσει των καταθέσεων των μαρτύρων του ενάγοντος -εκκαλούντος προσδιορίζεται σε 200 χιλιόγραμμα/στρέμμα Χ 3.77 στρέμματα Χ 0,30 € εμπορική αξία ανά χιλιόγραμμο = 226,20 € ετησίως και συνολικά για τα τρία καλλιεργητικά έτη σε 226,20 € Χ 3 έτη = 678,60 ευρώ για όλο το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής (05-03-2010) και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στον παρόντα βαθμό (02-10-2012)".

Με βάση της παραπάνω παραδοχές το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της βάσης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία και ως προς ουσιαστική βασιμότητα κατά ένα μέρος του αιτήματος της απόδοσης των ωφελημάτων για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα, κατέληξε στην εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει καθ'ολοκληρίαν ως κατ'ουσίάν την αγωγή αυτήν και δικάζοντας την κατ'ουσίάν δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ'ουσίάν βάσιμη, όπως προαναφέρεται.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε (άρθρα 974. 1045, 1046, 1096 κι 1100 ΑΚ). Γι'αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 560αρ.1 ΚΠολΔ λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα των ανωτέρω.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ τέσσερις (4) λόγους αναίρεσης κατά απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, όπως είναι και η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, αντίστοιχος λόγος με εκείνο του αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης) δεν προβλέπεται.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 184/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών που εκδόθηκε σε έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ'αρ. 3/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ψυλλίδος προβάλλονται αιτιάσεις για το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Τέτοιος όμως λόγος όπως προαναφέρθηκε δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου οι εμπεριεχόμενες στον ίδιο ως άνω λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις που πλήττουν την εκτίμηση από το Πρωτοδικείο Σερρών των πραγματικών γεγονότων (ειδικότερα ως προς το ζήτημα ποία πρόσωπα ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου) είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.2.2013 αίτηση του Φ. Ζ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 184/2012 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείο Πολυμελούς πρωτοδικείου Σερρών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ