Legislator Case Law & Legislation
506/2010 AI generated

506/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 506/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Α. Των αναιρεσειουσών: 1. Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 2.Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των: 1. Παναγιώτη Μάζη, 2.Κωνσταντίνο Κεραμέα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3.Παναγιώτη Καρυτινό, ο οποίος ανακάλεσε την από 29 Οκτωβρίου 2009 δήλωση για παράσταση κατ'αρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσιβλήτου: της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ (ΕΣΕΒΕ) Α.Ε" και διακριτικό τίτλο "HELSCA ΑΕ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στέφανο Δεληκωστόπουλο, Λάμπρο Σινανιώτη και Κωνσταντίνο Κοκκίνη.

Legislator headnote

AI generated

506/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): III). Κατά το άρθρο 559 εδάφιο 1 ΚΠολΔικ. συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτουντων.

Keywords

AI generated
disproportionate sanction adversarial proceedings protection against illicit commercial practices repudiation international sanction anti-dumping and anti-subsidy measures
AI generated
1517/2013
Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.
1703/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
651/2010
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15812/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3034/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του και των από 3 Μαρτίου 2009 προσθέτων αυτής λόγων.. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο έβδομος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση καθώς και ο προτεινόμενος επίσης με την παρούσα έκθεση λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι (του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων).
514/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
326/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 506 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειουσών: 1. Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 2.Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των: 1. Παναγιώτη Μάζη, 2.Κωνσταντίνο Κεραμέα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3.Παναγιώτη Καρυτινό, ο οποίος ανακάλεσε την από 29 Οκτωβρίου 2009 δήλωση για παράσταση κατ'αρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσιβλήτου: της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ (ΕΣΕΒΕ) Α.Ε" και διακριτικό τίτλο "HELSCA ΑΕ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στέφανο Δεληκωστόπουλο, Λάμπρο Σινανιώτη και Κωνσταντίνο Κοκκίνη.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: της υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ (ΕΣΕΒΕ) Α.Ε" και διακριτικό τίτλο "HELSCA ΑΕ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στέφανο Δεληκωστόπουλο, Λάμπρο Σινανιώτη και Κωνσταντίνο Κοκκίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουαρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4283/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8310/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με στοιχεία Α. με την από 8 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους ως και ο αναιρεσείων με στοιχεία Β. με την από 27 Μαΐου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε τις από 13 Απριλίου 2009 εκθέσεις του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων με στοιχεία Α. ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος με στοιχεία Β. την παραδοχή της αιτήσεώς του , οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Οι από 8.2-2008 και 27.5.2008 αιτήσεις αναίρεσης, κατά της 8310/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει συνεκφωνησθείσες να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συναφείας (άρθρα 31 και 246 ΚΠολΔ).

II). Με την από 14.12.2000 αγωγή η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν σ' αυτήν, συνεπεία της εις βάρος της τελέσεως εκ μέρους των τελευταίων, των αναφερομένων στο δικόγραφο της αγωγής παρανόμων πράξεων, ως αποζημίωση α) το ποσό των 450.000.000 δρχ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία της τεχνογνωσίας, την οποία υπεξήγαγε ο πρώτος εναγόμενος, β) το ποσό των 414.255.827 δρχ, το οποίο αντιστοιχεί στην προμήθεια την οποία θα ελάμβανε η ενάγουσα, σύμφωνα με τους όρους της, μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσείουσας επί της από 8.2.2008 αιτήσεως αναιρέσεως, καταρτισθείσας από 26/3-2/4/1985 σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσώπευσης, την οποία (προμήθεια) και απώλεσε, συνεπεία των παρανόμων πράξεων των εναγομένων, γ) την αξία του απωλεσθέντος επενδεδυμένου κεφαλαίου ποσού 95.000.000 δρχ, το οποίο διατέθηκε για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά το έτος 1997, προκειμένου να ανταποκριθεί η ενάγουσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την πιο πάνω σύμβαση αντιπροσωπείας, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση -δ) το ποσό των 500.000.0000 δρχ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εις βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν τα υπό στοιχ. -α-, -γ - και -δ- κονδύλια της αγωγής, και στη συνέχεια, μετ' απόρριψη των περί αντιθέτου λόγων των εφέσεων των αναιρεσειόντων, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως προς το υπό στοιχ. -β- κονδύλιο αυτής και αναγνωρίσθηκε ότι οι αναιρεσείοντες υποχρεούνται, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσό των 394.466.562 δρχ ή 1.175.642 ευρώ, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

III). Κατά το άρθρο 559 εδάφιο 1 ΚΠολΔικ. συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτουντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ως και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάσθηκαν οι κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση κατά το άρθρο 559 εδάφιο 19 Κ.Πολ.Δικ., όταν το Εφετείο περιορίζεται απλά στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου να αναφερθεί στις ερμηνευτέες δηλώσεις βούλησης των μερών, γεγονός που καθιστά ανεπαρκή τη θεμελίωση της κρίσης στην οποία κατέληξε σε σχέση με την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία και ανάγκη άρα συμπλήρωσης ή ερμηνείας της όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868, 869 Κ,Πολ.Δ. συνάγεται ότι στη συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία διακρίνεται από τη βασική σύμβαση, από την οποία προέκυψε η διαφορά, μπορούν με συμφωνία να υπαχθούν οι αξιώσεις που γεννώνται αμέσως από τη σύμβαση, είτε ανάγονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, είτε στην ερμηνεία των συμβάσεων.

Στη διαιτητική συμφωνία υπάγονται επίσης διαφορές από αδικοπραξία που αφορούν είτε αποζημίωση προς αποκατάσταση υλικών ζημιών, είτε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού και αυτές μπορούν να αποτελέσουν, κατ' άρθρο 867 Κ,Πολ.Δ., αντικείμενο διαιτησίας, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο διαπιστώσει κενό ή ασάφεια σχετικά με τις περιεχόμενες στη διαιτητική συμφωνία διαφορές οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των ως άνω άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να κριθεί αν η συγκεκριμένη διαφορά έχει υπαχθεί στη διαιτησία ( Α.Π. 8/1996 -ΟΛ -Α.Π.1481/1977 -ΟΛ-, Α.Π. 877/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: " Την 2/4/1985 συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας, (ήδη αναιρεσίβλητης) και της δεύτερης εναγομένης, και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας επί της από 8.2.2008 αιτήσεως αναιρέσεως), σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, της δεύτερης εναγομένης από την ενάγουσα.

Με τη σύμβαση αυτή είχε προβλεφθεί ότι η δεύτερη εναγομένη διορίζει την ενάγουσα αποκλειστική της αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, για την πώληση προϊόντων πυρομαχικών κατασκευαζόμενων από τη δεύτερη εναγομένη. Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα υποσχέθηκε να αντιπροσωπεύει τη δεύτερη εναγομένη επί προμήθεια σε πωλήσεις προϊόντων και σε πωλήσεις αδειών για την κατασκευή προϊόντων πυρομαχικών, κατασκευαστικών σχεδίων της δεύτερης εναγομένης (προϊόντα συμπαραγωγής).

Η συμφωνία προμήθειας θα είχε εφαρμογή μόνο σε πωλήσεις προϊόντων πυρομαχικών στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις και στα ελληνικά εργοστάσια υλικού πολέμου. Η δεύτερη εναγομένη με βάση τη σύμβαση αυτή μπορούσε να προβαίνει σε απ' ευθείας πωλήσεις στην Ελλάδα, ενώ η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίζει για τα συμφέροντα αυτής με τη δέουσα επιμέλεια και να προωθεί με αποτελεσματικό τρόπο την πώληση των πυρομαχικών της.

Αυτό υποσχέθηκε ότι θα το πραγματοποιούσε μέσω συνεχών επαφών με υποψήφιους πελάτες της, με το να δίνει πληροφοριακά στοιχεία για τις δραστηριότητες, τα συστήματα και τον εξοπλισμό της δεύτερης εναγομένης, δημιουργώντας μόνιμη και αποτελεσματική βάση για την πώληση των προϊόντων της. Απαγορεύθηκε δε, στη ενάγουσα να εμπλακεί σε δραστηριότητες ανταγωνιστικής κατασκευής ή πωλήσεων, ή να διορίζει υποαντιπροσώπους, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της (δεύτερης εναγομένης).

Ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της ενάγουσας συμφωνήθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη θα καταβάλει σ' αυτήν προμήθεια επί των πωλήσεων των προϊόντων πυρομαχικών για τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, υπολογιζόμενη με βάση τη συμβατική αξία κάθε χωριστής συνολικής πώλησης και ανερχόμενη σε ποσοστό 5%, όταν το συνολικό τίμημα δεν υπερβαίνει τις 50.000.000 σουηδικές κορώνες, σε ποσοστό 3% για τίμημα που θα υπερβαίνει τις 50.000.000 σουηδικές κορώνες, αλλά δεν θα υπερβαίνει τις 100.000.000 σουηδικές κορώνες και σε ποσοστό 1,5% για τίμημα που θα υπερβαίνει τις 100.000.000 σουηδικές κορώνες.

Οι συμβαλλόμενες στη σύμβαση αυτή ενάγουσα και δεύτερη εναγομένη συμφώνησαν μ' αυτήν την έγγραφη σύμβαση ότι θα προσπαθούν να διευθετούν οποιεσδήποτε διαφορές και παρεξηγήσεις σε φιλική βάση και αν η προσπάθεια αυτή αποτύχει, όλες οι διαφορές που προκύπτουν σε σχέση με την παρούσα σύμβαση θα επιλύονται οριστικώς με βάση τους κανόνες συμβιβασμού, διαιτησία του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου από ένα ή περισσότερους διαιτητές διοριζόμενους σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες...

Οι διαιτητικές διαδικασίες θα λαμβάνουν χώρα στο ... και θα διεξάγονται στην αγγλική γλώσσα. Επίσης συμφώνησαν με την ίδια σύμβαση ότι αυτή θα διέπεται από τη νομοθεσία της ... ...". Από το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω έγγραφης σύμβασης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ερμηνευόμενη κατά τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, και από όλα τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι κατά την αληθή βούληση των πιο πάνω συμβαλλομένων σ' αυτήν δεν έχουν υπαχθεί στη διεθνή διαιτησία και οι διαφορές από αδικοπραξία, αλλά έχουν υπαχθεί μόνον οι διαφορές από την παραβίαση των ενδοσυμβατικών υποχρεώσεων. (Βλ.

και υπ. αρ. 11.5 όρο της σύμβασης " Όλες οι διαφορές που προκύπτουν σε σχέση με την παρούσα σύμβαση θα επιλύονται οριστικώς με ...διαιτησία..."). Με τις σκέψεις δε αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων για έλλειψη, συνεπεία της υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, για την εκδίκαση της από 14-12-2000 αγωγής, με την οποία η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν σ' αυτήν συνέπεια της τελέσεως εις βάρος της εκ μέρους των εναγομένων αδικοπραξίας τα προαναφερόμενα ποσά των 450.000.000, 414.255.827, 95.000.000 και 500.000.000 δρχ.

Με τις παραπάνω παραδοχές του, συμπληρωμένες με τις κατωτέρω εκτιθέμενες συναφείς, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 867, 868, 869 Κ.Πολ.Δ και 173, 200 του ΑΚ, καθ' όσον το πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια που θέτουν οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, οι οποίοι επιτάσσουν την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων υπό το πρίσμα των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Ειδικότερα οι αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε συναλλασσόμενος, καθώς και οι σύμφωνες με αυτές συνήθειες των συναλλαγών, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κρινόμενη διαφορά μεταξύ της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και της δεύτερης εναγομένης - πρώτης αναιρεσείουσας επί της από 8-2-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, αφορώσα κατ' ουσίαν αμφισβήτηση των διαδίκων σχετικά με την εκτέλεση της συμβάσεως εκ μέρους του τρίτου (Ελληνικού Δημοσίου) την κατά βάση αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή της προμήθειας της εκ της μεταξύ των ως άνω διαδίκων υφισταμένης συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως, καθώς και τον παραμερισμό από την πρώτη αναιρεσείουσα - δεύτερη εναγομένη, κατά παράβαση των σχετικών όρων της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως.

Εν προκειμένω, της ενάγουσας, μέσω και μιας άκαιρης, άνευ σπουδαίου λόγου, καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης αντιπροσωπείας, υπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική βάση με την οποία η ενάγουσα επιχειρεί να θεμελιώσει την δια της κρινόμενης αγωγής αξίωσή της (διατάξεις από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ) στην περί διαιτησίας συμφωνίας τους. Πράγματι, εν προκειμένω, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, τα ίδια κατ' ουσίαν περιστατικά συνιστούν ταυτόχρονα τόσο παράβαση της σύμβασης όσο και αδικοπραξία εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας - δεύτερης εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου και έτσι συμπλέκονται άρρηκτα, με αδιάσπαστη εσωτερική συνάφεια, οι δύο αυτές αγωγικές βάσεις, με δεδομένο ακόμη ότι για την υπαγωγή μελλουσών διαφορών στη διαιτησία αρκεί η μνεία σε έγγραφη γενική ρήτρα της έννομης σχέσεως από την οποία θα πηγάσουν οι διαφορές αυτές όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς ο προτεινόμενος, από την πρώτη αναιρεσείουσα, πρώτος λόγος της από 8-2-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθ. 1 και όχι από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. IV). Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, ή οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (Α.Π. 1/1987 ΟΛ, Α.Π 1316/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της από 8.2.2008 αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν με την ένδικη αγωγή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγχρόνως κατά παράβαση του άρθ. 216 ΚΠΔ, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ίδια αγωγή (άρθ. 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠΔ) και ειδικότερα δέχθηκε ότι α) η δεύτερη αναιρεσείουσα ευθύνεται σε ολόκληρο, μετά της πρώτης, προς αποζημίωση της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, χωρίς να εκτίθενται στην αγωγή εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την εξ' αδικοπραξίας ευθύνη αυτής (δεύτερης αναιρεσείουσας) και β) ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε εκτέλεση της αναφερομένης στην ένδικη αγωγή συμβάσεως πωλήσεως - παραγωγής βλημάτων πυροβολικού, ενώ το τελευταίο αυτό στοιχείο δεν περιελαμβάνετο στο δικόγραφο της αγωγής.

Οι ως άνω όμως λόγοι, αναφερόμενοι σε αοριστία της ένδικης αγωγής, την οποία το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ως ορισμένη, είναι απαράδεκτοι, γιατί, παρά τα αντίθετα από τις αναιρεσείουσες υποστηριζόμενα, από το δικόγραφο της εφέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας, ως και τις ενώπιον του Εφετείου ουσίας υποβληθείσες προτάσεις αμφοτέρων, δεν προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός για αοριστία του δικογράφου της αγωγής προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας από αυτές.

V). Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ" την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Εξάλλου, για να υπάρξει αδικοπραξία, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ., άρα και υποχρέωση, εκείνου που προξένησε την τυχόν ζημία, να αποζημιώσει τον παθόντα, προϋποτίθεται η ζημία να προκλήθηκε παρά το νόμο (άρθρο 914 Α.Κ) ή από συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 Α.Κ), από πράξη ή παράλειψη του δράστη (υπαιτίου) και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.

Η ζημία είναι παράνομη όταν, με τήν πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου, προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου η οποία παραβιάσθηκε, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών, και συνακόλουθα της αντίθετης προς αυτά συμπεριφοράς, λαμβάνονται υπόψη οι ιδέες που, κατά τη γενική αντίληψη του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή και πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, άλλως κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο επήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη πού έγινε.

Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπό ανταγωνισμού γινόμενη πράξη, που αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας.

Ακόμη κατά την παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2190/1920 απαγορεύεται στους συμβούλους που συμμετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνέλευσης για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται σε κάποιον από τους σκοπούς που επιδιώκει η εταιρεία και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου σε περίπτωση παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως η εταιρεία δικαιούται αποζημίωση.

Τέλος κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών -μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξαρτήτους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού - οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ 2) -εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεων του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Η αξίωση δε επί της προμήθειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 παρ. 2 του ιδίου π.δ/τος, γεννάται όταν ο τρίτος έχει εκτελέσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση ή θα έπρεπε να τις έχει εκτελέσει εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε προβεί στην απαραίτητη σύμπραξη, για την ολοκλήρωση της σύμβασης. Κατά 5ε την παρ. 1 του ιδίου ως άνω άρθρου δεν μπορούν να είναι αντιπρόσωποι τα πρόσωπα τα οποία υπό την ιδιότητα του οργάνου έχουν την εξουσία να δεσμεύουν μία εταιρεία ή ένωση προσώπων.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε περαιτέρω ανέλεγκτα τα ακόλουθα περιστατικά: "Η ενάγουσα έχει ως αντικείμενο εργασιών της την εμπορία συστημάτων και υλικών άμυνας. Ο πρώτος εναγόμενος ήταν μέχρι την 20/10/1997 ο γενικός διευθυντής της, με αρμοδιότητες διαπραγμάτευσης με τρίτους και σύναψης προκαταρκτικών συμφωνιών...Η δεύτερη εναγομένη έχει ως αντικείμενο εργασιών της, την παραγωγή και εμπορία συστημάτων και υλικών άμυνας, είναι δε, θυγατρική της τρίτης εναγομένης, η οποία ελέγχει τη διοίκηση και διαχείρισή της και επιβάλλει τη δικαιοπρακτική βούλησή της.

Την 2/4/1985 συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, της δεύτερης εναγομένης από την ενάγουσα. Με τη σύμβαση αυτή είχε προβλεφθεί ότι η δεύτερη εναγομένη διορίζει την ενάγουσα αποκλειστική της αντιπρόσωπο πωλήσεων στην Ελλάδα, για την πώληση προϊόντων πυρομαχικών...

Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα υποσχέθηκε να αντιπροσωπεύει τη δεύτερη εναγομένη επί προμήθεια σε πωλήσεις προϊόντων και σε πωλήσεις αδειών για την κατασκευή προϊόντων πυρομαχικών, κατασκευαστικών σχεδίων της δεύτερης εναγομένης (προϊόντα συμπαραγωγής). Η συμφωνία προμήθειας θα είχε εφαρμογή μόνο σε πωλήσεις προϊόντων πυρομαχικών στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις και στα ελληνικά εργοστάσια υλικού πολέμου.

Η δεύτερη εναγομένη με βάση τη σύμβαση αυτή μπορούσε να προβαίνει σε απ' ευθείας πωλήσεις στην Ελλάδα, ενώ η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να φροντίζει για τα συμφέροντα αυτής με τη δέουσα επιμέλεια και να προωθεί με αποτελεσματικό τρόπο την πώληση των πυρομαχικών της. Αυτό υποσχέθηκε ότι θα το πραγματοποιούσε μέσω συνεχών επαφών με υποψήφιους πελάτες της, με το να δίνει πληροφοριακά στοιχεία για τις δραστηριότητες..., δημιουργώντας μόνιμη και αποτελεσματική βάση για την πώληση των προϊόντων της.

Απαγορεύθηκε δε, στη ενάγουσα να εμπλακεί σε δραστηριότητες ανταγωνιστικής κατασκευής ή πωλήσεων, ή να διορίζει υποαντιπροσώπους, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της (δεύτερης εναγομένης}. Επίσης, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να συλλέγει στοιχεία για την ανάπτυξη, γενικά της άμυνας στην Ελλάδα ....

και να προωθεί από τα πυρομαχικά κατασκευής της, τα προϊόντα τα οποία θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τις υπηρεσίες άμυνας, να υποβάλλει προτάσεις για νέα προϊόντα.... να προσπαθεί να διατηρεί επαφές με την εγχώριες βιομηχανίες άμυνας, προκειμένου να τηρεί την αντιπροσωπευόμενη δεύτερη εναγόμενη ενήμερη για τις εν γένει εξελίξεις στο χώρο..., να προγραμματίζει και προτείνει κατάλληλες παρουσιάσεις των προϊόντων πυρομαχικών, να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες όταν αποφασιζόταν ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν επιδείξεις...., να τηρεί τη δεύτερη εναγόμενη ενήμερη για την πρόοδο που πραγματοποιείται σε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα, να εξασφαλίζει το ότι η δεύτερη εναγόμενη θα λάμβανε αιτήσεις για πωλήσεις πυρομαχικών, ...

να τηρεί αυτήν ενήμερη σχετικά με την επεξεργασία των γενομένων προτάσεων από τις αρμόδιες υπηρεσίες, να έχει σταθερή και μόνιμη ροή πληροφόρησης σχετικά με τις ανάγκες της αγοράς και τις προκηρυσσόμενες προμήθειες σχετικού υλικού και σχετικών ειδών, να υποβάλει προσφορές, να διεξάγει διαπραγματεύσεις προς πώληση προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό της, όλα αυτά δε, μέσω υποβολής ανά τρίμηνο εκθέσεων έρευνας αγοράς.

Αντιστοίχως με τη συμφωνία αυτή ή δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει στην ενάγουσα όλες τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις για τα προς πώληση πυρομαχικά, να την υποστηρίζει όσο το δυνατό περισσότερο στις δραστηριότητες της προώθησης πωλήσεων, να θέτει στη διάθεσή της δωρεάν διαφημιστικά φυλλάδια, περιγραφές, σχέδια, να την ενημερώνει το συντομότερο δυνατό για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση που θα μπορούσε να αναμένεται και να τηρεί την ενάγουσα (αντιπρόσωπο) καλά ενημερωμένη για την απ' ευθείας ανταλλασσόμενη αλληλογραφία και τις πραγματοποιούμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτής και των αγοραστών.

Με τον τρόπο αυτό η δεύτερη εναγόμενη διατήρησε για τον εαυτό της το δικαίωμα να πραγματοποιεί στην Ελλάδα απ' ευθείας επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις με τη συμμετοχή όμως της ενάγουσας. Ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της ενάγουσας συμφωνήθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη θα καταβάλει σ' αυτήν προμήθεια επί των πωλήσεων των προϊόντων πυρομαχικών για τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, υπολογιζόμενη με βάση τη συμβατική αξία κάθε χωριστής συνολικής πώλησης και ανερχόμενη σε ποσοστό 5%, όταν το συνολικό τίμημα δεν υπερβαίνει τις 50.000.000 σουηδικές κορώνες, σε ποσοστό 3% για τίμημα που θα υπερβαίνει τις 50.000.000 σουηδικές κορώνες, αλλά δεν θα υπερβαίνει τις 100.000.000 σουηδικές κορώνες και σε ποσοστό 1,5% για τίμημα που θα υπερβαίνει τις 100.000.000 σουηδικές κορώνες.

Συμφωνήθηκε ακόμη ότι η προμήθεια θα καταβαλλόταν .... χωρίς καθυστέρηση όταν η δεύτερη εναγομένη θα εισέπραττε τις πληρωμές από τον πελάτη και κατ' αναλογία προς αυτές, καθώς και ότι οι υποχρεώσεις που βαρύνουν την ενάγουσα, δεν θα θεωρούνταν ως εκπληρωθείσες μέχρις ότου οι συμβατικές παραδόσεις ολοκληρώνονταν και εξοφλούνταν πλήρως.

Γι' αυτό εξάλλου προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση που η σύμβαση αντιπροσώπευσης έπαυε να ισχύει για οποιαδήποτε αιτία, η απαίτηση για προμήθεια θα ελαττωνόταν μέχρις ενός ποσού που θα αντιστοιχούσε σε ποσοστό 50% της όλης ανεξόφλητης προμήθειας. Όσον αφορά δε, προμήθειες που προέκυψαν από συμβάσεις αδείας, οι οποίες θα εισπράττονταν ακόμα από τη δεύτερη εναγομένη για χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της σύμβασης αντιπροσώπευσης η ενάγουσα αντιπρόσωπος θα δικαιούνταν μόνο προμήθεια επί πληρωμών εισπραττομένων από τη δεύτερη εναγόμενη επί μία διετία από τη λήξη της σύμβασης.

Προβλέφθηκε δε, ειδικά ότι αν η σύμβαση ακυρωθεί από τη δεύτερη εναγόμενη λόγω οποιασδήποτε μείζονος παραβίασης αυτής από την ενάγουσα, αντιπρόσωπο, η τελευταία δεν θα δικαιούται οποιασδήποτε ανεξόφλητης προμήθειας επί παραδόσεων προϊόντων πυρομαχικών εργοστασιακών μονάδων ή οποιασδήποτε περαιτέρω προμήθειας που προκύπτει από συμβάσεις αδείας.

Η διάρκεια της σύμβασης προβλέφθηκε για μια διετία από τη σύναψη και μετά από αυτήν παρατεινόταν αυτοδικαίως για διαδοχικές περιόδους ενός έτους, εκτός εάν λυνόταν με έγγραφη ειδοποίηση, επιδιδόμενη τουλάχιστον έξι (6) μήνες από τη λήξη κάθε αντίστοιχης περιόδου. Επίσης προβλέφθηκε ειδικά ότι αν η ενάγουσα αντιπρόσωπος καταστεί αφερέγγυα, εισέλθει στη διαδικασία εκκαθάρισης ή πτώχευσης ή παραβεί τη σύμβαση, η δεύτερη εναγομένη αντιπροσωπευόμενη θα έχει το δικαίωμα να προβεί σε λύση της σύμβασης αμέσως με έγγραφη ειδοποίηση, χωρίς να υποχρεούται να καταβάλει τις ανεξόφλητες προμήθειες κατά τα προαναφερόμενα.

Η σύμβαση αντιπροσώπευσης συμφωνήθηκε να μην είναι εκχωρήσιμη, πλην κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τους παραπάνω όρους και συμφωνίες της σύμβασης, σε εκτέλεση αυτής, η ενάγουσα εργάστηκε με αποτελεσματικότητα και συνέπεια μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 1998. Στη διάρκεια αυτή κατόρθωσε να εισάγει τη δεύτερη εναγόμενη στην ελληνική αγορά όπλων, να καταστήσει αυτή γνωστή στους αρμόδιους κύκλους υπηρεσιών και προσώπων και να επιτελέσει με τον επιτυχέστερο και αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του αποκλειστικού αντιπροσώπου.

Η αντιπροσώπευση της δεύτερης εναγομένης κατέληξε να είναι το κύριο αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και ως εκ τούτου προσάρμοσε τη δομή, τη λειτουργία και τη στελέχωση της κυρίως στις ανάγκες της αντιπροσώπευσης της δεύτερης εναγομένης. Κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1997 είχε διαπιστωθεί κάμψη των οικονομικών μεγεθών της ενάγουσας και διενεργήθηκε διαχειριστικός έλεγχος από ορκωτό λογιστή, στον οποίο διαπιστώθηκε ότι από την 30/6/1995 ως τη διενέργεια του ελέγχου οι αμοιβές του πρώτου εναγομένου ανέρχονταν σε 34.902.893 δραχμές

Στο ποσό δε αυτό ανέρχονταν διότι ο πρώτος εναγόμενος αύξησε μονομερώς τις αποδοχές του κατά ποσοστό 73,5% και επιβάρυνε έτσι με τη συμπεριφορά του αυτή το ταμείο της ενάγουσας κατά το ποσό των 15.316,243 δραχμών....Επίσης ο πρώτος εναγόμενος χρέωνε την ενάγουσα με έξοδα χωρίς σχετικές αποδείξεις. Όταν ο πρώτος εναγόμενος πληροφορήθηκε τα αποτελέσματα του ελέγχου ορκωτού λογιστή απεχώρησε από την ενάγουσα για περισσότερες από δέκα (10) ημέρες.

Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο πρώτος εναγόμενος φεύγοντας συναποκόμισε και όλους τους φακέλλους των εταιρικών υποθέσεων της και την περιεχόμενη σ' αυτούς τεχνογνωσία της ενάγουσας στην προώθηση συστημάτων άμυνας, την αποκλειστικότητα και μυστικότητα της οποίας ματαίωσε μαζί με τις λοιπές εναγόμενες, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης της, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του....

Η ενάγουσα από το έτος 1997 είχε επαφές με την Ελληνική Βιομηχανία Όπλων (Ε.Β.Ο.) και τον ελληνικό στρατό, προκειμένου ο τελευταίος να προμηθευτεί μεγάλη ποσότητα βλημάτων τύπου 84ΜΜ ΗΕΑΤ 551, κατασκευής της δεύτερης εναγομένης για εκτοξευτήρες τύπου "ΟΒΓΙ Ο....Β..", του ίδιου διαμετρήματος (84ΓΠΓΤΙ). Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο απλώς για σύμβαση πώλησης, αλλά και για σύμβαση συμπαραγωγής των παραπάνω βλημάτων.

Στο τέλος του έτους 1997 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι αναμενόταν αναδιάρθρωση του δικτύου πώλησης της δεύτερης εναγομένης, η οποία πλέον ανήκε στον όμιλο της τρίτης εναγομένης. Ενώ είχαν συμβεί αυτά και είχε καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του πρώτου εναγομένου, η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι οι εκπρόσωποι της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων είχαν πραγματοποιήσει, χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της ενάγουσας, διαπραγματεύσεις την 21/1/1998 με τον Ελληνικό Στρατό πώληση των παραπάνω βλημάτων, ενώ τούτο απαγορευόταν από τη σύμβαση αντιπροσώπευσης και ότι στις διαπραγματεύσεις.

αυτές παρίστατο ο πρώτος εναγόμενος ως εκπρόσωπος αυτών. Στη συνέχεια η, ενάγουσα θεώρησε τότε ότι οι εναγόμενες (Β' + Γ') αγνοούσαν την απόλυση του πρώτου εναγομένου και τις ενημέρωσε εγγράφως διαμαρτυρόμενη με την από 29/1/1998 επιστολή της δηλώνοντας ότι έλαβε γνώση για τη συνάντηση αυτή, η οποία κατά παράβαση των συμφωνηθέντων έγινε εν απουσία αντιπροσώπου της και ότι ο πρώτος εναγόμενος που παρίστατο σ' αυτήν ως εκπρόσωπος της, είχε ήδη απολυθεί από αυτήν (ενάγουσα).

Σε απάντηση της επιστολής αυτής η τρίτη εναγομένη (μάλλον εννοείται η δεύτερη) απέστειλε την από 2/3/1998 επιστολή της στην οποία δήλωσε ότι όσον αφορά την παραπάνω πώληση θα προέβαινε εκείνη σε απευθείας διαπραγματεύσεις χωρίς την ανάμειξη της ενάγουσας και ότι θα τηρήσει τη συμφωνία της όσον αφορά στην οφειλόμενη στην ενάγουσα προμήθεια.

Ήδη δε, από τη Γενική Δ/νση Εξοπλισμών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας είχε από την 26/2/1998 συνταχθεί έγγραφο για την αγορά-συμπαραγωγή των παραπάνω βλημάτων για το χρονικό διάστημα από 1998 έως 2001 για ποσότητα περίπου 25.000 τμχ ή όσων θα προέκυπταν εντός του προβλεπόμενου συνολικού χρηματικού ποσού 11.000.000.000 δραχμών (το σύνολο της σχετικής πίστωσης μετά την αφαίρεση κόστους προμήθειας 5.000 έτοιμων βλημάτων).

Το έγγραφο αυτό με αποδέκτη τη δεύτερη εναγομένη, ήταν η θετική απάντηση της παραπάνω υπηρεσίας στην πρόταση της δεύτερης εναγομένης για τη σύναψη σχετικής συμβάσεως με απ' ευθείας ανάθεση στη δεύτερη εναγομένη (5000 ετοιμοπαράδοτα Α/Τ Πυρ/κων ΗΕΑΤ τύπου Μ551 για εκτοξευτήρες CARL Gustaf διαμετρήματος 84 mm) ως μοναδικής κατασκευάστριας και λόγω του επείγοντος της προμήθειας καθώς και με απ' ευθείας ανάθεση στην ΕΒΟ, ως μοναδικής στην Ελλάδα κατασκευάστριας των υπό προμήθεια πυρομαχικών και ως κρατικής επιχείρησης με συμμετοχή του ελληνικού δημοσίου κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 50%.

Την 19/3/1998 οι εναγόμενες (Β+ Γ), αν και είχαν ενημερωθεί σχετικά με την απόλυση του πρώτου εναγομένου από την ενάγουσα, εν τούτοις πραγματοποίησαν τη συνέχεια των παραπάνω διαπραγματεύσεων με τον Ελληνικό Στρατό και την ΕΒΟ για την αγορά των παραπάνω βλημάτων, στις οποίες παρίστατο και πάλιν ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της δεύτερης εναγομένης, ο πρώτος εναγόμενος και για δικό του λογαριασμό και δικό του όφελος ως προς τις δικαιούμενες προμήθειες.

Ο αντίθετος ισχυρισμός των εναγομένων (Β' + Γ') ότι ο πρώτος εναγόμενος παρίστατο ως διερμηνέας χωρίς αμοιβή έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Στις διαπραγματεύσεις αυτές επιλύθηκαν διαφορές που εκκρεμούσαν όσον αφορά την παραπάνω πώληση-συμπαραγωγή. Συγκεκριμένα επιτεύχθηκε η τιμή πώλησης για τα έτοιμα παραδοτέα βλήματα, για τα οποία συμφωνήθηκε ότι αυτή ανερχόταν συνολικά σε 4.380 τεμάχια προς 10.764 σουηδικές κορώνες έκαστο, με συμφωνημένη την ισοτιμία της σουηδικής κορώνας σε 40 δραχμές, ήτοι συνολικά 10.764 σουηδικές κορώνες Χ 40 δραχμές / κορώνα = 430.560 δραχμές ανά βλήμα Χ 4.380 βλήματα = 1.885.852.800 δραχμές.

Την 2/4/1998 συνήλθε η ολομέλεια της αρμόδιας επιτροπής του ΓΕΣ και των εκπροσώπων της ΕΒΟ, σχετικά με την αποδοχή ή όχι της προτεινόμενης παραπάνω σύμβασης της πώλησης συμπαραγωγής βλημάτων. Κατά τις διαπραγματεύσεις συζητήθηκε και συμφωνήθηκε το πρόγραμμα συμπαραγωγής και προβλέφθηκε ότι τα 3.000 τεμάχια από τα βλήματα συμπαραγωγής θα είχαν ΕΠΑ (εγχώρια προστιθέμενη αξία) 19%, τα επόμενα 10.300 τεμάχια θα είχαν ΕΠΑ 28% και τα υπόλοιπα, ο αριθμός των οποίων θα προέκυπτε από το υπόλοιπο της διαθέσιμης πίστωσης, θα είχαν ΕΠΑ 41%.

Πρέπει να σημειωθεί ότι από τη συνολική αρχική πίστωση των 11.000.000.000 δραχμών, είχε ήδη δαπανηθεί μέρος του ποσού για την αγορά ετοίμων βλημάτων. Καθορίστηκε δε, το τίμημα για κάθε βλήμα σε 515.000 δραχμές / τεμάχιο - 19% Χ 3.000 τεμάχια = 1.251.450.000 δραχμές + (515.000 δραχμές / τεμάχιο -28%Χ 10.300 τεμάχια=) 3.819.240.000 δραχμές = 5.070.690.000 δραχμές.

Στις ίδιες διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ την ημερομηνία κατά την οποία θα υπογραφόταν αυτή και από τα δύο μέρη καθώς και με την υπογραφή 1) της σύμβασης αντισταθμιστικών οφελημάτων 2) της σύμβασης δανείου και υλοποίησης της σύμβασης δανειοδότησης, ως και με την κατάθεση από τον υποκατασκευαστή (...), δεύτερη εναγομένη εγγυητικής επιστολής ισόποσης της χρηματικής αξίας της προκαταβολής, που αντιστοιχεί στη ...

για την εκάστοτε περίοδο παραδόσεων και με την καταβολή της προκαταβολής στον προμηθευτή. Για τα βλήματα συμπαραγωγής προβλέφθηκε ότι τα πρώτα (3.000 με ΕΠΑ 19%) θα παραδίδονται εντός εννέα (9) μηνών από την ενεργοποίηση της σύμβασης κατά τα προαναφερόμενα. Τα επόμενα 1.600 με ΕΠΑ 28% εντός ένδεκα (11) μηνών από την ενεργοποίηση της σύμβασης, τα άλλα 5.000 με ΕΠΑ 28%, εντός δεκαπέντε (15) μηνών από την ενεργοποίηση της σύμβασης και τα 3700 με ΕΠΑ 28% εντός είκοσι ενός μηνός από την ενεργοποίηση της σύμβασης.

Συνολικά βλήματα συμπαραγωγής πρώτης περιόδου παραδόσεων 3-000 + 1.600 +5.000 + 3.700 - 13.300. Ο ακριβής αριθμός των βλημάτων συμπαραγωγής δεύτερης περιόδου παραδόσεων συμφωνήθηκε να προσδιοριστεί με βάση του υπολοίπου της διατιθέμενης πίστωσης και της τιμής που θα διαμορφωθεί με εφαρμογή του συγκεκριμένου τύπου αναπροσαρμογής που συμφωνήθηκε και αναφέρεται στην παράγραφο 2.

στ του πιο πάνω από 1 και 2 Απριλίου 1998 πρακτικού διαπραγματεύσεων για την προμήθεια αντιαρματικών βλημάτων CARL GUSTAV 84 ΜΜ ΗΕΑΤ 551. Η χρονική διάρκεια προμήθειας των παραπάνω βλημάτων συμφωνήθηκε να είναι 21 μήνες από τη θέση σε ισχύ της σύμβασης μέχρι και την παράδοση του πιο πάνω αριθμού των 13.300 τεμαχίων, η δε συνολική χρονική διάρκεια της συμφωνήθηκε να εκτιμηθεί βάσει του υπολογισμού της διάρκειας της δεύτερης περιόδου παραδόσεων.

Σε κάθε περίπτωση η ΕΒΟ δεσμεύτηκε να παραδώσει τον αριθμό βλημάτων που θα προκύψει για τη δεύτερη περίοδο με ΕΠΑ 41% εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη της δεύτερης περιόδου παραδόσεων (23ος μήνας), ήτοι ολοκλήρωση των παραδόσεων των πυρομαχικών της συμβάσεως το αργότερο εντός είκοσι επτά (27) μηνών από τη θέση σε ισχύ της σύμβασης (ενεργοποίηση της σύμβασης).

Ενώ συνέβαιναν αυτά χωρίς η ενάγουσα να έχει ενημερωθεί, ενόψει της ανησυχίας της από το γεγονός ότι ή δεύτερη εναγόμενη ανήκε στον όμιλο επιχειρήσεων της τρίτης εναγομένης και επίκειτο αναδιάρθρωση του συστήματος πωλήσεων της, η ενάγουσα ζήτησε από τη δεύτερη εναγομένη να ενημερωθεί για το νέο τρόπο συνεργασίας τους.

Η δεύτερη εναγομένη τότε απέστειλε την από 27/5/1998 επιστολή της στην ενάγουσα με την οποία ζήτησε να ερευνήσει και να την ενημερώσει για την πιθανότητα πώλησης στην Ελλάδα ενός συστήματος υποβρύχιας σήμανσης, παραγωγής της. Η ενάγουσα ενώ εξακολουθούσε να έχει την εντύπωση ότι η συνεργασία της με τη δεύτερη εναγομένη συνεχιζόταν κανονικά, απέστειλε σ' αυτήν την από 4/9/1998 επιστολή της, με την οποία ζήτησε να αποσαφηνισθεί η μελλοντική συνεργασία τους.

Αντί άλλης απάντησης η τρίτη εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 22/9/1998 επιστολή με την οποία πληροφορούσε την τελευταία ότι όμιλος επιχειρήσεων της, μεταξύ των οποίων και η δεύτερη εναγομένη, ήδη αντιπροσωπευόταν στην Ελλάδα από τρεις άλλες ελληνικές εταιρείες και ότι μείωσε τον αριθμό των αντιπροσώπων της και λυπάται που η ενάγουσα δεν επελέγη να είναι ο μελλοντικός συνεργάτης της.

Επίσης με την επιστολή αυτή ευχαριστούσε την ενάγουσα για την εργασία που εκτέλεσε στη διάρκεια ετών, εσωκλείοντας και επιστολή λύσης της σύμβασης αντιπροσώπευσης σε ένα πρωτότυπο και ένα αντίγραφο, το οποίο ζήτησε να υπογράψει η ενάγουσα και να το αποστείλει στη δεύτερη εναγομένη (...) για επιβεβαίωση της λύσης της σύμβασης αντιπροσώπευσης.

Στη δε εσώκλειστη πιο πάνω από 14/9/1998 επιστολή λύσης της σύμβασης αντιπροσώπευσης αναφερόταν ότι σύμφωνα με τον όρο 10.1 της σύμβασης, η λύση θα επηρχετο μετά εξάμηνο και επομένως η σύμβαση θα ήταν ενεργός έως την 2-4-1999. Η επιστολή αυτή ήταν υπογεγραμμένη από το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης ..., σε επιστολόχαρτο της...

Ο αντίθετος ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα διότι έγινε μόνον από την τρίτη εναγομένη, η οποία δεν υπήρξε αντισυμβαλλόμενη στη σύμβαση αντιπροσωπείας και δεν είχε εξουσία καταγγελίας, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, διότι η καταγγελία έγινε και από τη δεύτερη εναγομένη με την πιο πάνω εσώκλειστη επιστολή της δεύτερης εναγομένης- Συνακόλουθα και ο σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί...Από την 23/5/1997 η ενάγουσα με απόφαση του ΔΣ της είχε αποφασίσει να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση την 30/6/1997, προκειμένου αυτή να λυθεί και να τεθεί σε εκκαθάριση, καθώς και να παραιτηθεί από την επωνυμία της και το διακριτικό τίτλο της, διοριστούν δε, εκκαθαριστές.

Η γενική συνέλευση της ενάγουσας συγκλήθηκε την 30/6/1998 και αποφάσισε τη λύση της εταιρείας, τη θέση αυτής σε εκκαθάριση και διόρισε εκκαθαριστές τον ..., τον ... και τον ... (Βλ, 7550/ 24-9-1998 ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ). Με την από 19/1/2000 απόφαση της γενικής συνέλευσης της ενάγουσας αντικαταστάθηκαν οι αρχικώς διορισθέντες εκκαθαριστές από τον ..., ...

και τον .... Πριν τα γεγονότα αυτά οι μέτοχοι της ενάγουσας είχαν συστήσει από τον Μάιο του έτους 1997 την εταιρεία με την επωνυμία "Χ-Α.Μ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σκοπό όμοιο με το σκοπό της ενάγουσας, στην οποία νέα εταιρεία είχαν πρόθεση να μεταφέρουν τη δραστηριότητα της αντιπροσώπευσης της δεύτερης εναγομένης.

Η τελευταία όταν πληροφορήθηκε όλα αυτά, δηλαδή τη λύση της ενάγουσας και την έναρξη της εκκαθάρισης αυτής καθώς και ότι είχε ήδη συσταθεί νέα εταιρεία με συναφή σκοπό, απέστειλε στην ενάγουσα την από 8/11/1999 εξώδικη δήλωση της, με την οποία διαμαρτυρόταν για το γεγονός ότι δεν είχε ενημερωθεί γι' αυτά και δήλωνε ότι σύμφωνα με το άρθρο 10.2 της παραπάνω σύμβασης αντιπροσωπείας, εφόσον η ενάγουσα αντιπρόσωπος είχε τεθεί σε εκκαθάριση (30/6/98), είχε λυθεί και η σύμβαση αντιπροσωπείας από 30/6/1998 και όχι από 2/4/1999 καθώς και ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό, έστω και αν της όφειλε κατ' εκείνο το χρόνο.

Την 2/11/1999 καταρτίστηκαν στην Αθήνα οι εξής συμβάσεις: 1) Μεταξύ του Ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της δεύτερης εναγομένης η υπ' αρ. 03ΙΑ/99 σύμβαση για την προμήθεια 4.380 βλημάτων ΗΕΑΤ-Μ 551, 84 ΜΜ παραγωγής της δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με τους παραπάνω όρους και συμφωνίες, ήτοι 1080 τεμαχίων παραγωγής Μαΐου 1996 και 3.300 τεμαχίων παραγωγής Ιουνίου 1997 αντί τιμήματος 41.828.998 σουηδικών κορόνων (4.380 τεμάχια Χ 9.550 σουηδικές κορόνες), παραδοτέων εντός τριών (3) μηνών από την ημεροχρονολογία ενεργοποίησης της σύμβασης.

Από το τίμημα αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί ποσοστό 19% εντός ενός (1) μηνός από την υπογραφή της συμβάσεως, ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσοστό 81% να καταβληθεί μετά την οριστική παραλαβή των βλημάτων και όχι αργότερα από τριάντα (30) ημέρες από την έκδοση του πρωτοκόλλου οριστικής ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής και την έκδοση πιστοποιητικού ελέγχου και λοιπών δικαιολογητικών προβλεπομένων στο άρθρο 4 της σύμβασης. 2) Η υπ' αρ. 032Α/99 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της ΕΒΟ για την προμήθεια 13.300 και πλέον βλημάτων του παραπάνω τύπου, συμπαραγωγής της δεύτερης εναγομένης και της ΕΒΟ, συνολικής αξίας 9.340.000.000 δραχμών (το υπόλοιπο της αρχικής πίστωσης των 11.000.000.000 δραχμών), τα οποία θα παραδίδονται κατά το προαναφερόμενο χρονοδιάγραμμα (εντός 9, 11, 15 και 21 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης).

Την πρώτη περίοδο παραδόσεων συμφωνήθηκε να παραδοθούν 13.300 τεμάχια και για τη δεύτερη περίοδο παραδόσεων συμφωνήθηκε η ποσότητα να υπολογιστεί με βάση το υπόλοιπο της πίστωσης των 9,34 δις δραχμών και την τιμή μονάδος που θα προκύψει με την εφαρμογή του τύπου αναπροσαρμογής τιμών που συμφωνήθηκε. Το τίμημα προμήθειας ενός βλήματος για την πρώτη περίοδο παραδόσεων συμφωνήθηκε σε 505.000 δραχμές, υποκείμενο σε αναπροσαρμογή για τη δεύτερη περίοδο παραδόσεων σύμφωνα με το συμφωνημένο τύπο αναπροσαρμογής τιμών.

Η καταβολή του τιμήματος την πρώτη περίοδο παραδόσεων (13.300 τεμάχια) συμφωνήθηκε να γίνει με την πληρωμή προκαταβολής 5.029.476.396 δραχμών εντός τριάντα (30) ημερών από την προσκόμιση εκ μέρους της ΕΒΟ των σχετικών παραστατικών (σύμβαση για τα αντισταθμιστικά οφέλη μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του ΥΠΕΘΑ/Γ.ΔΕ, σύμβαση δανείου χρηματοδότησης από το Υπουργείο Οικονομικών, κατάθεση εγγυητικής επιστολής της δεύτερης εναγομένης) και με καταβολή του υπολοίπου εντός τριάντα (30) ημερών από την παράδοση των βλημάτων και την έκδοση του σχετικού τιμολογίου και των πρωτοκόλλων ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής.

Η καταβολή του τιμήματος για τη δεύτερη περίοδο παραδόσεων (υπόλοιπη ποσότητα) συμφωνήθηκε να γίνει με την πληρωμή προκαταβολής 1.227.837.352 δραχμών πριν έξι (6) μήνες από τη έναρξη αυτής της περιόδου, υπό την προϋπόθεση της παραδόσεως 9.600 τεμαχίων από 13.300 τεμάχια της πρώτης περιόδου παραδόσεων και με καταβολή του υπολοίπου εντός τριάντα (30) ημερών από την παράδοση των βλημάτων και την έκδοση σχετικού τιμολογίου και των πρωτοκόλλων ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής.

Ο πρώτος εναγόμενος κατά την αποχώρηση του από την ενάγουσα, πράγματι εκμεταλλεύτηκε για δικό του όφελος κατ' επάγγελμα, με σκοπό ανταγωνισμού της ενάγουσας τα εμπορικά της απόρρητα και απόρρητα οργανώσεως της επιχειρήσεως της, όλες τις γνωριμίες της, προσώπων, υπηρεσιών και παραγόντων, οι οποίοι εμπλέκονται στους τομείς της πώλησης και προώθησης συστημάτων άμυνας, καθώς και τον τρόπο οργάνωσής της και τις μεθόδους προώθησης αυτού του επιχειρηματικού αντικειμένου, τον τρόπο διαμόρφωσης των προσφορών της προμήθειας υλικών, ώστε αυτές να είναι διαπραγματεύσιμες, τον τρόπο προβολής της, καθώς και τη γνώση των αναγκών της ελληνικής αγοράς όπλων.

Κατόπιν έθεσε αυτά στη διάθεση της δεύτερης εναγομένης και της τρίτης εναγομένης, με τις οποίες ήρθε σε επικοινωνία και οι οποίες, εν γνώσει τους, τον απέσπασαν από την ενάγουσα και στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκαν τη λύση της συμβάσεως εργασίας με την ενάγουσα αθεμίτως για να γνωρίσουν από αυτόν τα εμπορικά της απόρρητα και τα απόρρητα οργανώσεως της επιχειρήσεως της, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις, χωρίς την παρουσία της ενάγουσας, μετέστρεψαν τη βούληση του να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις που υπήγοντο στους σκοπούς της ενάγουσας εταιρείας, για δικό του λογαριασμό και τον χρησιμοποίησαν κατά τις παραπάνω διαπραγματεύσεις εντός του έτους 1998, όχι ως διερμηνέα τους, αλλά ως αντιπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης και ως είναι επόμενο και ως αντιπρόσωπο κατ' ουσίαν και της τρίτης εναγομένης, μητρικής εταιρείας της δεύτερης εναγομένης, διαπραγματευόμενης και δια άλλου εκπροσώπου της, από κοινού μετά της δεύτερης εναγομένης θυγατρικής της εταιρείας, ενώ οι διαπραγματεύσεις για την προώθηση πωλήσεων των βλημάτων Μ551 ΗΕΑΤ, 84 ΜΜ "CARL GUSTAF" στην ελληνική αγορά, είχαν αρχίσει από την ενάγουσα ήδη από την αρχή του έτους 1997 τουλάχιστον, πριν λυθεί η σύμβαση εργασίας του πρώτου εναγομένου.

Συμμετείχε σε συζητήσεις όσο ήταν ακόμη διευθύνων σύμβουλος της ΧΕΛΣΚΑ .... Η γνώση της δεύτερης εναγομένης αλλά και της τρίτης εναγομένης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ είχαν ενημερωθεί για την απόλυση του πρώτου εναγομένου, εν τούτοις εξακολούθησαν να τον απασχολούν στις πιο πάνω διαπραγματεύσεις αποκρύπτοντας τούτο από την ενάγουσα κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών σε μια ευθεία προσπάθεια παράκαμψης της νόμιμης αντιπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, ενάγουσας, και σε μια προσπάθεια αποφυγής της καταβολής στην ενάγουσα αντιπρόσωπο της νόμιμης οφειλομένης προμήθειας.

Η ένσταση της τρίτης εναγομένης, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Συνακόλουθα και ο σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Η σύμβαση αντιπροσώπευσης μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης καταγγέλθηκε από τη δεύτερη εναγομένη αλλά και από την τρίτη εναγομένη.

Η καταγγελία από την τρίτη εναγομένη είναι άκυρη διότι αυτή δεν ήταν συμβαλλόμενη στη σύμβαση αντιπροσωπείας και δεν είχε εξουσία να την καταγγείλει. Έτσι αυτή η καταγγελία δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα, ούτε τη λύση αυτής της σύμβασης. Αλλά και η καταγγελία της δεύτερης εναγομένης υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, χωρίς υπαιτιότητα της αντιπροσώπου ενάγουσας, είναι καταχρηστική, εναντίον στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη (άρθρο 281ΑΚ) και ως εκ τούτου άκυρη (άρθρα 178 και 180 ΑΚ) και δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα, ούτε τη λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας.

Ο αντίθετος ισχυρισμός της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων ότι η καταγγελία έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους και δεν έγινε για λόγους αποφυγής της καταβολής προμήθειας στην ενάγουσα, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Ο σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας με τον οποίο παραπονείται γιατί η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η καταγγελία ήταν έγκυρη, και επέφερε τη λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας την 2/4/ 1999 πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Η λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας δεν επήλθε ούτε την 2/4/1999 ούτε την 30/6/1998 που λύθηκε η ενάγουσα και τέθηκε σε εκκαθάριση. Ο αντίθετος ισχυρισμός της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων ότι με το πιο πάνω από 8/11/1999 εξώδικο έγγραφό τους που επέδωσαν στην υπό εκκαθάριση εταιρεία την 15/11/1999 θεωρούν ότι η μεταξύ τους σύμβαση αντιπροσωπείας έχει λυθεί από το χρόνο που ετέθη η ενάγουσα εταιρεία σε εκκαθάριση ήτοι από 30/6/1998, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η βούληση περί λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας (15/11/1999) αναφέρεται στο μέλλον και όχι αναδρομικά (30/6/1998).

Ο σχετικός λόγος της έφεσης της δεύτερης εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω το γεγονός ότι πράγματι η ενάγουσα σκόπευε να παραχωρήσει την αντιπροσώπευση της δεύτερης εναγομένης στη νεοσυσταθείσα εταιρεία με την επωνυμία "ΧΑΜ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία άλλαξε επωνυμία σε "Ο - ΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΦΕΚ 11449/15-12-2000 Τ.

ΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ), λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση (ΦΕΚ 1192/23-2-2005 Τ. ΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ) και διεγράφη από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (ΦΕΚ 10489/27-9-2006), οπότε έκτοτε από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης διαγραφής στο ΦΕΚ έπαυσε και η νομική προσωπικότητα της ΑΕ, δεν αποτελεί αντισυμβατική της συμπεριφορά απέναντι στη δεύτερη εναγομένη.

Τούτο δε, γιατί ναι μεν είχε ρητά συμφωνηθεί στη σύμβαση αντιπροσωπείας ότι αποκλειόταν η μονομερής εκχώρηση της αντιπροσώπευσης, αλλά όμως αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να συμφωνήσουν στην ανάθεση της αντιπροσώπευσης της δεύτερης εναγομένης στην παραπάνω εταιρεία, αν προέκυπτε ότι μια τέτοια κίνηση θα ήταν επιχειρηματικά αποτελεσματική για την ενάγουσα και τη δεύτερη εναγομένη.

Η ενάγουσα από την πιο πάνω παράνομη, αποκλειστικά υπαίτια αθεμίτως ανταγωνιστική, αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ζημία συνισταμένη στην απώλεια του ποσού της προμήθειας από την πραγματοποιηθείσα πώληση των παραπάνω βλημάτων, η οποία υπολογιζόμενη σύμφωνα με όσα είχαν προβλεφθεί στη σύμβαση αντιπροσωπείας ανέρχεται στο ποσό των 394.466.562 δραχμών....

Ο σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος για το πιο πάνω ποσό ζημίας 394.466.562 δραχμών. Ο αντίθετος ισχυρισμός της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων ότι η ενάγουσα δεν υπέστη ζημία, λόγω λύσεως της συμβάσεως αντιπροσωπείας την 30- 6 -1998 άλλως την 2-4-1999 και λόγω του ότι δεν δικαιούται προμήθεια από σύμβαση που υπογράφηκε το Νοέμβριο του έτους 1999, άλλως δικαιούται να λάβει 50% της προμήθειας, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Συνακόλουθα και ο σχετικός λόγος της έφεσης της δεύτερης εναγομένης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω παράνομης υπαίτιας και ζημιογόνου συμπεριφοράς των εναγομένων η ενάγουσα λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση (30-6-1998) και υφίσταται μόνον για τις ανάγκες τις εκκαθάρισης. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για την πίστη της στην αγορά, ούτε για την καλή της φήμη και την επαγγελματική της υπόληψη ή το όνομα της, από το οποίο είχε παραιτηθεί κατά τα προαναφερόμενα από 30/6/ 1997 ούτε για το εμπορικό της μέλλον, το οποίο είχε ήδη παύσει να υφίσταται.

Το αιτούμενο κονδύλιο 500.000.000 δραχμών για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν". Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε επιδικάσει σ' αυτήν το ποσό των 344,155,95 ευρώ, και, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου λόγους των εφέσεων των αναιρεσειόντων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες υποχρεούνται, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλλουν στην ενάγουσα, κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό του 1.175.642 ευρώ, χωρίς, ως όφειλε, να αιτιολογεί εάν ο τρίτος, δηλ.

το Ελληνικό Δημόσιο, έχει εκτελέσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προαναφερόμενες συμβάσεις πωλήσεως - συμπαραγωγής βλημάτων ή θα έπρεπε να τις έχει εκτελέσει, γιατί οι αναιρεσείουσες είχαν προβεί στην απαραίτητη σύμπραξη για την ολοκλήρωση της σύμβασης, ήτοι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος της εις βάρος της ενάγουσας προκλήσεως ζημίας, συνισταμένης στην απώλεια του ποσού της προμήθειας από την πραγματοποιηθείσα πώληση των παραπάνω βλημάτων, που αποτελεί και την προϋπόθεση της καταβολής αποζημιώσεως στην ενάγουσα.

Ειδικότερα δε, ενώ δέχεται το Εφετείο, ότι η μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της δεύτερης εναγομένης - πρώτης αναιρεσείουσας καταρτισθείσα σύμβαση πωλήσεως βλημάτων συμφωνήθηκε ότι θα τεθεί σε ισχύ την ημερομηνία κατά την οποία θα υπογραφόταν αυτή και από τα δύο μέρη, καθώς και με την υπογραφή 1) της σύμβασης αντισταθμιστικών οφειλημάτων 2) της σύμβασης δανείου και υλοποίησης της σύμβασης δανειοδότησης, ως και με την κατάθεση από τον υποκατασκευαστή (...), δεύτερη εναγομένη εγγυητικής επιστολής ισόποσης της χρηματικής αξίας της προκαταβολής, που αντιστοιχεί στη ...

για την εκάστοτε περίοδο παραδόσεων και με την καταβολή της προκαταβολής στον προμηθευτή, δεν παραθέτει τον χρόνο θέσεως σε ισχύ της συμβάσεως, δι' αναφοράς του χρόνου προσκομίσεως των σχετικών παραστατικών για την κατάρτιση της σύμβασης για τα αντισταθμιστικά οφέλη μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του ΥΠΕΘΑ/Γ.ΔΕ, του χρόνου καταρτίσεως της συμβάσεως δανείου χρηματοδοτήσεως από το Υπουργείο Οικονομικών, ως και του χρόνου καταθέσεως της εγγυητικής επιστολής της δεύτερης εναγομένης και της καταβολής του υπολοίπου εντός τριάντα (30) ημερών από την παράδοση των βλημάτων και την έκδοση του σχετικού τιμολογίου και των πρωτοκόλλων ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής, αφού από της ολοκληρώσεως των διαδικασιών αυτών και την πλήρη εξόφληση του τιμήματος η ενάγουσα είχε δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή προμήθειας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ/τος 219/1991, αλλά και τη συμφωνία των εν λόγω διαδίκων.

Επίσης ενώ δέχεται το Εφετείο, κατ' αρχήν, ότι ο Ψ (πρώτος εναγόμενος - αναιρεσείων επί της από 27.5.2008 αναιρέσεως) ενήργησε αθεμίτως ως αντιπρόσωπος των αναιρεσειουσών - εναγομένων για την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, στη συνέπεια δέχεται ότι αυτός ενήργησε ως εκπρόσωπος των αναιρεσειουσών, συνεπεία δε των αιτιολογιών αυτών δεν προκύπτει τι ακριβώς δέχθηκε το Εφετείο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να ελεγχθεί εάν εφήρμοσε σωστά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενόψει και του γεγονότος ότι το Εφετείο δέχεται περαιτέρω αφενός μεν ότι ο αναιρεσείων Ψ έπαυσε να έχει την ιδιότητα διευθυντή της αναιρεσίβλητης από 20-10-1997, λόγω της απόλυσής του από αυτήν, αφ' ετέρου δε ότι δεν αποκλείσθηκε το δικαίωμα της δεύτερης εναγομένης να πραγματοποιεί στην Ελλάδα απ' ευθείας διαπραγματεύσεις, ευθυνόμενη στην περίπτωση αυτή συμβατικά για την καταβολή προμήθειας,και ακόμη ότι η αντισυμβαλλόμενη εναγόμενη εταιρεία απέστειλε την από 2-3-1998 επιστολή της, προς την ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη δια της οποίας είχε δηλώσει σε αυτήν ρητώς και αποδέχθηκε, ότι ως προς τις επίμαχες συμβάσεις με το Ελληνικό Δημόσιο θα προέβαινε εκείνη σε διαπραγματεύσεις απ' ευθείας (όπως είχε δικαίωμα από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση, με βάση τις σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης) χωρίς την ανάμειξη της ενάγουσας, και, ότι, ως εκ τούτου, θα τηρήσει της συμφωνία τους (από την αντίστοιχη σύμβαση), όσον αφορά την οφειλόμενη στην ενάγουσα συμβατική προμήθεια.

Εξάλλου το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εξ' αδικοπραξίας ευθύνη της δεύτερης αναιρεσείουσας την οποία θεωρεί ως λογικό επακόλουθο της ιδιότητας αυτής ως μητρικής εταιρείας της πρώτης από αυτές, συνάγουσα το συμπέρασμα αυτό εκ του ότι ο Ψ ενήργησε ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, κατά τις διαπραγματεύσεις, και ως "είναι επόμενο και ως αντιπρόσωπος κατ' ουσίαν και της τρίτης εναγομένης μητρικής εταιρείας της δεύτερης εναγομένης ...", όπως επίσης και ως προς την συμβολή της ενάγουσας για την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, δοθέντος ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν παρατίθενται, συγκεκριμένες διαμεσολαβητικές παρεμβάσεις αυτής σε συγκεκριμένες υπηρεσίες και πρόσωπα, κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1997 μέχρι του Σεπτεμβρίου του έτους 1998, αλλά γίνεται μία αόριστη αναφορά στο ότι η ενάγουσα κατόρθωσε να καταστήσει τη δεύτερη εναγομένη γνωστή στην ελληνική αγορά όπλων, να καταστήσει αυτή γνωστή στους αρμοδίους κύκλους υπηρεσιών και προσώπων και να επιτελέσει με τον επιτυχέστερο και αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του αποκλειστικού αντιπροσώπου, αλλά ούτε και αναφέρεται το φυσικό πρόσωπο το οποίο, ως νόμιμος εκπρόσωπος, διενήργησε τις πιο πάνω διαπραγματεύσεις, δοθέντος ότι το Εφετείο δέχεται ότι με την από 30.6.1997 απόφαση της γενικής συνελεύσεως της η ενάγουσα λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση και οι μέτοχοι αυτής είχαν συστήσει από του μηνός Μαΐου 1997 νέα εταιρεία, με σκοπό όμοιο με αυτόν της ενάγουσας.

Εν όψει όμως τούτων το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης σε σχέση με τα άνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε ως εκ τούτου στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και έβδομος, λόγοι της από 8.2.2008 αιτήσεως των εναγομένων αναιρεσειούσων εταιρειών, ως και ο σχετικός λόγος της από 27.5.2008 αιτήσεως αναιρέσεως του εναγομένου αναιρεσείοντος Ψ.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνουν δεκτές οι αναιρέσεις να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 8310/2007 απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αναιρέσεις.

Αναιρεί την 8310/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ, για την πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών επί της από 8-2-2008 αιτήσεως, ως και στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, για τον αναιρεσείοντα επί της από 27-5-2008 αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ