Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing party and substantive grounds for inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to postpone the hearing due to lack of legal representation and subsequently rejected the appeal itself. The appellant failed to appear at the hearing, and the court found the appeal arguments regarding document interpretation and lack of reasoning inadmissible under specific procedural rules. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 280(2), 573(1), 575, 576, 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Code of Civil Procedure applies to cassation proceedings by reference; failure to appear without valid postponement request results in default judgment; arguments challenging factual evaluation or document interpretation are inadmissible as they concern matters not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 506 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Παναγιώτη Γιαννακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "Άσυλο Ανιάτων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Φιλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, λόγω ελλείψεως νομιμοποίησης. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-1983 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9662/1995 μη οριστική, 3082/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6796/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 11-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, η διάταξη του άρθρου άρθρ.280 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, καίτοι δεν αναφέρεται στις διατάξεις που παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ.
δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του γεγονότος ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ. προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 ΚΠολΔ),ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (576 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά την προσδιορισμένη δικάσιμο της υπόθεσης ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την στην αρχή αναφερόμενη δικάσιμο (3-12-2008), ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Παναγιώτη Γιαννακόπουλο, ο οποίος παραστάθηκε μόνον για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης, η οποία δεν έγινε δεκτή από αυτό και, επομένως, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε.
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ...., προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επέσπευσε ο απολειπόμενος αυτός διάδικος(αναιρεσείων) , με επίδοση, ύστερα από σχετική παραγγελία του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου του, προς το αναιρεσίβλητο, ακριβούς αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης με τις υπάρχουσες σ' αυτήν πράξεις, κατάθεσης και ορισμού δικασίμου αυτής την 20-9-2006, από την οποία αναβλήθηκε αυτή για την ως άνω δικάσιμο(3-12-2008), και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν.
Πρέπει, συνεπώς, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρών και ο διάδικος αυτός. Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγους έφεσης.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός .Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος και το συναφή προς αυτόν πέμπτο λόγο, δεύτερο μέρος, από τον αριθ.8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ως πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε βάσιμη την ένδικη από 22-3-1983 διεκδικητική ακινήτων αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους θεμελιωτικούς της ανωτέρω ένστασης του εναγομένου ισχυρισμούς αυτού, ότι από τα επίδικα ακίνητα, α) το υπό τον αριθμό ...
αγροτεμάχιο του πίνακα και διαγράμματος της απαλλοτρίωσης ήταν πραγματικά έλος, όπως είχε χαρακτηρισθεί από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεως μείζονος έκτασης στην περιοχή, το οποίο αποξήρανε ο πατέρας του αναιρεσείοντος, με επιχωματώσεις, αποστραγγιστικό χάνδακα, φύτευση καλαμιών για να απορροφούν τα ύδατα, και καλλιεργούσε αρχικά προς την παρυφή του παρακείμενου λοφίσκου με αριθ....
και στη συνέχεια το υπόλοιπο από το 1923, β) ότι εντός του γεωτεμάχιου αυτού είχε ανεγείρει, ο πατέρας του αναιρεσείοντος, από τη δεκαετία 1930 κτίσματα τα οποία στη συνέχεια συντήρησε ο αναιρεσείων, μετά το 1950 που του παρεχώρησε το ακίνητο, και ότι είχε κατασκευάσει πηγάδι από το οποίο αντλούσε νερό, αρχικά με την χρησιμοποίηση ζώου, μετά με την χρησιμοποίηση πετρελαιοκίνητης μηχανής που τοποθέτησε και από το 1963 με ηλεκτρικό ρεύμα που υπάρχει και σήμερα και χρησιμοποιείται, για πότισμα των κηπευτικών ειδών που καλλιεργούσε, γ) ότι στο πέραν του χάνδακα γεωτεμάχιο ανατολικομεσημβρινώς είχε περιβόλι η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Φ1, η οποία βρισκόταν εκεί και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη νομή και κατοχή του ακινήτου από τον αναιρεσείοντα και τον δικαιοπάροχο πατέρα του, δ) ότι τα με αριθ....
και ... γεωτεμάχια είναι λοφίσκοι, ένθεν και ένθεν του ανωτέρω ακινήτου, μη δεκτικοί καλλιέργειας παρά μόνο για βόσκηση ζώων και προμήθεια ξύλων, νεμόταν δε τους λοφίσκους αυτούς ο δικαιοπάροχος πατέρας του, που μόνο αυτός είχε ζώα, και στη συνέχεια ο αναιρεσείων και ο αδελφός του, οι οποίοι αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης του ...
γεωτεμαχίου, το οποίο είναι το εναπομείναν τμήμα μετά την απαλλοτρίωση για την κατασκευή της παραλιακής οδού ...., με την 1073/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατ' αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο, το Ν1 (κληρονόμο-βαρυμένο με καταπίστευμα) της Φ1 και ε) ότι στο ...γεωτεμάχιο υπήρχαν κτίσματα, τα οποία χρησιμοποιούσε η οικογένεια του αναιρεσείοντος και μετά το 1950 ο ίδιος, ως εξοχική κατοικία, αποθήκες δημητριακών, σταύλους ζώων, σε ένα δε σημείο κατασκεύασαν αλώνι και πάνω σ' αυτό λειτούργησε στη 10ετία του 1960 το θερινό κέντρο διασκέδασης ...
για αρκετά χρόνια, το οποίο εκμισθώθηκε από τον αναιρεσείοντα και ήταν ορατό από την παραλιακή οδό και την γύρω περιοχή, η δε, ανωτέρω, Φ1 και μετέπειτα ο Ν1 διέμεναν σε μικρή απόσταση, έβλεπαν καθημερινώς το καλοκαίρι όλα τα ανωτέρω και ουδέποτε εναντιώθηκαν. Από την πληττόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, στο ανωτέρω πόρισμα του κατέληξε αφού δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα, περιήλθαν κατά κυριότητα στην Φ1 από κληρονομία του κατά το έτος 1866 αποβιώσαντος πατέρα της και κυρίου αυτών, δυνάμει της ...
δημόσιας διαθήκη του, ενώπιον του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, έκτοτε δε εκείνη ασκούσε τις αναφερόμενες στην απόφαση διακατοχικές πράξεις επ' αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έως και το θάνατό της, στις 16-8-1957, οπότε, δυνάμει της ...δημόσιας διαθήκης της, ενώπιον του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, περιήλθαν αυτά κατά κυριότητα στον ανεψιό της Ν1 που επίσης τα νεμόταν έως και τον θάνατό του στις 8-9-1966, μετά δε στο αναιρεσίβλητο, που ορίσθηκε κληροδόχος της Φ1 με την ως άνω διαθήκη της, το οποίο επίσης νεμόταν τα ακίνητα μέχρι το έτος 1981, οπότε τα κατέβαλε ο εκκαλών, του οποίου δεν αποδείχθηκε νομή χρησικτησίας επ' αυτών .Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του εναγομένου, τους οποίους και απέρριψε, ως αβάσιμους εκ του πράγματος, Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Επειδή, για να είναι παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β του ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται, δηλαδή το σφάλμα της απόφασης ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης, να προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι αυτό έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου όμως η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης όπως λάβει υπόψη αυτήν, να ιδρύσει τον από το αρθ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής , από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2ΚΠολΔ..
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έταξε αποδείξεις επί των στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενων, με στοιχεία α-δ, ισχυρισμών του εναγομένου, ενώ με τον πέμπτο λόγο , πρώτο μέρος, όπως αυτός εκτιμήθηκε, από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, ψέγεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι δεν έλαβε υπόψη ομολογία του ενάγοντος για την ύπαρξη των επίσης στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενων κτισμάτων στο με αριθμ. ...
τμήμα ακινήτου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο πρώτος εξ αυτών, καθώς και η επικαλούμενη με το δεύτερο ομολογία, προτάθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού τούτου μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δε δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τα άρθρα 344, 355, 411, 529 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργηση του πρώτου και την αντικατάσταση του τελευταίου με τα άρθρα 14 παρ.1 και 16 παρ.5 του Ν.2915/29-5-2001, συνάγεται ότι στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται η διενέργεια αυτοψίας και η εξέταση νέων μαρτύρων το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθεί υπόψη σχετικό αίτημα του διαδίκου ή αυτό απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε αίτημα του αναιρεσείοντος για συμπλήρωση των αποδείξεων, με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας καθώς και με την εξέταση ενός ακόμη μάρτυρα, είναι, απαράδεκτος.
Επίσης, είναι απαράδεκτος, ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αιτημάτων του αναιρεσείοντος, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι δικονομικές και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.16 περ.α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η απόφαση από την οποία έγινε δεκτή η ύπαρξη δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν από την εκδοθείσα στη δίκη εκείνη απόφαση , οι παραδοχές του Εφετείου που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ζήτημα της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν σε δίκη μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του Ελληνικού Δημοσίου στην οποία δεν συμμετείχε ο αναιρεσείων.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι αποφάσεις από τις οποίες έγινε δεκτή η ύπαρξη δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν με τις αποφάσεις αυτές, καθώς και οι παραδοχές του Εφετείου που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο γίνεται επίκληση και αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι για έλλειψη στο αναιρετήριο αντίστοιχου πραγματικού. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα .Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά πρέπει να διαλαμβάνει το ζήτημα ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, υφίσταται ανεπάρκεια ή αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης καθώς και τα επί πλέον στοιχεία που έπρεπε να αναφέρονται για την επάρκειά τους ή πού έγκειται η αντίφαση και από ποία αντίθετα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, με την παραδοχή ότι αυτό περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μ' επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια και τα αναφερόμενα στο πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι α) την με αριθμ πρωτο....
βεβαίωση της τότε Κοινότητας ...., β) το απόσπασμα διαγράμματος και πίνακα διανομής του έτους 1931, που συντάχθηκε βάσει των γενόμενων απαλλοτριώσεων του έτους 1927, γ) την με αριθμ. 1073/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δ) την τεχνική έκθεση του μηχανικού ....
Συνεπώς, κατά το πρώτο αυτό μέρος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογίας ή για ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της, ως προς συγκεκριμένο ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει αιτιολογία ή υφίσταται ανεπάρκεια αιτιολογίας, ούτε προσδιορίζεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της απόφασης, και ποία αναγκαία στοιχεία λείπουν από αυτές. Ο αυτός τέταρτος λόγος, αναίρεσης, τρίτο μέρος, με τον οποίο, κατά την γενόμενη εκτίμησή του, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, με το να μη δεχθεί τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι απέκτησε κυριότητα επί των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ γιατί παρερμήνευσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη εγγράφων, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την κρίση του δικαστηρίου περί την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων που είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Γ Ι Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2004 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 6796/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ