Legislator Case Law & Legislation
506/2006 AI generated

506/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 506/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

506/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 506 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμέτο, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου για τους 1ο, 17η, 26ο και 27ο των αναιρεσιβλήτων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Γ. Μ., κατοίκου ..., έως και 29) Γ. Ζ. Μ., Γ. Τ., Α. Μ., Α. Μ., Ε. Φ. και Ε. Ζ. ως κληρονόμων των 6 αναφερομένων υπό τον αριθμό 29 του Ζ. Γ. Μ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κωσταντόπουλο, πλην του 1ου, 8ου, 17ης, 20ης, 25ου, 26ου, 27ου και 28ου που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Σεπτεμβρίου 1988 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43 ΤΠ/1994 μη οριστική,1 ΤΠ/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2000 μη οριστική, 140/2004 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Ιουλίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 11-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 60895/30-11-05, 6086/30-11-05, 6093/30.11.05 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ... κατά της υπ' αριθ. 1994/30-11-05 τέτοιας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Νάξου ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού της στην αρχή της παρούσας αναφερόμενης δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής επιδόθηκε στους όγδοο, εικοστό, εικοστό πέμπτο και εικοστό όγδοο αναιρεσίβλητους νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο κατά την ποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Ως προς τους πρώτο, δέκατο έβδομο, εικοστό έκτο και εικοστό έβδομο αναιρεσιβλήτους που και αυτοί είναι απόντες εχώρησε νομότυπη παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δυνάμει του προσκομιζόμενου πληρεξουσίου εγγράφου.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πρώτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ τους οποίους το Εφετείο δεν εφάρμοσε για να διαγνώσει την θέληση των συμβαλλομένων στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μεταβιβαστικά των επίδικων ακινήτων συμβόλαια σχετικά με τον τρόπο περιγραφής αυτών η οποία γίνεται σ' αυτά καθ' όρια και κατ' έκταση, όπως αυτό δέχεται.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει ότι το Εφετείο διέγνωσε κενό η αμφίβολα σημεία στη βούληση των συμβαλλομένων επί του ανωτέρω ζητήματος. Ο ίδιος λόγος, μέρος δεύτερο, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος της πώλησης και του επιδίκου ακινήτου στον ήδη αναιρεσείοντα εναγόμενο με τα προσκομιζόμενα με επίκληση αγοραπωλητήρια συμβόλαια, αφού δεν προσδιορίζεται το εμβαδό των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν σ' αυτόν με επαρκείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη ότι το Εφετείο διέλαβε σε εκείνη σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες επί του ως άνω ουσιώδους ζητήματος, δεχόμενο ότι τα μεταβιβασθέντα στον εναγόμενο από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Α. Μ. τρία τμήματα με το ακίνητο αυτού έχουν έκταση τρία περίπου στρέμματα το πρώτο, ένα στρέμμα το δεύτερο και ένα επίσης στρέμμα το τρίτο, και όρια σαφή τα οποία αναφέρονται στην απόφαση.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.1β' ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών και όχι όταν η παράβαση αυτών λαμβάνει χώρα κατά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και γενικότερα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ μέρους του Εφετείου παράβαση του διδάγματος της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο μόνο ο καλής πίστεως νομέας πραγματοποιεί επωφελείς δαπάνες στο ακίνητο που νέμεται, όχι δε και ο κακής πίστεως, αφού γνωρίζει ότι δεν θα του αποδοθούν καθόσον το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων πραγματοποίησε στο επίδικο ακίνητο και επωφελείς δαπάνες, εν τούτοις δέχθηκε ότι παρά ταύτα αυτός ήταν κακής πίστεως νομέας και συνεπώς δεν απέκτησε το επίδικο με τακτική χρησικτησία, όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παράβαση του ως άνω διδάγματος κοινής πείρας αφορά την εκτίμησή των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και ειδικότερα τον αριθ. 1041 και 1042 ΑΚ, ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο. Άλλωστε ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού δεν υπάρχει τέτοιο δίδαγμα κοινής πείρας.

Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ.10 εδ.β' ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς να διατάξεις απόδειξη και ειδικότερα έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι το επίδικο δεν εμπίπτει στον τίτλο κτήσης που επικαλείται ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων και απέρριψε την ένσταση του περί ιδίας κυριότητας σ' αυτό, αφού το σχετικό θέμα, που ορίσθηκε με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στον διορισμένο από εκείνο πραγματογνώμονα, ήταν ελλιπές, διότι δεν προσδιόριζε το κριτήριο, με βάση το οποίο εκείνος θα αποφαινόταν ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους τίτλους κτήσης του εναγομένου, αν δηλαδή θα κρινόταν αυτό με βάση την καθ' όρια ή την κατ' έκταση περιγραφή του επιδίκου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος αφού δεν αναφέρει το αναγκαίο για το ορισμένο του (άρθρ. 118 αρ. 4, 562 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ) στοιχείο ότι δηλαδή τον ισχυρισμό περί ελλείψεων στην πράξη με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις, τον πρότεινε ο αναιρεσείων στο εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.7.2004 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Φ. κατά της υπ' αριθμ. 140/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. ΚΑΙ

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ