Legislator Case Law & Legislation
505/2020 AI generated

505/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 505/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

505/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, αναγνωρίζεται και χορηγείται από το νόμο στο Τ.Ε.Ε. το αποκλειστικό δικαίωμα εισπράξεως της αμοιβής, που οφείλουν τρίτα πρόσωπα για τη σύνταξη μελετών προς τον μηχανικό-μέλος του, από τον οποίο ο νόμος στερεί την αντίστοιχη εξουσία. Ταυτόχρονα καθιερώνεται και ρητά η νομιμοποίηση του Τ.Ε.Ε. για τη δικαστική διάγνωση και καταβολή της σχετικής αμοιβής σ' αυτό, ως υποκατάστατο και για λογαριασμό του μηχανικού-μέλους του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 505 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 505/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμφιτρίτη Καραβίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούντος εν προκειμένω με την ιδιότητα του υποκατάστατου του μέλους του Ε. συζ. Κ. Π., το γένος Α. Γ., κατοίκου ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη, που δεν κατέθεσε προτάσεις, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γιαννιό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Β.Δ. της 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. της 7/11-3-1994 προκύπτει ότι, σε περίπτωση αρνήσεως, δυστροπίας ή καθυστερήσεως της καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής μηχανικού για τη σύνταξη μελετών ανεγέρσεως ή μετατροπής ή για την επίβλεψη οικοδομικού έργου, δικαίωμα ασκήσεως αγωγής περί καταβολής της αμοιβής αυτής έχει τόσο ο δικαιούχος μηχανικός, όσο και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, πλην όμως το αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής είναι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος.

Έτσι, αναγνωρίζεται και χορηγείται από το νόμο στο Τ.Ε.Ε. το αποκλειστικό δικαίωμα εισπράξεως της αμοιβής, που οφείλουν τρίτα πρόσωπα για τη σύνταξη μελετών προς τον μηχανικό-μέλος του, από τον οποίο ο νόμος στερεί την αντίστοιχη εξουσία. Ταυτόχρονα καθιερώνεται και ρητά η νομιμοποίηση του Τ.Ε.Ε. για τη δικαστική διάγνωση και καταβολή της σχετικής αμοιβής σ' αυτό, ως υποκατάστατο και για λογαριασμό του μηχανικού-μέλους του.

Ο τελευταίος, ο οποίος παραμένει δικαιούχος του δικαιώματος αμοιβής και των εντεύθεν εξουσιών, πλην εκείνης για απ' ευθείας είσπραξη της αμοιβής από τον πελάτη του, νομιμοποιείται παράλληλα να ασκήσει και αυτός στο όνομά του σχετική αγωγή κατά του πελάτη του, με την οποία θα ζητεί είτε την απλή δικαστική αναγνώριση του δικαιώματός του περί αμοιβής (άρθρ. 70 Κ.Πολ.Δ.), είτε τη διάγνωση του δικαιώματος αμοιβής και την καταδίκη του πελάτη του να καταβάλει την αμοιβή στο Τ.Ε.Ε., ως μόνο εξουσιοδοτημένο από το νόμο για την είσπραξη αυτής.

Αντίθετα, ο δικαιούχος μηχανικός δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την καταβολή του ποσού της αμοιβής του στον ίδιο, αφού το ουσιαστικό δικαίωμά του αυτό δεν περιέχει και την εξουσία απ' ευθείας εισπράξεως της αμοιβής από τον πελάτη του, αλλά μόνο την εξουσία εισπράξεως αυτής δια του Τ.Ε.Ε. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ.

την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (Α.Π. 720/2019).

Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται με σαφήνεια ότι η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής επέρχεται υπέρ του πραγματικού δικαιούχου και κατά του πραγματικού υποχρέου της διαγνωστέας οφειλής τόσο όταν την αγωγή ασκεί ο πραγματικός δικαιούχος της αξιώσεως, όσο και όταν ασκεί αυτή μη δικαιούχος διάδικος, ο οποίος νομιμοποιείται στην άσκηση αυτής.

Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή, ακόμη και στις αξιώσεις του άρθρου 250 Α.Κ., αρχίζει από την άσκηση αυτής, διακοπτόμενη δε μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, αρχίζει εκ νέου απ' αυτήν. Εξάλλου, ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή.

Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα, οι λόγοι εκείνοι, που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής.

Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτήν προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξιώσεως.

Τέτοιο αίτημα, που συνάπτεται με την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς παροχή δικαστικής προστασίας και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας ουσιαστικής αξιώσεως, είναι και το αίτημα του ενάγοντος Τ.Ε.Ε. περί καταβολής στον μηχανικό - μέλος του της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον εναγόμενο πελάτη του αμοιβής, το οποίο υποβάλλει με την ασκούμενη εκ νέου από το ίδιο αγωγή, αντί του αιτήματος της αρχικής αγωγής αυτού περί καταβολής σ' αυτό το ίδιο (το Τ.Ε.Ε.) της ίδιας αμοιβής, η οποία (αρχική) αγωγή απορρίφθηκε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, χωρίς να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής απαιτήσεως (Α.Π. 190/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος" με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 185/5.12.2013 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 12.12.2013, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει σ' αυτό το ίδιο (το ενάγον Τ.Ε.Ε.) το ποσό των 62.724,99 ευρώ, ως οφειλόμενη αμοιβή της υποκαθισταμένης αυτού Ε.

συζ. Κ. Π., αρχιτέκτονος μηχανικού - μέλους του, για την εκ μέρους της εκτέλεση των αναφερομένων σ' αυτήν (αγωγή) αρχιτεκτονικών και άλλων μελετών, κατόπιν εντολής του (εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) τον Μάρτιο του έτους 2008, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 144/31.10.2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου), με την οποία απερρίφθη, με την αιτιολογία ότι ζητείται η καταβολή της επίδικης αμοιβής στο ίδιο το ενάγον και όχι στην μελετήτρια μηχανικό, ήτοι για λόγο μη ουσιαστικό, αφού το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αξιώσεως της προαναφερόμενης αρχιτέκτονος μηχανικού.

Η απόφαση αυτή μετά την επίδοσή της στον παρασταθέντα (κατά την συζήτηση της ως άνω αγωγής, στις 12.6.2014) πληρεξούσιο δικηγόρο του εναγομένου, ως αντίκλητο αυτού (άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) στις 5.11.2014, κατέστη τελεσίδικη στις 4.12.2014. Ακολούθως, πριν παρέλθει εξάμηνο από την τελευταία αυτή ημερομηνία το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος την ένδικη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/12.1.2015 (δεύτερη) αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει το ποσό 62.724,99 ευρώ στην ως άνω αρχιτέκτονα μηχανικό, ως υποκατάστατο μέλος αυτού, νομιμοτόκως από την επίδοση της πρώτης αγωγής, δηλαδή από 12.12.2013 και επικουρικά από την επίδοση αυτής (δεύτερης αγωγής).

Η δεύτερη αυτή αγωγή, η οποία είναι πανομοιότυπη με την αμέσως προηγούμενη ως προς την διαγνωστέα αξίωση αμοιβής και το αίτημά της, αποτελεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, επανάσκηση της πρώτης αγωγής, ανεξάρτητα από τον διαφορισμό των σχετικών αιτημάτων τους, τα οποία συνάπτονται με την ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου και δεν διαφοροποιούν την ταυτότητα της διαγνωστέας ουσιαστικής αξιώσεως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 96/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία απερρίφθη λόγω παραγραφής της αξιώσεως για καταβολή αμοιβής, αφού έγινε δεκτό ότι διατάξεις του άρθρου 263 του Α.Κ., για την διακοπή της παραγραφής, δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, με την αιτιολογία ότι ναι μεν η απόρριψη της 185/5.12.2013 (πρώτης) αγωγής με την 144/2014 απόφαση έγινε για λόγους μη ουσιαστικούς, πλην όμως "μολονότι οι διάδικοι και τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης αγωγής ταυτίζονται με αυτά της προγενέστερης αγωγής, η ένδικη αγωγή έχει ως αίτημα την καταβολή της αμοιβής όχι στο ενάγον (όπως η πρώτη αγωγή), αλλά στη μηχανικό Ε.

Γ. - Π., ως υποκατάστατο μέλος αυτού και, επομένως, υφίσταται, εν προκειμένω, διαφορετική νομική θεμελίωση". Με την υπ' αριθμ. 292/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας (αναιρεσιβαλλομένη), που εκδόθηκε επί της από 8.12.2015, ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, ασκηθείσας από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο εφέσεως και της δια των προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ασκηθείσας αντεφέσεως (περί της οποίας αναλυτικά παρακάτω), κρίθηκε ότι:

α) η απόρριψη της πρώτης αγωγής έγινε για λόγο μη ουσιαστικό, αφού το Δικαστήριο εκείνο δεν προχώρησε στη νομική και ουσιαστική αξιολόγηση της αξιώσεως του ενάγοντος για την οφειλόμενη αμοιβή στην υποκαθισταμένη αυτού Ε. συζ. Κ. Π. το γένος Α. Γ., αρχιτέκτονα μηχανικό, β) η από 7/12-1-2015 (δεύτερη) αγωγή, συνιστά επανάσκηση της πρώτης αγωγής, ανεξάρτητα από τον προαναφερόμενο διαφορισμό των σχετικών αιτημάτων καταβολής της αμοιβής, τα οποία συνάπτονται με τη νομιμοποίηση του ενάγοντος στην άσκησή της και δεν διαφοροποιούν την ταυτότητα της διαγνωστέας ουσιαστικής αξιώσεως και γ) η δεύτερη (ένδικη) αγωγή, ασκήθηκε πριν παρέλθει εξάμηνο, αφότου έγινε τελεσίδικη η απόφαση επί της πρώτης αγωγής (144/2014), με συνέπεια, με την άσκησή της, να αναβιώσει η διακοπή της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 ΑΚ, στην οποία υπόκειται η επίδικη αξίωση αμοιβής από την εκπόνηση των μελετών και ότι η διακοπή αυτή, επήλθε αρχικά με την άσκηση της πρώτης αγωγής πριν παρέλθει πενταετία από τη λήξη του έτους 2008 μέσα στο οποίο ολοκληρώθηκε η οριστική μελέτη από την ως άνω μηχανικό, ο δε χρόνος παραγραφής δεν συμπληρώθηκε μέχρι την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του (Εφετείου).

Επομένως, το Εφετείο, που, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, απέρριψε την προβληθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά τα οικεία μέρη αυτών, λόγους της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι, συνακολούθως, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ ειδικότερα, ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε.

Με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο, κατά τα οικεία μέρη τους, λόγους της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει περαιτέρω την, κατ' ορθήν εκτίμηση των προς θεμελίωσή της εκτιθεμένων, αιτίαση ότι από την προαναφερομένη υπ' αριθμ. 144/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απερρίφθη η πρώτη αγωγή) προκύπτει ότι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής αυτής, λόγω παραλείψεως της προβλεπομένης από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του β.δ.

της 30/31.5.1956, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του π.δ. 48/1994, ανακοινώσεως της δίκης στον έτερο δικαιούχο, υποκαθισταμένη μηχανικό, μέλος του ενάγοντος Τ.Ε.Ε., προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση από την τελευταία αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως. Ότι η τοιαύτη επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου στον έτερο δικαιούχο, για τον προεκτεθέντα σκοπό, ανάγεται από το νόμο σε όρο του υποστατού της αγωγής και ότι το ανυπόστατο που προκλήθηκε δεν καλύφθηκε, έστω και με μεταγενέστερη επίδοση της αρχικής αγωγής, ώστε να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η άσκησή της -της εν λόγω αταξίας, μη καλυπτομένης από την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής στο μέλος του ενάγοντος, μηχανικό- , με περαιτέρω συνέπεια, λόγω της ελλείψεως αυτής, να μην έχουν επέλθει οι συνέπειες που το ουσιαστικό δίκαιο συνδέει με την άσκησή της (πρώτης αγωγής), κρίνοντας δε το Εφετείο ότι η δεύτερη αγωγή αποτελεί επανέγερση της πρώτης αγωγής και δεχόμενο ότι η διακοπή της παραγραφής συντελέστηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προεκτεθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Οι λόγοι αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα μέρη τους, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, εφόσον, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την, κατά το άρθρο 261 Α.Κ., διακοπή της παραγραφής, νοείται η ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο και, επομένως, για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό απαιτείται η εγκυρότητα της επιδόσεως στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής, προϋπόθεση, την συνδρομή της οποίας δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, η επικαλούμενη παράλειψη ανακοινώσεως της δίκης στην μηχανικό υποκαθιστάμενο μέλος του αναιρεσιβλήτου, θα μπορούσε να επιφέρει, εν προκειμένω, ως έννομη συνέπεια, το απαράδεκτο της συζητήσεως της πρώτης αγωγής, το οποίο, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προαναφερόμενης 144/2014 αποφάσεως, αναφέρεται σ' αυτήν διηγηματικά, λόγω της απορρίψεως της αγωγής εκείνης για τον προεκτεθέντα λόγο, σε καμιά όμως περίπτωση την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης, όπως θα γινόταν στην περίπτωση, κατά την οποία απαιτείτο για την ολοκλήρωση της ασκήσεώς της και ουδόλως επηρέασε το υποστατό αυτής, οι έννομες συνέπειες της οποίας επήλθαν από την άσκησή της, δηλαδή από την έγκυρη επίδοση αντιγράφου αυτής στον αναιρεσείοντα.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δικ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα επί μέρους πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες συνέπειες (Ολ.ΑΠ 7/2013, ΑΠ 456/2018, ΑΠ 294/2016, ΑΠ 1419/2015).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ. το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του δικονομικού ζητήματος που κρίθηκε οριστικά. Ως τέτοιο, νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ως απαράδεκτη, δεν λύνει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση ασκήσεως νέας, όμοιας αγωγής με την προηγουμένη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτήν, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή ελλείψεις που προκάλεσαν την έλλειψη της συγκεκριμένης διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (Α.Π. 113/2019, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 190/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και έκτο, κατά τα οικεία μέρη τους, λόγους της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την, καταστάσα τελεσίδικη, υπ' αριθμ. 144/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία είχε απορρίψει την προηγούμενη αγωγή του ενάγοντος κατ' αυτού, ισχυρισμό, τον οποίο αυτός επανέφερε με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητος, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.

Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθμ. 144/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, το εν λόγω Δικαστήριο απέρριψε την προηγούμενη αγωγή, για τον λόγο ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο δεν ενομιμοποιείτο να ζητήσει την καταβολή της επίδικης αμοιβής στον εαυτό του, ήτοι για λόγο μη ουσιαστικό.

Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο απέρριψε την σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, διότι με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η αρχική αγωγή για λόγο μη ουσιαστικό και εξ αυτής δημιουργείται δεδικασμένο μόνο για το ζήτημα που κρίθηκε, ήτοι για το ότι το αναιρεσίβλητο δεν ενομιμοποιείτο να ζητήσει την καταβολή της επίδικης αμοιβής στον εαυτό το, ενώ τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται με την ένδικη αγωγή, η οποία επιδιώκει την καταβολή της ίδιας αμοιβής στην μελετήτρια μηχανικό.

Με την κρίση αυτή το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και έκτος, κατά τα οικεία μέρη τους, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 (αληθώς από τον αριθμό 16) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής) πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτήν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 720/2019, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Περαιτέρω, πέραν της νομικής αοριστίας της αγωγής, δηλαδή εκείνης που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα και που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (σχετ.

Ολ.ΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014), η αοριστία της αγωγής μπορεί να είναι ποσοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του Κ.Πολ.Δικ. στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά.

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/ 2012, ΑΠ 1125/2011). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 681 Α.Κ. δια της συμβάσεως μισθώσεως έργου, ο μεν εργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ενώ κατά το άρθρο 682 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η αμοιβή λογίζεται πως έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή, και, τέλος, κατά το άρθρο 694 του Α.Κ.

η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Οι ως άνω διατάξεις έχουν εφαρμογή και επί συμβάσεως με την οποία ανατίθεται με αμοιβή σε διπλωματούχο μηχανικό η μελέτη και εκπόνηση των σχεδίων οικοδομής και η οποία φέρει το χαρακτήρα μισθώσεως έργου. Αν με τη σύμβαση δεν ορίσθηκε το ύψος της αμοιβής, οφείλεται η αμοιβή που καθορίζεται από το νόμο, δηλαδή από το Π.Δ. 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών", όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/1989.

Εξάλλου στο άρθρο 1 του Β.Δ. της 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής μηχανικών εν γένει", ορίζεται ότι οι διπλωματούχοι μηχανικοί ανωτάτων σχολών του Ε.Μ.Π. κ.λπ. υποχρεούνται άμα τους ανατεθεί η σύνταξη οιασδήποτε μελέτης, όπως μέσα σε οκτώ ημέρες από την ανάθεση υποβάλουν στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος δήλωση του αναθέτοντος, καθώς και δική τους δήλωση περί αποδοχής αυτής, που περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τα λοιπά στοιχεία του αναθέτοντος, το είδος της μελέτης που αναλήφθηκε, ως και, κατά προεκτίμηση, το μέγεθος και τη δαπάνη αυτής και την αμοιβή επ' αυτής, ότι οι μηχανικοί υποχρεούνται να γνωστοποιούν στο Τεχνικό Επιμελητήριο την περαίωση της μελέτης που τους ανατέθηκε και τα στοιχεία που προκύπτουν από αυτή, βάσει των οποίων το επιμελητήριο θα συντάξει τον οριστικό πίνακα αμοιβής.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 2 παρ. 4 του ίδιου Β.Δ., κατά την οποία το Επιμελητήριο δικαιούται να επιδιώκει την είσπραξη της αμοιβής δια της δικαστικής οδού "υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως εις τα δικαιώματα του δικαιούχου", σαφώς συνάγεται, ότι για τη γένεση της αξιώσεως προς αμοιβή του μηχανικού για την σύνταξη μελέτης, δεν απαιτείται ως συστατικός τύπος η ύπαρξη σχετικής για τη μελέτη έγγραφης εντολής του εργοδότη και ότι η υποχρέωση υποβολής των, κατά τα ανωτέρω, δηλώσεων και εγκρίσεων επιβάλλεται προς ενημέρωση του Επιμελητηρίου, η οποία είναι αναγκαία για την δικαστική επιδίωξη υπό τούτου της αμοιβής και την εξασφάλιση της εισπράξεως υπό τούτου του μέρους της αμοιβής του μηχανικού που του αναλογεί και όχι ως όρος της υποκαταστάσεως αυτού στα δικαιώματα του δικαιούχου μηχανικού, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως από το νόμο (Α.Π. 969/2015, Α.Π. 2317/2009, Α.Π. 1059/2002).

Συνεπώς, για να είναι ορισμένη, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. η αγωγή επιδικάσεως αμοιβής διπλωματούχου μηχανικού ή του υποκατάστατου αυτού T.E.E. για εκπόνηση μελέτης και επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί την κατάρτιση της συμβάσεως, την εκτέλεση της εργασίας και όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τον καθορισμό της αμοιβής του, τα οποία, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2α' και 2-24 του ΠΔ 696/1974, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρ. 1-15 του Π.Δ. 515/1989, είναι το είδος των εργασιών κατά κατηγορία, οι εργασίες που εκτελέσθηκαν και η συμφωνηθείσα αμοιβή ή, εφόσον δεν συμφωνήθηκε, η αμοιβή του κατά το ως άνω Π.Δ. (Α.Π. 969/2015).

Στην προκείμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι σ' αυτήν (αγωγή) διαλαμβάνοντα όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία, ιδίως δε η ανάθεση του έργου της μελέτης κατασκευής κτιρίου στην μελετήτρια αρχιτέκτονα μηχανικό, έναντι συμφωνηθείσας νομίμου αμοιβής, όπως αυτή προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις, καθώς και ότι οι εργασίες αυτές εκτελέστηκαν, παραδόθηκαν και οφείλεται η αμοιβή τους.

Δεν απαιτείται δε, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, να εκτίθενται περαιτέρω σ' αυτήν: α) η εκ μέρους της ως άνω μελετήτριας δήλωση στο Τ.Ε.Ε. της αναθέσεως σ' αυτήν της συντάξεως μελέτης, β) η εκ μέρους της αποδοχή της αναθέσεως, γ) ότι η σχετική δήλωση έλαβε χώρα εντός 8 ημερών από την ανάθεση, δ) η εκ μέρους της γνωστοποίηση στο Τ.Ε.Ε.

της περαιώσεως της ανατεθείσας σ' αυτήν μελέτης και ε) ο χρόνος της τοιαύτης γνωστοποιήσεως και υπό ποία ιδιότητα (ατομικώς ή ως μέλος οικογενειακής εταιρίας) προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, απορρίπτοντας τον παραδεκτώς προβληθέντα περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του τότε εναγομένου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις προααναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του Β.Δ.

της 30/31.5.1956 και των άρθρων 1 παρ. 2α και 2-24 του Π.Δ. 696/1974, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1-15 του Π.Δ. 515/ 1989. Κατ' ακολουθίαν ο έβδομος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξ άλλου, για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας.

Αντέφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει ο εφεσίβλητος (ενάγων, εναγόμενος, παρεμβαίνων) και αν ακόμη έχει αποδεχθεί την απόφαση ρητώς ή σιωπηρώς ή έχει παραιτηθεί από ασκηθείσα έφεσή του, αρκεί να έχει έννομο συμφέρον. Τέτοιο έννομο συμφέρον έχει ο εφεσίβλητος, κυρίως αν με το διατακτικό της πρωτόδικης αποφάσεως ηττάται και αυτός εν μέρει.

Αν αντιθέτως έχει νικήσει ολοσχερώς, η αντέφεση δεν μπορεί να έχει αίτημα και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 516 παρ. 2 και 532 του Κ.Πολ.Δικ. Εξαιρετικώς, έννομο συμφέρον για την άσκηση αντεφέσεως αναγνωρίζεται και στον διάδικο που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο.

Εξ άλλου, αντέφεση, με αίτημα την επαναφορά των ενστάσεων, με τις οποίες ο εναγόμενος ζητούσε την απόρριψη της αγωγής και για άλλους λόγους, δεν νοείται, αφού τις ενστάσεις αυτές μπορεί να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εφεσίβλητος, διότι συντελούν, κατ' άρθρο 527 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., σε υπεράσπιση κατά της εφέσεως (Α.Π. 1174/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από αυτόν με τις έγγραφες προτάσεις του, αντέφεση και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων νίκησε ολοσχερώς, αφού η ένδικη (δεύτερη) αγωγή του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος απορρίφθηκε στο σύνολό της με την υπ' αριθμ. 96/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (πρωτόδικη απόφαση), κατά παραδοχήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από αυτόν ενστάσεως πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως, κατά της οποίας (96/2015 αποφάσεως) το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε έφεση.

Ως εκ τούτου, επαναφορά της ως άνω ενστάσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορούσε να γίνει με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος και όχι με αντέφεση. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα, όπως κατ' αρχήν είναι και οι λόγοι εφέσεως, τα οποία "πράγματα" νομίμως προτάθηκαν ενώπιον του.

Εξάλλου από το άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, όχι παρά το νόμο αλλά, αντιθέτως, νόμιμα δεν λαμβάνει υπόψη και δεν εξετάζει τους λόγους της εφέσεως ως προς το παραδεκτό και το βάσιμό τους (Α.Π. 240/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπόλοιπο μέρος του πέμπτου λόγου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 8 περ.

β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.(αληθώς μόνο από τον αριθμό 8 περ. β') ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους λόγους εφέσεως. Ο λόγος αυτός, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, όχι παρά το νόμο, αλλά, αντιθέτως, νόμιμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τους λόγους εφέσεως ως προς το παραδεκτό και το βάσιμό τους.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως της αοριστίας του λόγου αυτού, εφόσον ουδόλως προσδιορίζεται ποιοι ήταν οι άλλοι, πλην της προβληθείσας πρωτοδίκως και επαναφερθείσας με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενστάσεως πενταετούς παραγραφής, λόγοι εφέσεως, οι οποίοι, μετά την απόρριψη της αντεφέσεώς του δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 του Α.Κ.. συνάγεται ότι επί χρηματικής οφειλής ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον τόκο της υπερημερίας. Προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής και η υπερημερία του οφειλέτη, η οποία επέρχεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και με την όχληση από τον δανειστή.

Τέτοια όχληση γίνεται και με την επίδοση στον οφειλέτη καταψηφιστικής αγωγής. Το αποτέλεσμα της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, ή απαραδέκτου αυτής, ήτοι για λόγους μη ουσιαστικούς (Ολ.ΑΠ 13/1994, ΑΠ 106/2014, ΑΠ 1789/2009, ΑΠ 2045/2006, ΑΠ 1002/2005 ΑΠ 1660/2001).

Επομένως, ο ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως στον εναγόμενο, που απορρίφθηκε, λόγω ελλείψεως δικονομικής προϋποθέσεως, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο επεδίκασε νομίμους τόκους της επίδικης αξιώσεως από την επίδοση της προηγούμενης αγωγής, η οποία, όπως έχει ήδη εκτεθεί, δέχθηκε το Εφετείο ότι είχε απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, η δε κρινόμενη αγωγή, που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη αγωγή, ασκήθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 263 του Α.Κ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), στις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί ο συναφής τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνακολούθως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δικ., ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται, συνεπώς, αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (Α.Π. 192/2016, Α.Π. 68/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο και τελευταίο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 περ. β' και 9 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο συμψήφισε τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, με την αιτιολογία ότι η ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και παρά το γεγονός ότι δεν ετίθετο, εν προκειμένω, καν θέμα ερμηνείας, μη λαμβάνοντας υπόψη το υποβληθέν εκ μέρους του αίτημα περί επιβολής των δικαστικών εξόδων στο σύνολό τους στον αντίδικό του και αφήνοντας, συνεπώς, αυτό αδίκαστο.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν ελέγχεται αναιρετικά η προσβαλλομένη απόφαση κατά την προαναφερομένη διάταξή της, πέραν του ότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αυτήν δεν συμψηφίστηκαν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, αλλά αντίθετα ο αναιρεσείων καταδικάστηκε στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γβ' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.9.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 36/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 292/2016 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ