Legislator Case Law & Legislation
505/2018 AI generated

505/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 505/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Legislator headnote

AI generated

505/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: 1) να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, καθώς και οι δεύτερος ως προς το πρώτο σκέλος του, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και 2) να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος ως προς δεύτερο σκέλος του, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

Keywords

AI generated
tourism development tourism promotion levy special scheme for travel agents taxi operating license commercial traveller contract transport sector measures
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 505 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 505/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (εν συντομία "Ι. ... Ο.Ε.") που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλόνομο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέλλο και κατέθεσε προτάσεις και 2) Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2008 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 5050/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2013 αίτησή της και τους από 7-12-2015 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: 1) να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, καθώς και οι δεύτερος ως προς το πρώτο σκέλος του, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και 2) να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος ως προς δεύτερο σκέλος του, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται (Α.Π. 2/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από την από 3-12-2015 έκθεση της γραμματέως του Αρείου Πάγου Α.

Φ. προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία κατατέθηκε ενώπιόν της από τη δικηγόρο Αθηνών Ο. Π. δυνάμει της από 3-12-2015 ειδικής εξουσιοδοτήσεως του δικηγόρου Αθηνών Κωνσταντίνου Καλονόμου (τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε ορίσει ως πληρεξούσιό της με το από 5-10-2015 ειδικό πληρεξούσιο νομίμως θεωρημένο) η υπό ίδια ημερομηνία (3-12-2015) δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ότι παραιτείται από το δικόγραφο της υπό κρίση από 19-4-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 5050/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας".

Η δήλωση αυτή, η οποία επιδόθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο στις 4-12-2015 (βλ. την ...4-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ε. Λ.), είναι παραδεκτή και έχει ως συνέπεια ότι η υπό κρίση αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, το οποίο σε κάθε περίπτωση, λόγω της ιδιότητάς του ως προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έχει κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 81 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) προκειμένου να παραστεί κατά την αρχικά ορισθείσα νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (5-4-2016), κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (βλ.

την .../4-12-2015 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή). 2. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης αποφάσεως που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.

Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της αποφάσεως όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Δηλαδή τρία είναι τα στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν τα κεφάλαια: η αίτηση, η ιστορική και η νομική αιτία. Επομένως πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο της αποφάσεως (κεφάλαιο) όταν η αναίρεση αφορά τις ενστάσεις, οι οποίες βάλλουν κατά της κριθείσας κύριας έννομης συνέπειας (ουσιαστικής αξιώσεως), ενώ πρόκειται για διαφορετικό κεφάλαιο επί αντικειμενικώς σωρευθείσας αγωγής, επί ανταγωγής, παρεμπίπτουσας αγωγής και παρεμβάσεως.

Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της αποφάσεως που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της αποφάσεώς του (Α.Π. 2060/2013, 697/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση οι από 7-12-2015 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκήθηκαν από την αναιρεσείουσα με την κατάθεσή τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7-12-2015 και επιδόθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο στις 22-12-2005, ήτοι μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως που είχε αρχικά ορισθεί για τις 5-4-2016.

Επομένως αυτοί ασκήθηκαν εμπρόθεσμα. Με την αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προέβαλε τους εξής λόγους: α) του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ήταν ορισμένη ως προς τα αίτηματά της για καταβολή των αναφερόμενων ποσών για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, καθώς και για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και κατά τη νύκτα και β) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου ότι η ένστασή της από το άρθρο 281 Α.Κ. ήταν μη νόμιμη. Ήδη με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τους εξής λόγους: α) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για το συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας του ενάγοντος, β) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για την απασχόληση του ενάγοντος κατά τις Κυριακές, γ) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για την απασχόληση του ενάγοντος κατά τη νύκτα, δ) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για την απασχόληση του ενάγοντος κατά τα Σάββατα, ε) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 19 Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για τη χορήγηση στον ενάγοντα του επιδόματος τροφής, στ) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για χορήγηση στον ενάγοντα του επιδόματος φορτοεκφορτώσεως, ζ) του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για τη χορήγηση στον ενάγοντα του επιδόματος διανυκτερεύσεως στο εξωτερικό, η) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

β και 19 Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για το χρόνο απασχολήσεως του ενάγοντος και θ) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. κατά της κρίσεως του εφετείου για το είδος της απασχολήσεως του ενάγοντος (αν επρόκειτο για τουριστικές μεταφορές). Από τους ανωτέρω πρόσθετους λόγους οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, όγδοος και ένατος αφορούν τα προσβληθέντα με το κύριο δικόγραφο κεφάλαια και τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά, ενώ οι λοιποί δεν αφορούν τα προσβληθέντα ή τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά.

Συνεπώς οι τελευταίοι αυτοί (πέμπτος, έκτος και έβδομος) πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αν και σε κάθε περίπτωση και αν αυτοί κρίνονταν παραδεκτοί θα ήταν απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω.

3. Για την κατά το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής που έχει ως αίτημα την καταβολή αποδοχών για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές και κατά την έκτη ημέρα αναπαύσεως στην πενθήμερη εβδομάδα εργασίας (δηλαδή κατά τα Σάββατα), αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι ημέρες αυτές (δηλαδή τα Σάββατα και οι Κυριακές) προκύπτουν από το ημερολόγιο.

Εξ άλλου για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και από υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να αναφέρεται σ’ αυτήν η διάρκεια της ημερήσιας απασχολήσεως αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερησίου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνεπώς οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας.

Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα. Περαιτέρω για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής με την οποία ζητείται αμοιβή για εργασία κατά τη νύκτα αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, ο αριθμός των ημερών που ο ενάγων εργάσθηκε κατά τη νύκτα και ο αριθμός των ωρών που εργάσθηκε κάθε φορά, καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονταi οι ημέρες και οι ώρες εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των ημερών που εργάσθηκε κατά τη νύκτα με ακριβείς χρονολογίες (Α.Π. 132/2016, 2168/2007, 2088/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 25-7-2008 αγωγή του ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος εξέθεσε τα εξής: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη στις 9-6-2002 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία διατηρεί επιχείρηση-γραφείο γενικού τουρισμού, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) με τις νόμιμες αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, δηλαδή από τις 9-6-2002 μέχρι τις 11-7-2005, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, αυτή δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του σύμφωνα με τη γνωστοποιηθείσα σ’ αυτήν προϋπηρεσία του στην ίδια ειδικότητα (οδηγού λεωφορείου) και σύμφωνα με την ειδικότερη εργασία που παρείχε (οδήγηση τουριστικού λεωφορείου το οποίο εκτελούσε τουριστικές μεταφορές και φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών).

Ότι εργαζόταν επί επτά ημέρες την εβδομάδα και επί δεκαεπτά ώρες ημερησίως κατά το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του μέχρι τις 31-3-2004 και επί επτά ημέρες την εβδομάδα και επί δώδεκα ώρες ημερησίως κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2005 μέχρι 11-7-2005. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2002 μέχρι 31-3-2004 πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο έξι φορές το μήνα και νυκτερινή εργασία από τις 10 μ.μ.

μέχρι τις 6 π.μ. της επομένης, χωρίς η εναγομένη να του καταβάλει την αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση (ιδιόρρυθμη, νόμιμη και παράνομη), για εργασία κατά τα Σάββατα, κατά τις Κυριακές και κατά τη νύκτα και για εργασία κατά τις αναπληρωματικές ημέρες αναπαύσεως και χωρίς να του καταβάλει εποχιακό επίδομα και αποζημίωση εκτός έδρας (διανυκτερεύσεις, επίδομα τροφής εκτός και εντός έδρας), όπως κάθε επί μέρους κονδύλιο προσδιορίζεται στη αγωγή για κάθε αναφερόμενο χρονικό διάστημα.

Ζήτησε δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό (κατά ποσοστό 50% ως προς όλα τα κονδύλια), να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 67.298,94 ευρώ και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 67.298,94 ευρώ (δηλαδή συνολικά το ποσό των 134.597,88 ευρώ), που αντιστοιχεί σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή ιδιόρρυθμης, νόμιμης και παράνομης υπερωρίας, αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως, αμοιβή νυκτερινής εργασίας, αποζημίωση εκτός έδρας εργασίας (για διανυκτερεύσεις, για επίδομα τροφής εντός και εκτός έδρας), αμοιβή για φορτοεκφορτώσεις αποσκευών, εποχιακό επίδομα ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου που εκτελούσε τουριστικές μεταφορές, διαφορές επιδομάτων εορτών, αποζημιώσεων αδείας και επιδομάτων αδείας.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν ορισμένη, αφού υπήρχε σ’ αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., σαφής έκθεση των γεγονότων που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα εξετίθετο σ’ αυτήν η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα και η ειδικότητα του ενάγοντος εργαζομένου, η επιχείρηση την οποία ασκούσε η εναγομένη εργοδότρια και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονταν οι αποδοχές, παρετίθεντο δε λεπτομερώς οι ημέρες και οι ώρες παροχής της εργασίας του ενάγοντος, με ειδική μάλιστα αναφορά ως προς την υπερωριακή εργασία των ωρών αυτών κατά ημέρα και κατά εβδομάδα, κατά τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αναπληρωματικές ημέρες αναπαύσεως κατά τις οποίες εργάσθηκε, δηλαδή με τρόπο ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση ποιες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις οφείλονταν ή όχι τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά, κατ’ αυτεπάγγελτη εφαρμογή των εν λόγω συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, την εφαρμογή των οποίων επέσυραν τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

4. Κατά το άρθρο 3 της από 28-5-2002 ΣΣΕ, της ΔΑ 31/2003 και της ΔΑ 9/2004 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", η κατάταξη σε μισθολογικά κλιμάκια ειδικά για οδηγούς με πρόσληψη από 1-1-1994 και μετά γίνεται με βάση την προϋπηρεσία που έχει διανυθεί σε προηγούμενο εργοδότη, η οποία γνωστοποιείται στον εργοδότη με υπεύθυνη δήλωση του μισθωτού σε έντυπο του ν. 1599/1986 και με τα σχετικά πιστοποιητικά προϋπηρεσίας προηγουμένων εργοδοτών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να λάβει ο μισθωτός από τον εργοδότη στον οποίο ήδη υπηρετεί το εν λόγω επίδομα με υπολογισμό και της υπηρεσίας που έχει διανύσει σε άλλους εργοδότες, πρέπει να υποβάλει στον εργοδότη τα σχετικά πιστοποιητικά εργασίας των άλλων εργοδοτών στους οποίους είχε εργασθεί, τα οποία δεν είναι αναγκαίο να έχουν διατυπωθεί κατά τον τύπο του άρθρου 678 Α.Κ.

αλλά αρκεί να προκύπτει η προϋπηρεσία από άλλα έγγραφα, για την έκδοση των οποίων ήταν αναγκαία η συμμετοχή του εργοδότη, όπως είναι προκειμένου για οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια του Ι.Κ.Α. και του Τ.Σ.Α. (Α.Π. 660/2009). Εξ άλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 4 της 51266/2955/1975 αποφάσεως του Υπουργού Απασχολήσεως, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν.δ. 4020/1959, τροποποιήθηκε με τη 1907/1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.

Η πέρα των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι του 48ώρου εβδομαδιαίως απασχόληση των μισθωτών λογίζεται ως υπερεργασία (άρθρο 659 Α.Κ.), διαφυλαττομένης της ισχύος των διατάξεων της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ περί καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας. Από πλευράς δε αμοιβής οι ώρες αυτές (πέραν των 45 και μέχρι 48) έχουν την ίδια μεταχείριση με τις νόμιμες υπερωρίες, υπολογίζονται δηλαδή σ’ αυτές προκειμένου να εξευρεθεί η οφειλόμενη προσαύξηση (άρθρο 1 ν. 435/1976), ενώ η απασχόληση πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί υπερωρία για την οποία οφείλεται αμοιβή, ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης (άρθρο 1 παρ. 1 ή 2 ν. 435/1976).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ΣΣΕ 19/1998, 75/1999, 19/2000, 51/2001 και 33/2002 και το άρθρο 4 ν. 2874/2000 η εργασία του οδηγού τουριστικού λεωφορείου μέχρι τις 31-3-2001 άνω των 40 ωρών και μέχρι την 45η ώρα εργασίας εβδομαδιαίως αμείβεται με προσαύξηση 25% του ωρομισθίου (υπερεργασία), από δε την 1-4-2001 και εντεύθεν η εργασία από 40 ώρες μέχρι και την 43η αμείβεται με προσαύξηση 25% (υπερεργασία) από δε την 44η μέχρι και την 48η με προσαύξηση 50% εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν τις 120 ώρες ετησίως (ιδιόρρυθμη υπερωρία) και άνω των 120 ωρών ετησίως με προσαύξηση 250% ανά ώρα (παράνομη υπερωριακή απασχόληση).

Εξ άλλου από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων υπουργών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 β.δ. 748/1966, με την οποία ορίζεται ότι μισθωτοί απασχολούμενοι κατά την Κυριακή δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως αυτής και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατ’ άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή, προκύπτει ότι ο μισθωτός που εργάζεται κατά την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, και αμείβεται με μηνιαίο μισθό δικαιούται να λάβει για κάθε μία Κυριακή προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού του, όχι όμως και το 1/25 του μισθού αυτού, το οποίο οφείλεται κατά τα άρθρα 904 επ.

Α.Κ. μόνο σε περίπτωση παράνομης στερήσεώς του από τη δικαιούμενη εβδομαδιαία ανάπαυση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 1520/2003). Περαιτέρω η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως (Κυριακή) ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως (Σάββατο) λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορεύεται από κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις πιο πάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις τις οποίες θα εδικαιούτο ο απασχοληθείς λόγω των ιδιαιτέρων περιστάσεων που τυχόν συντρέχουν στο πρόσωπό του (επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ.), αφού αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί (Α.Π. 498/2016, 864/2015).

Εξ άλλου από τις διατάξεις της 18130/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων υπουργών και την Φ.27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προκύπτει ότι οι μισθωτοί που παρέχουν την εργασία τους κατά τη νύκτα (από τις 10 μ.μ.

έως τις 6 π.μ. της επόμενης ημέρας) δικαιούνται προσαυξήσεως 25% επί του ωρομισθίου τους, όχι όμως και επί πλέον ωρομίσθιο, πέραν εκείνου που λαμβάνουν ως μέρος του μηνιαίου μισθού τους ή ημερομισθίου τους, εκτός αν πρόκειται για παροχή υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας, οπότε δικαιούνται και το ωρομίσθιο για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας με τις νόμιμες, αναλόγως της φύσεώς της, προσαυξήσεις (Α.Π. 1520/2003).

Τέλος: α) κατά το άρθρο 5 παρ. 2 της Δ.Α. 31/2003 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας" και των επομένων συλλογικών ρυθμίσεων που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψεως, στους οδηγούς που εκτελούν εκδρομές εντός Ελλάδος καταβάλλονται 20 ευρώ για φαγητό το πολύ μέχρι δύο γεύματα την ημέρα εφόσον αυτά δεν εξασφαλίζονται με voucher από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου ή τον οργανωτή της εκδρομής και για τους οδηγούς εκτός των συνόρων της Ελλάδος το ποσό αυτό ανέρχεται σε 30 ευρώ, β) κατά το άρθρο 5 παρ. 3 της ίδιας διαιτητικής αποφάσεως και των επόμενων συλλογικών ρυθμίσεων, στους οδηγούς που πραγματοποιούν ταξίδια στο εξωτερικό καταβάλλεται ποσό 17 ευρώ την ημέρα, εφόσον διανυκτερεύουν στην αλλοδαπή, γ) κατά το άρθρο 5 παρ. 4 της ίδιας διαιτητικής αποφάσεως και των επόμενων συλλογικών ρυθμίσεων, στους οδηγούς που εκτελούν φορτοεκφόρτωση αποσκευών καταβάλλονται 0,30 ευρώ για κάθε άτομο του οποίου τη φορτοεκφόρτωση αποσκευών εκτελεί ο οδηγός, προσαυξανόμενου του αριθμού αυτού πλασματικά κατά πέντε άτομα.

5. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 9-6-2002 από την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη διενέργεια τουριστικών εκδρομών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και την πραγματοποίηση μεταφορικού έργου, εκμεταλλεύεται δε προς τούτο, διαθέτοντας ιδιόκτητα τουριστικά λεωφορεία, επιχείρηση γενικού τουρισμού στην Αθήνα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εν λόγω επιχείρηση ως οδηγός τουριστικών λεωφορείων, αντί των νομίμων αποδοχών, δηλαδή αυτών που προβλέπονταν από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στην εναγομένη την οικογενειακή του κατάσταση καθώς και την κατά τον παραπάνω χρόνο 16ετή προϋπηρεσία του σ’ άλλους εργοδότες (από το έτος 1986), η προϋπηρεσία του δε αυτή προέκυπτε και από την ασφαλιστική του κατάσταση, όπως αυτή εμφαινόταν στα ασφαλιστικά του βιβλιάρια, των οποίων έλαβε γνώση η εναγομένη...

Ο ενάγων πραγματοποιούσε αρχικά τουριστικές διαδρομές στο εξωτερικό, με συνήθεις τελικούς προορισμούς τη διαδρομή Αθήνα-Βουκουρέστι, με ενδιάμεσους σταθμούς και επιστροφή, συχνά δε και με κέντρο το Βουκουρέστι εκτελούσε διαδρομές και σ’ άλλες πόλεις της Ρουμανίας, όπως ..., σε καθημερινή βάση από Δευτέρα έως Κυριακή, πραγματοποιώντας και νυχτερινή εργασία από τις 22.00 μέχρι τις 06.00 και συνολικά έξι (6) φορές το μήνα, χωρίς να λαμβάνει "ρεπό" από την εναγομένη, αν και εργαζόταν τις ημέρες υποχρεωτικής αναπαύσεώς του.

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε στις παραπάνω διαδρομές και διανυκτερεύσεις και φορτοεκφορτώσεις αποσκευών, δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απασχολούσε για το σκοπό αυτό εργάτη... Ειδικότερα ο ενάγων πραγματοποιούσε φορτοεκφορτώσεις αποσκευών κατά μέσο όρο τριάντα (30) ατόμων σε κάθε διαδρομή (4 φορές συνολικά στη διαδρομή, με επιστροφή), χωρίς να του καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή από την εναγομένη για την αιτία αυτή.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τα χρονικά διαστήματα που δεν εκτελούσε το δρομολόγιο από Αθήνα προς Βουκουρέστι και αντιστρόφως, απασχολείτο σε πολυήμερες τουριστικές εκδρομές εντός Ελλάδος. Από το μήνα Απρίλιο 2004 μέχρι 11-7-2005 ο ενάγων, κατ’ εντολήν της εναγομένης, σταμάτησε να εκτελεί δρομολόγια και εκδρομές προς και από τη Ρουμανία και πλέον η κύρια απασχόλησή του συνίστατο σε δρομολόγια μεταφοράς προσωπικού και εκτάκτων υπαλλήλων στον ΟΔΙΕ, στο Μαρκόπουλο Αττικής, καθώς και σε εκδρομές εντός Ελλάδας, όλες τις ημέρες της εβδομάδας, πραγματοποιώντας δύο (2) φορές κατά μήνα τουριστικές εκδρομές εκτός Αθηνών, χωρίς να λαμβάνει ομοίως "ρεπό" από την εναγομένη.

Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με την οικογενειακή κατάσταση και την προϋπηρεσία του ενάγοντος, ο οποίος αποδείχθηκε ότι εκτελούσε τουριστικές μεταφορές ως οδηγός της εναγομένης και οδηγούσε διώροφο τουριστικό λεωφορείο (άρθρο 5 αρ.5 της ΔΑ 31/2003, που επαναλαμβάνεται σ’ όλες τις μεταγενέστερες ΔΑ και ΣΣΕ...), πραγματοποιώντας, σύμφωνα με τα παρακάτω αναφερόμενα, υπερωριακή εργασία, νυχτερινή εργασία και εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές (άρθρο 6 της ΔΑ 31/2003, που επαναλαμβάνεται σε όλες τις μεταγενέστερες ΔΑ και ΣΣΕ...), χωρίς να του χορηγείται αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως και αποζημίωση εκτός έδρας ούτε επίδομα τροφής και επίδομα φόρτωσης - εκφόρτωσης αποσκευών, όπως εδικαιούτο σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ της επίδικης χρονικής περιόδου, ο ενάγων δικαιούται να λάβει τα ακόλουθα χρηματικά ποσά για τις πιο πάνω αιτίες και με βάση τις ΔΑ 31/2003 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", πράξη καταθέσεως Υπ.

Εργασίας 26/9-7-2003... υποχρεωτική από 9-7-2003 (ΥΑ 10112/2004), ΔΑ 9/2004 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 3/25-5-2004... υποχρεωτική από 25-5-2004 (ΥΑ 11864/2004) και ΣΣΕ της 23-6-2005 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", πράξη καταθέσεως Υπ.

Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 74/13-7-2005... υποχρεωτική από 13-7-2005 (ΥΑ 12830/2005): Για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών ο ενάγων έπρεπε να έχει λάβει από την εναγομένη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003, καθόσον οι απαιτήσεις του για το χρονικό διάστημα από 9-6-2002 μέχρι 31-12-2002 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 Α.Κ...

το συνολικό ποσό των 2.448 ευρώ (3 μήνες Χ 816 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το συνολικό ποσό των 4.280 ευρώ (5 μήνες Χ 856 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των 3.424 ευρώ (4 μήνες Χ 856 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 το συνολικό ποσό των 10.932 ευρώ (12 μήνες Χ 911 ευρώ) και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2005 μέχρι 11-7-2005 το συνολικό ποσό των 2.892 ευρώ (3 μήνες, καθόσον το μήνα Ιούνιο δεν εργάσθηκε λόγω ασθενείας, Χ 964 ευρώ), δηλαδή το συνολικό ποσό των 23.976 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε αντιστοίχως από την εναγόμενη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των 2.046 ευρώ (3 μήνες Χ 682 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το συνολικό ποσό των 3.410 ευρώ (5 μήνες Χ 682 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των 2.864 ευρώ (4 μήνες Χ 716 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 το συνολικό ποσό των 8.592 ευρώ (12 μήνες Χ 716 ευρώ) και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2005 μέχρι 11-7-2005 το συνολικό ποσό των 1.432 ευρώ, δηλαδή δικαιούται ως διαφορά των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του το συνολικό ποσό των 5.632 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενάγων εργαζόταν το πενθήμερο από Δευτέρα έως Παρασκευή... επί δέκα τρεις (13) ώρες ημερησίως, δηλαδή επί εξήντα πέντε (65) ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας έτσι δέκα τρεις (13) ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας το μήνα και ως εκ τούτου δικαιούται να λάβει για ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των (4,89 ευρώ ωρομίσθιο Χ 13 ώρες μηνιαίως Χ 3 μήνες + 25% προσαύξηση) 238,38 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 13 ώρες το μήνα Χ 5 μήνες + 25% προσαύξηση) 416,81 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 13 ώρες το μήνα Χ 4 μήνες + 25% προσαύξηση) 333,45 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 13 ώρες το μήνα Χ 12 μήνες + 25% προσαύξηση)1064,70 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2005 μέχρι 11-7-2005 το συνολικό ποσό των (5,67 ευρώ ωρομίσθιο Χ 13 ώρες το μήνα Χ 4 μήνες + 25% προσαύξηση) 368,55 ευρώ και συνολικά δικαιούται για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 2.421,89 ευρώ.

Για νόμιμη υπερωριακή του εργασία δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των (4,89 ευρώ ωρομίσθιο Χ 4 ώρες ημερησίως Χ 5 μέρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες Χ 3 μήνες + 50% προσαύξηση) 1.760,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 30-6-2003 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 4 ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες Χ 3 μήνες + 50% προσαύξηση) 1.846,80 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 30-8-2003 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 4 ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες Χ 2 μήνες + 75 % προσαύξηση, καθόσον υπερέβη τις 120 ώρες νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης) 1.436,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-12-2003 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 4 ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες + 75 % προσαύξηση) 538,65 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 4 ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες Χ 3 μήνες + 50% προσαύξηση) 1.846,80 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 30-6-2004 το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 3 ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες Χ 3 μήνες + 50% προσαύξηση) 1.474,20 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 μέχρι 31-12-2004 το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 3 ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες Χ 5 μήνες + 75% προσαύξηση, καθ’ όσον υπερέβη τις 120 ώρες νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης) 2.866,50 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-3-2005 το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 3 ώρες ημερησίως Χ 5 ημέρες εβδομαδιαίως Χ 4 εβδομάδες Χ 3 μήνες + 50% προσαύξηση) 1.474,20 ευρώ και συνολικά δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 13.243,95 ευρώ...

Περαιτέρω ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις για την εργασία του όλα τα Σάββατα του επίδικου χρονικού διαστήματος επί δέκα τρεις (13) ώρες κάθε Σάββατο για το χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς του μέχρι τις 31-3-2004 και επί δώδεκα ώρες (12) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005, το ποσό εκείνο που η εναγομένη θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σ’ άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ενάγοντος, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 9-6-2002 μέχρι 31-3-2003 και για τις πρώτες οκτώ (8) ώρες εργασίας κάθε Σαββάτου το συνολικό ποσό των (4,89 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 10 μήνες)1.564,80 ευρώ, ενώ για τις υπόλοιπες πέντε (5) ώρες εργασίας του κάθε Σαββάτου εδικαιούτο το συνολικό ποσό των (4,89 ευρώ ωρομίσθιο Χ 5 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 10 μήνες + 50% προσαύξηση υπερωρίας) 1.467 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 και για τις οκτώ (8) πρώτες ώρες εργασίας κάθε Σαββάτου το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 5 μήνες) 820,80 ευρώ, ενώ για τις υπόλοιπες πέντε (5) ώρες εργασίας του κάθε Σαββάτου δικαιούται το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 5 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 5 μήνες + 50% προσαύξηση) 769,50 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 και για τις οκτώ (8) πρώτες ώρες εργασίας κάθε Σαββάτου το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 4 μήνες) 656,64 ευρώ, ενώ για τις υπόλοιπες πέντε (5) ώρες εργασίας του κάθε Σαββάτου δικαιούται το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 5 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 4 μήνες + 50% προσαύξηση) 615,60 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 και για τις οκτώ πρώτες ώρες εργασίας κάθε Σαββάτου το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 12 μήνες) 2.096,64 ευρώ, ενώ για τις υπόλοιπες τέσσερις (4) ώρες εργασίας του κάθε Σαββάτου δικαιούται το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 4 ώρες Χ 4 Σάββατα Χ 12 μήνες + 50% προσαύξηση) 1.572,48 ευρώ, δηλαδή δικαιούται να λάβει συνολικά από την εναγομένη για την παραπάνω αιτία το ποσό των 9.563,46 ευρώ.

Ακολούθως ο ενάγων δικαιούται προσαυξημένη κατά 75% αμοιβή για την εργασία του όλες τις Κυριακές του επίδικου χρονικού διαστήματος επί δεκατρείς (13) ώρες κάθε Κυριακή για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31-3-2004 και επί δώδεκα (12) ώρες για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 και για τις οκτώ (8) πρώτες ώρες εργασίας κάθε Κυριακής δικαιούται το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες Χ 4 Κυριακές Χ 5 μήνες + 75% προσαύξηση) 1.436,40 ευρώ, ενώ για τις υπόλοιπες πέντε (5) ώρες εργασίας κάθε Κυριακής δικαιούται το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 5 ώρες Χ 4 Κυριακές Χ 5 μήνες + 50% προσαύξηση υπερωρίας + 75% προσαύξηση) 1.346,25 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 και για τις οκτώ (8) πρώτες ώρες εργασίας κάθε Κυριακής το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες Χ 4 Κυριακές Χ 4 μήνες + 75% προσαύξηση) 1.149,12 ευρώ, ενώ για τις άλλες πέντε (5) ώρες εργασίες του κάθε Κυριακής δικαιούται το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 5 ώρες Χ 4 Κυριακές Χ 4 μήνες + 50% προσαύξηση υπερωρίας + 75% προσαύξηση) 1.077,30 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 και για τις οκτώ (8) πρώτες ώρες εργασίας κάθε Κυριακής το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες Χ 4 Κυριακές Χ 12 μήνες + 75% προσαύξηση) 3.669,12 ευρώ, ενώ για τις άλλες τέσσερις (4) ώρες εργασίας του κάθε Κυριακής δικαιούται το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 4 ώρες Χ 4 Κυριακές Χ 12 μήνες + 50% προσαύξηση + 75%) 2.751,84 ευρώ, δηλαδή συνολικά δικαιούται να λάβει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 11.430,03 ευρώ...

Ακολούθως ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης, συνεπεία της εργασίας του τις Κυριακές, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το 1/25 του μηνιαίου μισθού του, δηλαδή για τη χρονική περίοδο από 9-6-2002 μέχρι 31-3-2003 το ποσό των (32,64 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο Χ 4 ρεπό το μήνα Χ 10 μήνες) 1.305,60 ευρώ, για τη χρονική περίοδο από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το ποσό των (34,24 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο Χ 4 ρεπό το μήνα Χ 5 μήνες) 684,80 ευρώ, για τη χρονική περίοδο από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το ποσό των (34,24 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο Χ 4 ρεπό το μήνα Χ 4 μήνες) 547,84 ευρώ και για τη χρονική περίοδο από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 το ποσό των (36,44 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο Χ 4 ρεπό το μήνα Χ 12 μήνες) 1.749,12 ευρώ και συνολικά δικαιούται να λάβει από την εναγομένη για την αιτία αυτή το ποσό των 4.287,36 ευρώ.

Επίσης ο ενάγων δικαιούται αμοιβή για νυχτερινή εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2004, οπότε πραγματοποιούσε, όπως προαναφέρθηκε, κατά μέσο όρο έξι (6) φορές το μήνα δρομολόγια από Αθήνα προς Βουκουρέστι και αντιστρόφως κατά τις ώρες από τις 22.00 μέχρι τις 06.00 της επομένης και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των (4,89 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες ημερησίως Χ 6 φορές το μήνα Χ 3 μήνες + 25 % προσαύξηση) 880,20 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 30-6-2003 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες ημερησίως Χ 6 φορές το μήνα Χ 3 μήνες + 25 % προσαύξηση) 923,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 μέχρι 30-8-2003 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες ημερησίως Χ 6 φορές το μήνα Χ 2 μήνες + 25 % προσαύξηση) 615,60 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-12-2003 το συνολικό ποσό των (5,13 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες ημερησίως Χ 6 φορές το μήνα + 25 % προσαύξηση) 307,80 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των (5,46 ευρώ ωρομίσθιο Χ 8 ώρες ημερησίως Χ 6 φορές το μήνα Χ 3 μήνες + 25% προσαύξηση) 982,80 ευρώ και συνολικά για την αιτία αυτή δικαιούται να λάβει από την εναγομένη το ποσό των 3.709,80 ευρώ.

Ακόμη ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση εκτός έδρας, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ελάμβανε από την εναγομένη τόσο την αμοιβή για τις διανυκτερεύσεις που πραγματοποιούσε, όσον και τα επιδόματα τροφής, σύμφωνα με τις παραπάνω ΣΣΕ και ΔΑ (άρθρο 5 αρ.2 της ΔΑ 31/2003 και όλων των επόμενων ΔΑ και ΣΣΕ... και άρθρο 5 αρ. 3 της ίδιας ως άνω ΔΑ και των επομένων ΔΑ και ΣΣΕ...).

Επομένως ο ενάγων δικαιούται για διανυκτερεύσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των (15 ευρώ Χ 10 διανυκτερεύσεις το μήνα Χ 3 μήνες) 450 ευρώ, του χρονικού διαστήματος από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το συνολικό ποσό των (17,10 ευρώ Χ 10 διανυκτερεύσεις το μήνα Χ 5 μήνες) 855 ευρώ, του χρονικού διαστήματος από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των (17,10 ευρώ Χ 10 διανυκτερεύσεις το μήνα Χ 4 μήνες) 684 ευρώ και του χρονικού διαστήματος από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 το συνολικό ποσό των (20 ευρώ Χ 4 διανυκτερεύσεις το μήνα Χ 12 μήνες) 960 ευρώ, δηλαδή δικαιούται να λάβει για τις διανυκτερεύσεις του το συνολικό ποσό των 2.949 ευρώ.

Εξ άλλου ο ενάγων για επίδομα τροφής εκτός Ελλάδας, λόγω πραγματοποιήσεως κατά μέσο όρο έξι (6) δρομολογίων εκτός έδρας στη διαδρομή Αθήνα προς Βουκουρέστι μετ’ επιστροφής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2004 δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των (28 ευρώ Χ 2 γεύματα την ημέρα Χ 6 δρομολόγια το μήνα Χ 3 μήνες) 1.008 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το συνολικό ποσό των (30 ευρώ Χ 2 γεύματα την ημέρα Χ 6 δρομολόγια το μήνα Χ 5 μήνες) 1.800 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των (30 ευρώ Χ 2 γεύματα την ημέρα Χ 6 δρομολόγια το μήνα Χ 4 μήνες) 1.440 ευρώ, δηλαδή ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 4.248 ευρώ.

Για επίδομα τροφής εντός Ελλάδας και λόγω πραγματοποιήσεως κατά μέσο όρο οκτώ (8) δρομολογίων εκτός έδρας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2005, καθ’ όσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε τετραήμερες εκδρομές εντός Ελλάδας τουλάχιστον δύο κατά μέσο όρο ανά μήνα, δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των (18 ευρώ Χ 2 γεύματα την ημέρα Χ 8 δρομολόγια το μήνα Χ 3 μήνες) 864 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το συνολικό ποσό των (20 ευρώ Χ 2 γεύματα την ημέρα Χ 8 δρομολόγια το μήνα Χ 5 μήνες) 1.600 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των (20 ευρώ Χ 2 γεύματα την ημέρα Χ 8 δρομολόγια Χ 4 μήνες) 1.280 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 το συνολικό ποσό των (23 ευρώ Χ 2 γεύματα την ημέρα Χ 8 δρομολόγια το μήνα Χ 12 μήνες) 4.416 ευρώ, δηλαδή ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 8.160 ευρώ.

Επίσης ο ενάγων δικαιούται να λάβει αμοιβή για φορτοεκφορτώσεις αποσκευών σε κάθε δρομολόγιο εντός και εκτός έδρας της εναγομένης, με αριθμό εξυπηρετούμενων από αυτόν επιβατών κατά μέσο όρο τα τριάντα (30) άτομα, και συγκεκριμένα 0,28 ευρώ ανά άτομο από 1-6-2003 και 0,30 ευρώ ανά άτομο από 1-4-2003, προσαυξανομένου του πραγματικού αριθμού των επιβατών που εξυπηρετούνταν από τον ενάγοντα κατά πέντε (5) άτομα πλασματικά σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ (άρθρο 5 αρ.4 της ΔΑ 31/2003 και όλων των επόμενων ΔΑ και ΣΣΕ...).

Έτσι ο ενάγων δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-3-2003 το συνολικό ποσό των (0,28 ευρώ ανά άτομο Χ 35 άτομα Χ 14 δρομολόγια το μήνα Χ 3 μήνες) 411,60 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 μέχρι 31-8-2003 το συνολικό ποσό των (0,30 ευρώ ανά άτομο Χ 35 άτομα Χ 14 δρομολόγια το μήνα Χ 5 μήνες) 735 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2003 μέχρι 31-3-2004 το συνολικό ποσό των (0,30 ευρώ ανά άτομο Χ 35 άτομα Χ 14 δρομολόγια το μήνα Χ 4 μήνες) 588 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 μέχρι 31-3-2005 το συνολικό ποσό των (0,30 ευρώ ανά άτομο Χ 35 άτομα Χ 14 δρομολόγια το μήνα Χ 12 μήνες) 1.764 ευρώ, δηλαδή ο ενάγων δικαιούται να λάβει από την εναγομένη για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 3.498,60 ευρώ.

Ο ενάγων δικαιούται επίσης εποχιακό επίδομα σε ποσοστό 7% επί του βασικού μισθού του για το χρονικό διάστημα από 1/5 έως 31/10 έκαστου έτους, εφόσον ήταν οδηγός τουριστικού λεωφορείου που εκτελούσε τουριστικές μεταφορές (άρθρο 5 αρ.1 της ΔΑ 31/2003 και όλων των επόμενων ΔΑ και ΣΣΕ...). Έτσι ο ενάγων δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 μέχρι 31-8- 2003 (δεδομένου ότι από 1-9-2003 μέχρι 31-12-2003 δεν εργάσθηκε στην εναγομένη) το συνολικό ποσό των (621 ευρώ Χ 7% Χ 4 μήνες) 173,88 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2004 μέχρι 31-10-2004 το συνολικό ποσό των (661 ευρώ Χ 7% Χ 6 μήνες) 277,62 ευρώ και συνολικά για την αιτία αυτή δικαιούται να λάβει το ποσό των 451,50 ευρώ...

Περαιτέρω ο ενάγων, συνεπεία της παρεχόμενης σε σταθερή βάση ιδιόρρυθμης και νόμιμης υπερωριακής εργασίας και εργασίας του τις Κυριακές, συνυπολογιζομένης της αναλογίας του επιδόματος αδείας του, δικαιούται να λάβει τα ακόλουθα χρηματικά ποσά για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, τα οποία δεν ελάμβανε πλήρη, για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των οποίων σημειωτέον η εναγομένη δεν υποβάλλει ειδικό παράπονο.

Έτσι ο ενάγων δικαιούται για δώρο Πάσχα 2003 το ποσό των 839,65 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 355,20 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 484,44 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2003 το ποσό των 1.399,29 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 404,83 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 994,46 ευρώ.

Για δώρο Πάσχα 2004 το ποσό των 880,80 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 341 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 539,80 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 1.704,29 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 745 ευρώ που έλαβε από την εναγόμενη για την ίδια αίτια, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 959,29 ευρώ.

Για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 852,16 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 372,50 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 479,66 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2005 και συγκεκριμένα για την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2005 μέχρι 11-7-2005 το ποσό των 294,44 ευρώ.

Συνολικά ο ενάγων δικαιούται να λάβει από την εναγομένη για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 3.752,09 ευρώ. Τέλος ο ενάγων δικαιούται να λάβει για διαφορές αποζημιώσεων αδείας και επιδομάτων αδείας τα ακόλουθα χρηματικά πόσα, για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των οποίων σημειωτέον η εναγομένη δεν υποβάλλει ειδικό παράπονο με λόγο έφεσης και συγκεκριμένα για αποζημίωση αδείας έτους 2003 το ποσό των 1.399,29 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 682 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 717,29 ευρώ, για επίδομα αδείας 2003 δικαιούται το ποσό των 699,64 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 341 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 358,64 ευρώ, για αποζημίωση αδείας έτους 2004 δικαιούται το ποσό των 1.704,29 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 716 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 988,29 ευρώ, για επίδομα αδείας 2004 δικαιούται το ποσό των 852,14 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 358 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 494,14 ευρώ, για αποζημίωση αδείας έτους 2005 δικαιούται το ποσό των 1.704,33 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 716 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 988,33 ευρώ και για επίδομα αδείας έτους 2005 δικαιούται το ποσό των 852,16 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 358 ευρώ που έλαβε από την εναγομένη για την ίδια αιτία, και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά από 494,16 ευρώ.

Έτσι ο ενάγων δικαιούται να λάβει συνολικά από την εναγομένη για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 4.040,84 ευρώ". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 39.207,71 ευρώ και είχε αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 39.207,71 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 38.694,26 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 38.694,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 της από 28-5-2002 ΣΣΕ, της ΔΑ 31/2003 και της ΔΑ 9/2004 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα της γνωστοποιήσεως της προϋπηρεσίας του ενάγοντος στην εναγομένη αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα και συγκεκριμένα τις παραδοχές ότι: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στην εναγομένη την οικογενειακή του κατάσταση καθώς και την παραπάνω 16ετή προϋπηρεσία του σ’ άλλους εργοδότες (από το έτος 1986), η προϋπηρεσία του δε αυτή προέκυπτε και από την ασφαλιστική του κατάσταση, όπως αυτή εμφαινόταν στα ασφαλιστικά του βιβλιάρια, των οποίων έλαβε γνώση η εναγομένη".

Συνεπώς ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου απασχολήσεως του ενάγοντος, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα.

Συνεπώς ο όγδοος κατά το πρώτο σκέλος του πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Γ) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 της 51266/2955/1975 αποφάσεως του Υπουργού Απασχολήσεως (εσφαλμένα αναγραφόμενης στο λόγο αναιρέσεως με τον αριθμό 51266/1975) ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της εργασίας του ενάγοντος, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα. Οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-7-2005 ο ενάγων εκτελούσε δρομολόγια μεταφοράς προσωπικού δεν αναιρούν την ιδιότητα αυτού ως οδηγού τουριστικού λεωφορείου ούτε του προσδίδουν την ιδιότητα του εκτελούντος αστική ή υπεραστική συγκοινωνία οδηγού.

Συνεπώς ο ένατος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Δ) Όσον αφορά τα επιδόματα τροφής, φορτοεκφορτώσεως και διανυκτερεύσεως στο εξωτερικό, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2, 3 και 4 της Δ.Α 31/2003 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας" και των αντίστοιχων επόμενων συλλογικών ρυθμίσεων.

Συνεπώς οι πέμπτος, έκτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. και οι οποίοι κατά τα προεκτεθέντα κρίθηκαν απαράδεκτοι, και αν ακόμα θεωρηθούν παραδεκτοί, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ε) Όσον αφορά την αμοιβή του ενάγοντος για εργασία κατά τις Κυριακές, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων υπουργών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 β.δ. 748/1966, διότι δέχθηκε ότι στον ενάγοντα οφείλεται η προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μισθού του αλλά επί πλέον και το 1/25 του μισθού του, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ο ενάγων είχε στερηθεί τη δικαιούμενη εβδομαδιαία ανάπαυση.

Συνεπώς ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω όμως, κατά τον υπολογισμό του 1/25, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 904 επ. Α.Κ. διότι υπολόγισε αυτό με βάση το καταβαλλόμενο στον ενάγοντα ωρομίσθιο (4,89 ευρώ μέχρι 31-3-2003, 5,13 ευρώ μέχρι 31-3-2004 και 5,46 ευρώ μέχρι 31-3-2005), δηλαδή με βάση τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος, ενώ κατά τα προεκτεθέντα ο υπολογισμός αυτός έπρεπε να γίνει με βάση το ελάχιστο νόμιμο ωρομίσθιο που η εναγομένη θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο χωρίς τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος.

Συνεπώς ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις ανωτέρω αιτιάσεις και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. ΣΤ) Όσον αφορά την αμοιβή του ενάγοντος για νυκτερινή εργασία, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της 18130/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων υπουργών και την Φ.27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, αφού δεν επιδίκασε στον ενάγοντα μόνο την προσαύξηση ποσοστού 25% επί του νομίμου ημερομισθίου του αλλά επιδίκασε επιπλέον και το ωρομίσθιο για τη νυκτερινή απασχόλησή του, το οποίο όμως είχε ήδη επιδικασθεί είτε υπό το κονδύλιο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών είτε υπό το κονδύλιο της ιδιόρρυθμης ή νομίμου υπερωρίας.

Συνεπώς ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις ανωτέρω αιτιάσεις και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Ζ) Όσον αφορά την αμοιβή του ενάγοντος για την εργασία κατά τα Σάββατα, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ., διότι υπολόγισε αυτήν με βάση το καταβαλλόμενο στον ενάγοντα ωρομίσθιο, δηλαδή με βάση τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος, ενώ κατά τα προεκτεθέντα ο υπολογισμός αυτός έπρεπε να γίνει με βάση το ελάχιστο νόμιμο ωρομίσθιο που η εναγομένη θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο χωρίς τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος.

Συνεπώς ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις ανωτέρω αιτιάσεις και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.

6. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.

Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο κατά το δεύτερο σκέλος του πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη εκθέτει στο αναιρετήριο: "Περαιτέρω, η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι ο ενάγων απασχολείτο συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ούτε μία ημέρα διακοπής, κατά το διάστημα από 1-3-2003 έως 31-7-2005 με ημερήσιο ωράριο 12 ή 13 ωρών, βάσει της οποίας παραδοχής εξήγαγε τις οφειλόμενες διαφορές αποδοχών, παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς, είναι φύσει και ανθρωπίνως αδύνατο να παρέχει ο ενάγων τέτοια πολύωρη απασχόληση επί δύο και πλέον έτη χωρίς διακοπή".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, σε κάθε δε περίπτωση διότι η αποδιδόμενη με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.

7. Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Επομένως, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται για μακρό χρονικό διάστημα, αλλά έλασσον του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Ολ. Α.Π. 10/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος.

Την ένσταση αυτή ανέπτυξε στις από 13-11-2009 έγγραφες προτάσεις της, στις οποίες, αφού παρέθεσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και ερμηνεία αυτής, εξέθεσε κατά λέξη τα εξής: "Εν προκειμένω ο ενάγων αιτείται την καταβολή του ποσού των 134.597,88 ευρώ του οφειλομένου δήθεν σε αυτόν εκ παρανόμων υπερωριών (πράγμα που εμείς αρνούμεθα) πραγματοποιηθεισών κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2002 μέχρι 30-8-2003 και από 9-12-2003 μέχρι 11-4-2005.

Η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται καταδήλως στην καλή πίστη, γιατί απεδέχετο και εισέπραττε αυτός κατά το χρονικό διάστημα αυτό, χωρίς ποτέ να αξιώσει τον συνυπολογισμό του πρόσθετου τούτου ανταλλάγματος προς καθορισμό του ύψους των καταβαλλομένων σε αυτόν ωρομισθίων για 4ωρη και παραπάνω ημερήσια υπερωριακή απασχόληση ή να διαμαρτυρηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο για τον καθορισμό των ωρομισθίων και την προς αυτόν καταβολή προσαυξήσεως υπολειπομένης της νομίμου επιδείξας αδράνεια εκ της οποίας δημιουργήθηκε η πεποίθησή μας ότι δεν θα προεβάλλοντο άλλες αξιώσεις, με αποτέλεσμα να τίθεται ήδη σε κίνδυνο η οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεως, καθόσον ειδικώτερον, δια της έγκαιρης εκ μέρους της προβολής των αξιώσεών του ή δια της απαρχής διαμαρτυρίας τούτου θα απετρέπετο η επαπειλουμένη ήδη οικονομική επιβάρυνση ευρώ 134.597,88 και θα διαμορφώνετο εγκαίρως, στην εταιρεία μας, εκ της οποίας θα καθίστατο εφικτή η λειτουργία αυτής άνευ υπερωριακής απασχολήσεως πολυάριθμων υπαλλήλων αξιούντων ήδη μετά μακρό χρόνο την πληρωμή συμπληρωματικών αποζημιώσεων μετά των οικείων τόκων".

Με αυτό το περιεχόμενο η προταθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού τα περιστατικά τα οποία επικαλέσθηκε η εναγομένη για τη θεμελίωσή της, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική κατά την προπαρατεθείσα έννοια.

Ειδικότερα τα περιστατικά αυτά ανάγονταν κυρίως στη μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, και αν ακόμη είχε δημιουργήσει στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκούσε για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, ενώ περαιτέρω οι επικαλούμενες δυσμενείς για την εναγομένη οικονομικές συνέπειες δεν εξειδικεύθηκαν επαρκώς.

Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το λόγο της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεώς της από το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

8. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή των δευτέρου κατά το δεύτερο σκέλος του, τρίτου και τετάρτου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και ειδικότερα κατά το μέρος της που υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο αυτό (ενάγοντα) αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και για νυκτερινή εργασία, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. Κ.Πολ.Δ.) και να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων λόγω της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι η από 19-4-2013 αίτηση για αναίρεση της 5050/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών δεν ασκήθηκε όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ