505/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 4245/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε κατ’ ουσία την από 10-6-2010 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 883/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή κατ’ ουσία η από 10-5-2008 με αριθ. καταθ. .../2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, λόγω της συμβάσεως εργασίας του που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για επίδομα αυξημένης ευθύνης, που χορηγείτο στους υπαλλήλους της και δεν του το χορήγησε. Με την εφετειακή απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης. απορρίφθηκε η αντέφεση του αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated505/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 9/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 505 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 505/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βρεττό, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χρηματιστήριο Αθηνών
Α.Ε." (πρώην "Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Παπασταύρου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 883/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4245/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/2/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 9/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 4245/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε κατ’ ουσία την από 10-6-2010 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 883/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή κατ’ ουσία η από 10-5-2008 με αριθ. καταθ. .../2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, λόγω της συμβάσεως εργασίας του που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για επίδομα αυξημένης ευθύνης, που χορηγείτο στους υπαλλήλους της και δεν του το χορήγησε. Με την εφετειακή απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης. απορρίφθηκε η αντέφεση του αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή τ(ον οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Εξάλλου κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας". Από τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015).
Γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των μισθών κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, δηλαδή όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, κάθε μια από αυτές υπάγεται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς (Α.Π. 243/2008).
Περαιτέρω από τα άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι συνεπώς δίκαιη και εύλογη κατ’ αντικειμενική κρίση.
Η πιο πάνω αρχή (της ίσης μεταχειρίσεως) έχει εφαρμογή μόνο επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος κατά τα ήδη εκτεθέντα (Α.Π. 981/2011).
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν παραβιάζεται όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογης ή ίσης αξίας που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη (Α.Π. 107/2006).
Στις προαναφερθείσες περιπτώσεις της δικαιολογημένης εκ μέρους του εργοδότη διαφορετικής μεταχειρίσεως των μισθωτών από την άποψη της αμοιβής, δεν μπορούν να θεμελιωθούν αξιώσεις τους κατ’ αυτού ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ. περί αδικοπραξιών, λόγο) μη συνδρομής του στοιχείου του παρανόμου ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της αιτίας βάσει της οποίας επήλθε ο πλουτισμός του εργοδότη (Ολ. Α.Π. 22/2003, Α.Π.413/1994). Περαιτέρω το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών είχε συσταθεί από τις 26-10-1928 ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου [άρθρα 1, 37 ν. 3632/1928 (ΦΕΚ Α 137)], μετετράπη από τις 17-7-1995 σε ανώνυμη εταιρεία [άρθρα 1, 62 ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α 146)] και ήδη έχει μετονομασθεί σε Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε. [άρθρα 13 παρ. 5, 41 ν. 2937/2001 (ΦΕΚ Α 169), 1, 15 ν. 3152/2003 (ΦΕΚ Α 152)].
Στο ν. 2324/1995, όπως ίσχυσε κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο (1999-2006), ορίσθηκαν ειδικότερα τα εξής: "Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Αξιών Αθηνών μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε." και συνεχίζεται με τη νέα αυτή μορφή διεπόμενο από τις διατάξεις αυτού του νόμου και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες" (άρθρο 1). "Το ...
Αθηνών Α.Ε. απολαύει, ως ανώνυμη εταιρία, διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας, υπό την εποπτεία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας" (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α). "Το ... Αθηνών Α.Ε. δεν υπάγεται στις διατάξεις που προβλέπουν οποιουσδήποτε περιορισμούς για τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, εκτός από τα θέματα των προσλήψεων, τα οποία θα αντιμετωπισθούν με εφαρμογή του ν. 2190/1994" (άρθρο 4 παρ. 5). "Η σχέση εργασίας που συνδέει το υπάρχον προσωπικό με το Χρηματιστήριο Αξιών
Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών διατηρείται και μεταξύ του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. και του υπάρχοντος αυτού προσωπικού υπό το ισχύον σήμερα καθεστώς και τους ίδιους όρους και τα εν γένει πλεονεκτήματα, όπως μονιμότητα. Για το προσωπικό που θα προσλαμβάνεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου θα απασχολείται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (άρθρο 6 παρ. 1). "Το προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε.
διέπεται από κανονισμό εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας και από γενικό κανονισμό προσωπικού, που συντάσσονται από το διοικητικό συμβούλιο του Χ.Α.Α. Α.Ε. και εγκρίνονται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας. Με τους κανονισμούς αυτούς τροποποιούνται οι υφιστάμενες διατάξεις για τον Οργανισμό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.
Οι εργασιακές σχέσεις του υφιστάμενου προσωπικού δεν μπορούν να υποστούν βλαπτική μεταβολή" [άρθρο 6 παρ. 3, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 102 παρ. 3 ν. 2533/1997 (ΦΕΚ Α 228)]. Στην εισηγητική έκθεση του ν. 2324/1995, ως προς τις ρυθμίσεις των άρθρων 4 και 6, αναφέρονται: "Με σκοπό κυρίως τη δυνατότητα στελέχωσης του Χρηματιστηρίου με εξειδικευμένο προσωπικό, προβλέπεται στο άρθρο 4 ότι το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε.
δεν υπάγεται στις διατάξεις που προβλέπουν περιορισμούς για τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα" και "Με το άρθρο 6 προβλέπεται η ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού, τόσο εκείνου που απασχολείται στο χρηματιστήριο σήμερα, όσο και εκείνου που θα προσληφθεί μετά τη μετατροπή, ενώ γίνεται ρητή μνεία ότι η σχέση εργασίας του υπάρχοντος προσωπικού διατηρείται υπό το ισχύον σήμερα καθεστώς και τους ίδιους όρους και πλεονεκτήματα, όπως μονιμότητα κλπ".
Στο άρθρο 28 παρ. 2 του ίδιου ν. 2324/1995, όπως ίσχυσε κατά τα έτη 1999-2006, ορίσθηκε ότι: "Στους υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε., καθώς και τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας που υπηρετούν στην αρμόδια για την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Διεύθυνση και ασκούν ελεγκτικά και εποπτικά καθήκοντα, είναι δυνατόν να χορηγηθεί επίδομα αυξημένης ευθύνης, το οποίο δεν είναι δυνατόν να υπερβεί το τριάντα τοις εκατό (30%) των συνολικών αποδοχών τους.
Το επίδομα αυτό χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. και βαρύνει τον προϋπολογισμό του τελευταίου". Με την εισηγητική έκθεση του ν. 2324/1995 η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αιτιολογείται.
Επίσης στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 3152/2003 (ΦΕΚ Α 152), όπως ίσχυε ομοίως κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο (1999-2006), ορίσθηκαν τα εξής: "Τα χρηματιστήρια λειτουργούν μόνο με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. Σκοπός των χρηματιστηρίων είναι η οργάνωση των συναλλαγών επί κινητών αξιών, παραγώγων και χρηματοπιστωτικών μέσων εν γένει.
Συνιστώνται ύστερα από άδεια λειτουργίας που παρέχεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (παρ. 1) και "Διατάξεις που αναφέρονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή στο Χρηματιστήριο Αθηνών εφαρμόζονται και στα χρηματιστήρια που συνιστώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
Κατ’ εξαίρεση, διατάξεις που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ‘ " Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε." ή διατάξεις που αφορούν τις σχέσεις της εταιρείας αυτής με το υφιστάμενο κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού προσωπικό της, όπως οι διατάξεις το)ν άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 παράγραφος 1, 6, 7, 8 και 29 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), εφαρμόζονται μόνο στην εταιρεία αυτή.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και τα Υπουργεία ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στα οποία θα μεταφερθεί το κατά την κρίση του Δ.Σ. του Χ.Α.Α. πλεονάζον προσωπικό και θα ενταχθεί με το ίδιο καθεστώς εργασιακής σχέσης" (παρ. 2).
Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις εκδόθηκαν για το ήδη " Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε." ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού και οι τέσσερις Κανονισμοί Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας που ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση, ήτοι οι από 24-6-1999, από 7-12-2000, από 14-4-2005 και από 29-6-2006, καθώς και η .../0022/16-11-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας - Οικονομικών (ΦΕΚ Β 976), που επίσης ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση.
Συγκεκριμένα:
Α) Κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 ν. 2324/1995 εκδόθηκε ο "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού", ο οποίος ισχύει από τις 2-7-1997 [κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Εθνικής Οικονομίας 14991/367/25-6-1997 (ΦΕΚ Β 540), πρακτικά συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου του "Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε." της 8-5-1997] και ορίζονται σε αυτόν μεταξύ άλλων και τα εξής:
Το προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατανέμεται στις εξής κατηγορίες: α. ειδικό επιστημονικό προσωπικό, β. προσωπικό πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, γ. προσωπικό τεχνολογικής εκπαίδευσης και δ. προσωπικό δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το προσωπικό αυτό προσλαμβάνεται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου διετούς διάρκειας, η οποία δύναται μετά τη λήξη της να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε.
μετά από εισήγηση του προέδρου του (άρθρα 1 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1). Οι προσλήψεις του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, λόγω των αυξημένων προσόντων του, διενεργούνται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα. Κάθε προσλαμβανόμενος αναλαμβάνει τα συγκεκριμένα καθήκοντα τα οποία προσδιορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε., με βάση τις δραστηριότητες των υπηρεσιακών μονάδων και διευθύνσεων που προβλέπονται στον Κανονισμό Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
α και 2). Η κλίμακα βαθμολογίου του προσωπικού του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ΑΕ που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου περιλαμβάνει επτά συνολικά βαθμίδες (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α). Στις μηνιαίες αποδοχές του προσωπικού που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι κατώτερες κατά το νόμο και τις οικείες συλλογικές συμβάσεις αμοιβές, καθώς επίσης και τα κατά νόμο παρεχόμενα επιδόματα (άρθρο 5 παρ. 1).
Τα κατώτατα όρια αμοιβών των συμβασιούχων υπαλλήλων ορίζονται ανά βαθμίδα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. Με απόφαση του ιδίου οργάνου μπορούν να καταβάλλονται σε ορισμένους υπαλλήλους λόγω εξαιρετικής αποδόσεως ή υπευθυνότητας της θέσεως που κατέχουν πρόσθετες αποδοχές πέραν των προβλεπομένων κατώτατων ορίων (άρθρο 5 παρ. 2).
Το μόνιμο προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις περί μισθολογίου και βαθμολογίου των υπαλλήλων το)ν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Το προσωπικό αυτό έχει όλα τα πλεονεκτήματα των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένης της μονιμότητας (άρθρο 7 παρ. 1).
Για την υπηρεσιακή κατάσταση του μόνιμου προσωπικού και την εξέλιξη του εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθρο 7 παρ. 2).
Β) Κατά την εξουσιοδότηση επίσης του άρθρου 6 παρ. 3 ν.2324/1995 εκδόθηκαν οι τέσσερις Κανονισμοί Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας από 24-6-1999, από 7-12-2000, από 14-4-2005 και από 29-6-2006 [Εγκρίσεις Γενικών Συνελεύσεων της 24-6-1999, της 7-12-2000, της 14-4-2005 και της 29-6-2006, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 102 και 122 ν. 2533/1997 (ΦΕΚ Α 228)]. στους οποίους ως προς την "οργανωτική διάρθρωση" (άρθρο 4 όλων των πιο πάνω κανονισμών) και ως προς το "καθεστώς προσωπικού-θέσεις- αριθμός" (άρθρο 7 όλων των πιο πάνω κανονισμών) προβλέπονται και τα εξής:
Για την "οργανωτική διάρθρωση" προβλέπεται ότι αυτή περιλαμβάνει: ί.τη "Διεύθυνση Πληροφορικής", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Τεχνικής Υποστήριξης και Λειτουργίας Συστημάτων" και "Πληροφορικής Οργάνωσης και Σχεδιασμού" (από 24-6-1999 Κανονισμός/Έγκριση Γενικής Συνελεύσεως της 24-6-1999], Π. τη "Διεύθυνση Διοικητικού", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Υποστήριξης Πληροφοριακών Εγκαταστάσεων" και "Υποστήριξης Τεχνικών Εγκαταστάσεων" (από 7-12-2000 Κανονισμός/Έγκριση Γενικής Συνελεύσεως της 7-1-2000), iii.
τη "Διεύθυνση Τεχνολογικών Συστημάτων και Υπηρεσιών", με τις Υποδιευθύνσεις, α. "Διαχείρισης και Λειτουργίας Τεχνολογικοί Υποδομών και Υπηρεσιών", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Υποστήριξης Επιχειρησιακών Διαδικασιών και Χρηστών", "Διαχείρισης Υπολογιστικών Συστημάτων, Εφαρμογών και Δεδομένων", "Διαχείρισης Δικτύων και Κέντρων Δεδομένων" και "Διαχείρισης Πρόσβασης στα Συστήματα Ψηφιακής Πιστοποίησης" και β. "Ανάλυσης και Ανάπτυξης Τεχνολογικών Συστημάτων και Υπηρεσιών", στην οποία ανήκουν τα Τμήματα "Ανάπτυξης Συστημάτων Εκκαθάρισης, Διακανονισμού και Καταχώρησης", "Ανάπτυξης Συστημάτων Υποστήριξης" (από 14-4-2005 Κανονισμός/Έγκριση Γενικής Συνελεύσεως της 14-4-2005 και από 29-6-2006 Κανονισμός/Έγκριση της Γενικής Συνελεύσεως της 29-6-2006).
Για το "καθεστώς προσωπικού - θέσεις - αριθμός" προβλέπεται ότι το προσωπικό του ήδη Χρηματιστηρίου Αθηνών Α.Ε. συνδέεται μετ’ αυτού "με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενο από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του Κανονισμού Προσωπικού, με εξαίρεση τους Νομικούς Συμβούλους, οι οποίοι συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής", ενώ το προσωπικό που "υπηρετούσε στο ...
Αθηνών, κατά τη δημοσίευση του ν. 2324/1995 (17-7-1995), αποτελεί μόνιμο προσωπικό κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας περί υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "το προσωπικό αυτό διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2324/1995, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει καθώς και τις ειδικές διατάξεις του (εκάστοτε) Κανονισμού Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας και του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, στο βαθμό που ο τελευταίος δεν έρχεται σε αντίθεση με το ειδικό καθεστώς των ειδικών υπαλλήλων".
Γ) Κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 28 παρ. 2 ν. 2324/1995 και μετά την από 24-8-1995 εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. στην κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών .../0022/16-11-1995 (ΦΕΚ Β 976) αναφέρεται ότι: "Χορηγούμε, από 1ης Αυγούστου 1995, επίδομα αυξημένης ευθύνης ανερχόμενο σε ποσοστό 30% επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών τους που καταβάλλονται σταθερά και τακτικά κάθε μήνα και συντελούνται με τις μισθοδοτικές τους καταστάσεις, στους:
α. υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ΑΕ (Χ.Α.Α. Α.Ε.) που υπηρετούν σε αυτό, β. απεσπασμένους στο Χ.Α.Α. Α.Ε. υπαλλήλους, γ. υπαλλήλους του Τμήματος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών της Διεύθυνσης Πιστωτικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων του ΥΠΕΘΟ, στον προϊστάμενο της Διεύθυνσης αυτής και στον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του ΥΠΕΘΟ.
Το προβλεπόμενο από την απόφαση αυτή επίδομα καταβάλλεται στους ανωτέρω υπαλλήλους του ΥΠΕΘΟ με την προϋπόθεση ότι δεν χορηγείται σ’ αυτούς το επίδομα παραγωγικότητας του άρθρου 57 του ν. 2324/1995. Το επίδομα της απόφασης αυτής καταβάλλεται στους υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε. (Χ.Α.Α. Α.Ε.) και στους αποσπασμένους σ’ αυτό υπαλλήλους, εφ’ όσον δεν χορηγείται σ’ αυτούς έτερον επίδομα παραγωγικότητας".
Η χορήγηση του επιδόματος "αυξημένης ευθύνης" αποφασίσθηκε, όπως προκύπτει από το στοιχείο 3 του προοιμίου της συγκεκριμένης κοινής υπουργικής αποφάσεως, από "Το γεγονός ότι η φύση των εργασιών του Χρηματιστηρίου απαιτεί μεγάλη υπευθυνότητα εκ μέρους των υπαλλήλων του Χρηματιστηρίου, λόγω του εξειδικευμένου αντικειμένου και των μεγάλων χρηματικών ποσών που διακινούνται καθημερινά μέσω του Χρηματιστηρίου".
Με το άρθρο 57 ν. 2324/1995, στο οποίο παραπέμπει η ίδια κοινή υπουργική απόφαση, προστέθηκαν στο άρθρο 25 ν. 2008/1992 (με την παράγραφο 1 του οποίου επιβαλλόταν κράτηση 2 ο/οο επί καταβαλλομένων επιχορηγήσεων για την κάλυψη αποζημιώσεων γνωμοδοτικών επιτροπών εν γένει) παράγραφοι 5 και 6, στις οποίες ορίζεται ότι: "5.
Παρακρατείται ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5 ο/οο) στο σύνολο του προϋπολογισμού εκάστου έτους των επιχορηγήσεων επενδύσεων των νόμων 1116/1981. 1262/1982, 1682/1987, 1892/1990 και 2234/1994 και των εκάστοτε αναπτυξιακών νόμο)ν, το οποίο διατίθεται ως κίνητρο παραγωγικότητας στους μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
καθώς και στους αποσπασμένους σ’ αυτό υπαλλήλους. 6. Το τυχόν αδιάθετο ποσό του δύο τοις χιλίοις (2 ο/οο) της παραγράφου 1 του άρθρου 25 ν. 2008/1992 διατίθεται σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος. Προς τον σκοπό αυτόν εγγράφεται στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ειδικό έργο που αντιστοιχεί στα ποσά των παραγράφων 5 και 6.
Η διοίκηση, διάθεση και κατανομή των πόρων του ανωτέρω ποσού καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών". Περαιτέρω στο ν. 2470/1997 (ΦΕΚ Α 40), που ίσχυσε από 1-1-1997 (άρθρο 33) και αφορούσε το μισθολόγιο του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (άρθρο 24), ορίζονταν τα εξής: "Για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης, οριζόμενο κατά υπαλλήλων ως εξής..." (άρθρο 13 παρ. 1). "Τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται από 1-1-1997 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης των Υπουργών Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου ή με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών.
Μέχρι την έκδοση των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή των κοινών υπουργικών αποφάσεων, εξακολουθούν να καταβάλλονται ως διαφορά σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένα κατά το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού" (άρθρο 13 παρ. 7 εδ. α και β). "Στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου εμπίπτουν τα ποσά που προβλέπονται τις διατάξεις...
του άρθρου 57 του ν. 2324/1995..." (άρθρο 13 παρ. 8). "Πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρα προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος" (άρθρο 10 παρ. 4).
Ομοίως στο μεταγενέστερο ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) που ίσχυσε από 1-1-2004 (άρθρο 56) και αφορούσε το μισθολόγιο του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (άρθρο 21) ορίζονται τα εξής: "Για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την προσαρμογή των υπηρεσιών και του προσωπικού στις απαιτήσεις των νέων τεχνολογιών και τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων ως εξής..." (άρθρο 12 παρ. 1). "Τα καταβαλλόμενα ποσά ή παροχές υπέρ των δικαιούχων από λογαριασμούς ή διατάξεις της παραγράφου 9, μετά την αφαίρεση των ποσών της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού, ρυθμίζονται από 1-1-2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.
Μέχρι την έκδοση των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται στο ίδιο ύψος που έχουν διαμορφωθεί μέχρι την 31-12-2003, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις" (άρθρο 12 παρ. 8 εδ. α και β). "Στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου εμπίπτουν τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις...
του άρθρου 57 του ν. 2324/1995..." (άρθρο 12 παρ. 9). Τέλος κατά το άρθρο 28 του ίδιου πιο πάνω ν. 3205/2003 από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) καταργείται μεταξύ άλλων και το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 που αναφέρεται στο κίνητρο απόδοσης. Περαιτέρω στο ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α 27), που αφορούσε τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και ίσχυσε και κατά τα έτη 1999-2006 (άρθρο 35), ορίζονται και τα εξής: "1.0 νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ’ οίκον εργαζόμενοι. 2.
Εφαρμόζεται επίσης και σε φυσικά πρόσωπα τα οποία αν και δεν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν εργασία υπό συνθήκες εξάρτησης και εμφανίζουν ανάγκη προστασίας αντίστοιχη με αυτή των εργαζομένων" (άρθρο 1). "Για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ισχύουν οι διατάξεις αυτού του νόμου, εφ’ όσον δεν αποκλείονται από τη φύση τους και με την επιφύλαξη των παρακάτω ρυθμίσεων: 1.
Όπου στο νόμο αυτόν αναφέρονται εργοδοτικές οργανώσεις ή εργοδότης, νοούνται ο Υπουργός Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο. Ειδικά για τους εργαζόμενους στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης συμμετέχει και ο υπουργός που ασκεί σ’ αυτούς την εποπτεία.
Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να οριστεί κοινός εκπρόσωπος με κοινή απόφαση των δύο υπουργών. Από πλευράς των εργαζομένου οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας της κατηγορίας αυτής υπογράφονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων ανάλογης βαθμίδας. 2. Σε περίπτωση αδυναμίας υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, οι όροι εργασίας καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου υπουργού, εφόσον πρόκειται για εργαζόμενους στο Δημόσιο και του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος υπουργού για εργαζόμενους στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης" (άρθρο 19).
Κατά την εξουσιοδότηση του ν. 2470/1997 (άρθρο 24), του ν. 3205/2003 (άρθρο 21) και του ν. 1876/1990 (άρθρο 19 παρ. 2), που ίσχυσαν και κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο (1999-2006), εκδόθηκαν οι αναφερθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, α) .../0022/30-5-1997 (ΦΕΚ Β 462) που ίσχυσε από 1-1-1997 και αφορούσε την επέκταση και ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 13 ν. 2470/1997 ("κίνητρο απόδοσης") στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και β) οικ. 2/7093/0022/5-2-2004 (ΦΕΚ Β 215) που ίσχυσε από 1-1-2004 και αφορούσε την επέκταση και ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 12 ν. 3205/2003 ("κίνητρο απόδοσης") στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.
Η επέκταση και ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 13 ν. 2470/1997 και 12 ν. 3205/2003 αποφασίσθηκε, όπως προκύπτει από το στοιχείο 6 του προοιμίου και των δύο αυτών κοινών υπουργικών αποφάσεων (.../022/30-5-1997 και οικ. 2/7093/0022/5-2-2004), από "το γεγονός ότι συντρέχει περίπτωση αδυναμίας υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας" για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.
Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτει ότι το προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αθηνών Α.Ε. διέπεται, εκείνο μεν που είναι μόνιμο από τις ισχύουσες διατάξεις περί μισθολογίου των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003), εκείνο δε που είναι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις που καταρτίζονται ύστερα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις [άρθρα 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 και 2 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α 27)].
Η ποσοστιαία προσαύξηση (30%) επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών κατά την .../0022/ 16-11-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας -Οικονομικών, εκδοθείσα ύστερα από νομοθετική εξουσιοδότηση, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, ορίσθηκε μόνο για το μόνιμο προσωπικό του Χρηματιστηρίου Αθηνών Α.Ε.
ως "αντιστάθμισμα" της διατηρήσεως σε αυτό το προσωπικό (μόνιμο) του μισθολογίου των υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το οποίο δεν διαμορφώνεται με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις (πρβλ. Α.Π. 587/201 1).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών το)ν διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ" ουσία (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 247/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο , που δίκασε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης- αναιρεσίβλητης κατά της 883/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τα εξής : "Στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) ιστορούσε ότι είναι "κάτοχος ειδικού πτυχίου πληροφορικής Α.Ε.Ι." και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας διετούς διάρκειας (1.1.2000-31.12.2001), απασχολήθηκε στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ως Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων περί προσλήψεων στον δημόσιο τομέα, "στα Τμήματα Παρακολούθησης Συναλλαγών και Εταιριών Παροχής Υπηρεσιών Εμπορίας και Χρηματοπιστωτικού Κλάδου, χειριζόμενος, αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο, ηλεκτρονικό υπολογιστή".
Ότι η εργασιακή του σύμβαση, μετά τη λήξη της, μετετράπη σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ενώ, την 10.7.2006, μεταφέρθηκε ως πλεονάζον προσωπικό της εναγομένης και εντάχθηκε, με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Ότι δικαιούται, για το επίδικο συνολικό χρονικό διάστημα από 1.1.2000 (ημερομηνία προσλήψεως του στην εναγομένη) μέχρι 10.7.2006 (ημερομηνία αποχωρήσεως του από την υπηρεσία της εναγομένης, με τη μεταφορά και ένταξη του, ως δημόσιος υπάλληλος, στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών), α.- το επίδομα πληροφορικής από την αρχή της ισότητας και την αρχή της ίσης μεταχείρισης καθώς και β.- το επίδομα αυξημένης ευθύνης από την "έγκυρη" σύμβαση εργασίας του και την .../0022/16.11.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας- Οικονομικών, εκδοθείσα κατά νομοθετική εξουσιοδότηση.
Ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης προσβλητική της προσωπικότητας του, κατά την έκφανση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, υπέστη σημαντική ηθική βλάβη. Ότι η εναγομένη, ως εκ τούτου, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του. Ζήτησε, ακολούθως, για τις πιο πάνω αιτίες, την επιδίκαση, καταψηφιστικώς και αναγνωριστικώς, όπως διακρίνει, του συνολικού ποσού των 55.522,92 ευρώ (4.958 ευρώ για το επίδομα πληροφορικής + 40.564,92 ευρώ για το επίδομα αυξημένης ευθύνης + 10.000 ευρώ για εύλογη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ως προς τα κεφάλαια, που αφορούν το επίδομα πληροφορικής και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, κατά τις βάσεις από την αρχή της ισότητας, από την αρχή της ίσης μεταχείρισης και από την αδικοπραξία, ως μη νόμιμη και, κατά την βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως απαράδεκτη για την αοριστία του δικογράφου της.
Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε την αγωγή νόμιμη, ως προς το κεφάλαιο, που αφορά επίδομα αυξημένης ευθύνης, κατά την βάση της από την εργασιακή σύμβαση και την .../0022/ 16.11.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας Οικονομικών, αφού απέρριψε, με την ιδία ως άνω, αιτιολογία, τις βάσεις για το συγκεκριμένο επίδομα, από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στη συνέχεια, δέχθηκε την αγωγή μερικώς στην ουσία, ως προς το κεφάλαιο, που αφορά το επίδομα αυξημένης ευθύνης, κατά τη βάση της από την εργασιακή σύμβαση και την .../0022/16.11.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, μετά την απόρριψη στην ουσία της ενστάσεως καταλογισμού και τη μερική παραδοχή στην ουσία της ενστάσεως παραγραφής, τις οποίες η εναγομένη είχε προτείνει.
Έτσι, με την 883/2010 οριστική απόφαση, α) αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.033,43 εύρο’ ), με το νόμιμο τόκο και β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.033,43 ευρώ, επίσης, με το νόμιμο τόκο για επίδομα αυξημένης ευθύνης στο χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι 10.7.2006" Στη συνέχεια το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή .αναφορικά με τη βάση της από την εργασιακή σύμβαση για το επίδομα αυξημένης ευθύνης, δεν είναι νόμιμη με την εξής αιτιολογία :" Η αγωγή, όσον αφορά το επίδομα αυξημένης ευθύνης δεν είναι νόμιμη.
Ειδικότερα, ο ενάγων προσλήφθηκε στην εναγομένη, την 1.1.2000, ήτοι μετά την μετατροπή της, την 17.7.1995, σε ανώνυμη εταιρία και απασχολήθηκε, ως προσωπικό της, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 10.7.2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Οι αποδοχές του καθορίζονταν από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας εκείνου του χρονικού διαστήματος (1.1.2000-10.7.2006).
που καταρτίσθηκαν ύστερα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με τη διαδικασία του ν. 1876/1990 και, τότε (1.1.2000- 10.7.2006), δεν είχε νόμιμη αξίωση στη ποσοστιαία προσαύξηση (30%) επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του, κατά την εκδοθείσα, ύστερα από νομοθετική εξουσιοδότηση, .../0022/ 16.11.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας - Οικονομικοί.
Η συγκεκριμένη ποσοστιαία προσαύξηση (30%) επί του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, κατά την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, ορίσθηκε, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, μόνο για το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης, ως "αντιστάθμισμα" της διατηρήσεως, στο προσωπικό αυτό (μόνιμο), του μισθολογίου των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.2470/1997, ν. 3205/2003), το οποίο δεν διαμορφώνεται με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις κατά την διαδικασία του ν. 1876/1990.
Περαιτέρω ως προς το ίδιο επίδομα αυξημένης ευθύνης, μετά την κρίση ότι ο ενάγων δεν το δικαιούται, κατά νόμο, ως προσωπικό της εναγομένης στο κρίσιμο χρονικό διάστημα 1.1.2000-10.7.2006, δεν γίνεται λόγος για αξίωση του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, από αδικαιολόγητο πλουτισμό και από αδικοπραξία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε την αγωγή νόμιμη, ως προς το επίδομα αυξημένης ευθύνης, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και βασίμως παραπονείται η εναγομένη-εκκαλούσα, με τον οικείο λόγο της εφέσεως της.
Επομένως η αντέφεση, όσο κρίθηκε παραδεκτή, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία και η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία. Να εξαφανισθεί, κατά τούτο, η 883/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Να κρατηθεί η υπόθεση, για περαιτέρω έρευνα στο παρόν Δικαστήριο, κατά το κεφάλαιο, που αφορά το επίδομα αυξημένης ευθύνης, το οποίο καθίσταται κύριο της υποθέσεως, δικάζει εξ αρχής την αγωγή στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και μετά ταύτα, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, κατά τις βάσεις της, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο, που αφορά το επίδομα αυξημένης ευθύνης.".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως προς το επίδομα αυξημένης ευθύνης ως μη νόμιμη ,δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (και δη του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 28 παρ.2 του ν.2324/1995 και της υπ’ αριθμ. .../0022/1995 ΚΥΑ ), καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση, καθόσον αφορά την επίδικη παροχή (επίδομα αυξημένης ευθύνης), δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι ο ενάγων ως εργαζόμενος στην εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανήκει σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των μονίμων υπαλλήλων της εναγομένης, στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή πράγματι.
Εξάλλου εφόσον η χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος στους λοιπούς εργαζόμενους της εναγομένης (μονίμους υπαλλήλους της) δεν έγινε υπό τη μορφή οικειοθελούς παροχής δεν συντρέχει εν προκειμένω παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 22 του Συντάγματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
που πλήττει την ως άνω κρίση του Εφετείου (αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής), είναι αβάσιμος . (βλ. ad hoc. ΑΠ 685/2016).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Ει αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη η ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, η ένσταση ή η αντένσταση ως απαράδεκτη αόριστη ή μη νόμιμη, ή το ένδικο μέσο κρίθηκε απορριπτέο ως απαράδεκτο (ΟλΑΠ 3/1997).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα σε περίπτωση απορρίψεως της αγωγής ως μη νόμιμης δεν παρέχεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ Δ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο.. Εξάλλου κατά το αρθρ. 523 παρ.1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, ακόμη και αν αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το αρθρ. 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκηση της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκηση της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολο της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνον κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια.
Κεφάλαιο, κατά την έννοια του αρθρ. 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης (ΑΠ 978/2014), διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.
Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Ως αίτηση πάντως αυτοτελής δεν νοείται οπωσδήποτε το αίτημα της διαδικαστικής πράξης, δηλαδή δεν πρόκειται για ισοδύναμους όρους, αλλά χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής η αίτηση που εισάγει για κρίση στο δικαστήριο ένα αυτοτελές και αμφισβητούμενο δικαίωμα (ΑΠ 978/2014, ΑΠ 729/2013, ΑΠ 920/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι με την ως άνω υπ. αριθ. 883/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημα-κονδύλιο του επιδόματος πληροφορικής και 2) κρίθηκε νόμιμη και έγινε, κατά μέρος δεκτή η ίδια αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημα- κονδύλιο του προαναφερθέντος επιδόματος αυξημένης ευθύνης. Η αναιρεσίβλητη, με την ασκηθείσα εμπρόθεσμα έφεση της, προσέβαλε την διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, που έκανε δεκτό το αγωγικό κονδύλιο του επιδόματος αυξημένης ευθύνης, ο δε αναιρεσείων, με τις από 28-1-2013 εμπρόθεσμα προτάσεις του, άσκησε αντέφεση, κατ’ άρθρο 523 ΚΠολΔ, με την οποία ζητούσε την παραδοχή του αγωγικού κονδυλίου του επιδόματος πληροφορικής, που απορρίφθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση, ήτοι κεφαλαίου που δεν συνέχεται, όπως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, με το προβαλλόμενο κεφάλαιο του επιδόματος της αυξημένης ευθύνης με την έφεση της αναιρεσίβλητης ,με την αιτιολογία ότι " η νομική αιτία από την οποία πηγάζει το εκκληθέν κεφάλαιο (για το επίδομα αυξημένης ευθύνης), είναι διαφορετική από εκείνη, από την οποία πηγάζει το κεφάλαιο, πληγέν με την αντέφεση (για το επίδομα πληροφορικής)".
Συνεπώς, το Εφετείο που αποφάνθηκε ως άνω και έκρινε απαράδεκτη την αντέφεση κατά το ως άνω κεφάλαιο του επιδόματος πληροφορικής, σωστά εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 522 και 523 παρ.1 του ΚΠολΔ. και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 τον άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επόμενως, ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να συμψηφισθεί στο σύνολο της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179 περ. β, και 183 ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2014 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-10-2014 αίτηση του Η. Γ. του Ν., περί αναιρέσεως της 4245/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών
Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολο της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ