Legislator Case Law & Legislation
505/2016 AI generated

505/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 505/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5540/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

505/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
damage to electrical installations liability for accidental damage negligent arson motor vehicle liability insurance private fire insurance fire damage
AI generated
504/2016
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5529/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
282/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
296/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
540/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1569/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 505 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 505/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5540/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/10/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 6/3/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης για τους 1ο και 2ο λόγους του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, απορριπτομένων όλων των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ.127/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία επί των από 25-7-2010 και 29-11-2010 εφέσεων του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 5540/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 15-2-2007 αγωγή του πρώτου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της δεύτερης να του καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση από τη μεταξύ τους σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης το συνολικό ποσό των 165.000 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 253/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 822 του ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί.

Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ’ αρχήν να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές της κύριας συμβάσεως, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση.

Όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στα πλαίσια άλλης κύριας συμβάσεως, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις (ΑΠ 1024/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ’ αριθ. .../31-3-1962 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ιωάννη Τσατσάρη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών, οι Α. Α. του Σ., Λ.

Ζ. του Φ., Λ. Ζ. του Κ., Θ. Α. του Φ. και Ι. Μ. του Μ., κατέστησαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης από την Ιερά Μονή Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους, μιας δασικής έκτασης, συνολικού εμβαδού 1.664,887 στρεμμάτων, κειμένης στη θέση "..." της χερσονήσου Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Με την υπ’ αριθμ. .../27-9-1968 συμβολαιογραφική πράξη που νόμιμα δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ/ΤΑΕ-ΕΠΕ 10177-10-1968) οι προαναφερόμενοι συνέστησαν την πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...".

Στη συνέχεια με το υπ’ αριθ. .../20-3-1969 συμβόλαιο "ανταλλαγής ισαξίων ακινήτων" του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Σταύρου Κοκκινέα οι ανωτέρω εξ αδιαιρέτου συγκύριοι αντάλλαξαν με το Ελληνικό Δημόσιο δασικές και μη εκτάσεις, αναλαμβάνοντας συγχρόνως με το ανωτέρω συμβόλαιο την υποχρέωση να αποξηράνουν τις ελώδεις και γειτονικές προς τα ανταλλαγέντα ακίνητα περιοχές.

Η μέθοδος αποξήρανσης που επιλέχθηκε (εκβάθυνση συγκεκριμένης περιοχής του έλους και επιχωμάτωση της υπόλοιπης με τα προϊόντα της εκσκαφής) είχε σαν αποτέλεσμα να συνδεθεί η περιοχή που σκάφθηκε με τη θάλασσα, μέσω ενός διαύλου που διανοίχτηκε και με τον τρόπο αυτό να δημιουργηθεί εντός της ανωτέρω ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας μία μεγάλη λιμενολεκάνη, που σταδιακά με την εισροή σ’ αυτήν των θαλασσίων υδάτων σχηματίσθηκε σε ορμίσκο.

Στην εν λόγω έκταση η πρώτη εναγομένη ανήγειρε και εκμεταλλεύεται έκτοτε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες που συνέβαλαν στη ραγδαία τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο ορμίσκος που είχε δημιουργηθεί κατά τα άνω και που αρχικά εχρησιμοποιείτο από επαγγελματικά και ερασιτεχνικά αλιευτικά σκάφη, να χρησιμοποιείται και από σκάφη αναψυχής που ανήκαν σε κατοίκους της περιοχής ..., αλλά και πελάτες των ξενοδοχείων της εναγομένης.

Η αύξηση του αριθμού των σκαφών που ελλιμενίζονταν στον ορμίσκο προκάλεσε την εμφάνιση προβλημάτων που αφορούσαν τη ρύπανση του περιβάλλοντος και την αυθαίρετη χρήση του χώρου εκ μέρους των ιδιοκτητών των σκαφών. Για τη βελτίωση της κατάστασης η εναγομένη αποφάσισε την οργανωμένη πλέον λειτουργία και εκμετάλλευση του όρμου και προς τον σκοπό αυτόν με δικές της δαπάνες προέβη στον περιμετρικό ευπρεπισμό του ορμίσκου με την επίστρωση των πρανών της λιμενολεκάνης με ελαφρό σκυρόδεμα σε κεκλιμένη μορφή και στον καθαρισμό αυτού (απορρύπανσή του).

Η χωροθέτηση του ανωτέρω τουριστικού λιμένα, αρχικά 115 θέσεων για σκάφη αναψυχής μήκους 5 έως 15 μέτρων εγκρίθηκε, κατόπιν αίτησης της εναγομένης, με την υπ’ αριθ. Α.Π.Τ./645/13-2-1997 απόφαση της Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 147/4-3-1997), όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 1535/27-3-1998 (ΦΕΚ 363/16-4-1998) απόφαση της ίδιας Υπουργού.

Με τις εν λόγω αποφάσεις απλώς εγκρίθηκε η χωροθέτηση του τουριστικού λιμένα οριζομένων συγχρόνως των εργασιών στις οποίες έπρεπε να προβεί η πρώτη εναγομένη, προκειμένου να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει ο τουριστικός λιμένας. Έτσι αρχικά η πρώτη εναγομένη δημιούργησε εγκαταστάσεις για την παροχή υπηρεσιών σε όσους αγκυροβολούσαν τα σκάφη τους και επιθυμούσαν τέτοιου είδους εξυπηρετήσεις που αφορούσαν ειδικότερα την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (μέσω πινάκων εγκατεστημένων περιμετρικά), ύδατος και καθαριότητας, καθώς επίσης τη διαμεσολάβηση για τη προμήθεια καυσίμων.

Ο ορμίσκος αυτός μετά τις προαναφερθείσες παρεμβάσεις λειτούργησε ως αγκυροβόλιο μέχρι το 2004, οπότε, και αφού προηγήθηκε η κατασκευή των αναγκαίων υποδομών (οι οποίες είχαν καθορισθεί με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις), έλαβε την υπ’ αριθ. .../24-6-2004 άδεια προκειμένου να λειτουργεί πλέον ως οργανωμένη μαρίνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2160/1993.

Το έτος 1998 ενάγων ελλιμένισε το σκάφος του με την ονομασία "...", στο αγκυροβόλιο της πρώτης εναγομένης. Το πλοίο είχε ολικό μήκος 15,50 μέτρων, πλάτος 5,44 μέτρων, βάθος νηολόγησης 1,85 μέτρων, κατασκευάσθηκε από το έτος 1988 έως το έτος 1990, είχε δε αριθμό νηολογίου .... Τις βραδινές ώρες της 7-3-2002 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο ελλιμενισμένο στο ίδιο αγκυροβόλιο σκάφος με την ονομασία "...", η οποία μεταδόθηκε στο παρακείμενο σκάφος με την ονομασία "...", και εν συνεχεία στο σκάφος της Ε.

Δ. με την ονομασία "...", που εκείνη τη στιγμή ήταν ελλιμενισμένο τρίτο προς τα δεξιά των ανωτέρω σκαφών, γι’ αυτόν που βλέπει από την ακτή προς τον λιμένα, με πρώτο το σκάφος "..." και δεύτερο το σκάφος "...", και από εκεί (μεταδόθηκε) στα μικρότερα σκάφη "..." και "...". Ειδικότερα κατ’ εκείνη τη χρονική στιγμή τα ανωτέρω σκάφη ήταν δεμένα με την πρύμνη προς την ακτή και πλευρισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, παρεμβαλλομένων μεταξύ τους (προς αποφυγή της μεταξύ τους τριβής και πρόκλησης φθορών) ελαστικών παραβλημάτων.

Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι διορισθέντες από το Λιμεναρχείο Νέων Μουδανιών Κ. Λ., ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός και Σ. Α., πυραγός του Πυροσβεστικού Σώματος, προέκυψε ότι η φωτιά κινήθηκε από τα αριστερά προς τα δεξιά, λόγω του πνέοντος ανέμου, με πιθανότερη εκδοχή να έχει εκδηλωθεί αρχικά στο αριστερότερο δεμένο πλαστικό σκάφος ....

Κατά τις διαπιστώσεις των ανωτέρω πραγματογνωμόνων δεν αποκλείσθηκε η εκδοχή να έχει εκδηλωθεί η φωτιά αρχικά στο σκάφος ... και να έχει μεταδοθεί στο σκάφος ..., πλην όμως, όπως ανέφεραν, η πιθανότητα αυτή ήταν μικρότερη. Απέκλεισαν όμως το γεγονός η φωτιά να ξεκίνησε από το σκάφος της Ε. Δ.. Κατ’ αυτούς, οι πιθανές αιτίες, πρόκλησης της πυρκαγιάς στα τρία σκάφη, μεταξύ των οποίων και σ’ αυτό του ενάγοντος, ήταν δύο, είτε υπήρξε αστοχία ηλεκτρολογικής εγκατάστασης ενός εξ αυτών (εννοούν πρόδηλα τα πλοία ...

και ...) είτε υπήρξε δολιοφθορά, πλην όμως λόγω της ολοσχερούς καταστροφής των πλοίων, σε συνδυασμό με την λάσπη, το νερό και τους θαλάσσιους οργανισμούς, που αναπτύχθηκαν, σ’ αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα να μην εντοπιστούν ευρήματα δολιοφθοράς. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ως προς την πρόκληση της πυρκαγιάς κατόπιν δολιοφθοράς ουδέν στοιχείο ανευρέθη, τόσο κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, όσο και κατά την επακολουθήσασα προανάκριση που διατάχθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πολυγύρου.

Άλλωστε εξεταζόμενοι οι ιδιοκτήτες των σκαφών ενώπιον του διενεργήσαντος την προανάκριση ανθ/ρχου Γ. Τ., αντ/ρχου Κ. Τ. και σημ/ρου Δ. Β. απέκλεισαν την αιτία αυτή. Επίσης οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι στην προβλήτα ελλιμενισμού δεν υπήρχε (κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς) μόνιμο υδροδοτικό δίκτυο πυρόσβεσης με κρουνούς, πυροσβεστικές φωλιές, μάνικες κλπ.

Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η φωτιά έγινε αντιληπτή από τον υπεύθυνο του χώρου ελλιμενισμού του συγκροτήματος της πρώτης εναγόμενης (όπως ο ίδιος κατέθεσε στην από 22-3-2002 ένορκη εξέτασή του ενώπιον του ανθ/ρχου Γ. Τ., που διενήργησε προανάκριση σχετικά με τα αίτια εκδήλωσης της πυρκαγιάς) Γ.

Π., στις 23.55 της 7-3-2002. Κατ’ εκείνη τη στιγμή διαπίστωσε ότι ήδη τα τρία πλοία καίγονταν και ότι η φωτιά είχε τέτοια ένταση που κατά την προσωπική του εκτίμηση, δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί από τον ίδιο και να προβεί στην κατάσβεσή της με τις δικές του μόνο δυνάμεις. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν του είχε παραδώσει τα κλειδιά του πλοίου ούτε βέβαια κατατέθηκε από κάποιον μάρτυρα ότι οποιοσδήποτε υπάλληλος της πρώτης εναγομένης είχε τη δυνατότητα να εισέρχεται στο πλοίο και να ελέγχει το εσωτερικό αυτού ή να το μετακινεί κατά το δοκούν.

Όσον αφορά τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης Α. Σ. και Σ. Τ., αυτοί είχαν προσληφθεί ως φύλακες ολόκληρου του ξενοδοχειακού συγκροτήματος αυτής, οι οποίοι με όχημα περιπολούσαν όλη την έκταση και εφόσον υπέπιπτε. στην αντίληψή τους κάποιο πρόβλημα το ανέφεραν στον προϊστάμενό τους Κ. Κ.. Οι συγκεκριμένοι φύλακες, οι οποίοι διήλθαν τον χώρο του ελλιμενισμού των πλοίων με το όχημα περιπολίας στις 23.30, δεν ήταν φύλακες αποκλειστικά του εν λόγω χώρου, ούτως ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στην κρίση ότι στα καθήκοντα τους ανάγονταν αποκλειστικά η φύλαξη του χώρου του αγκυροβολίου.

Αυτοί αφού διήλθαν από τον εν λόγω χώρο, στη συνέχεια με το όχημα περιπολίας συνέχισαν τη διαδρομή τους προκειμένου να προβούν στον έλεγχο των λοιπών χώρων των ξενοδοχείων που καταλαμβάνουν έκταση 6.000 στρεμμάτων περίπου. Ο μάρτυρας του ενάγοντος Ι. Ε. που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι υπήρχε 24η φύλαξη του αγκυροβολίου, πλην όμως όταν κλήθηκε να προσδιορίσει ποια ήταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα που ήταν επιφορτισμένα με τη φύλαξη, απήντησε ότι γνώριζε τον Γ.

Π. "και κάποιοι άλλοι άνθρωποι με τις μπλούζες της μαρίνας". Ο ενάγων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τον είχαν διαβεβαιώσει προφορικά τόσο ο Δ. Κ., υπεύθυνος του αγκυροβολίου το έτος 1998 όσο και επόμενος υπεύθυνος Γ. Π., ότι το πλοίο του θα τυγχάνει συνεχούς επίβλεψης και φύλαξης, προσκομίζει δε προς επιστήριξη του ισχυρισμού του αυτού το έντυπο των όρων χρήσης του αγκυροβολίου που του είχε εγχειρήσει ο Γ.

Π.. Στο εν λόγω όμως έγγραφο, όσο και στα διαφημιστικά φυλλάδια που προσκομίζει ο ίδιος, ουδείς λόγος περί φύλαξης γίνεται. Ο ίδιος καταλήγει συμπερασματικά, από το γεγονός ότι επειδή στους όρους χρήσης του αγκυροβολίου περιλαμβάνονταν και οι όροι περί απαγόρευσης κατάληψης θέσης στο αγκυροβόλιο χωρίς την έγκριση του υπευθύνου και περί του δικαιώματος του τελευταίου να μετακινεί τα πλοία όταν αυτό επιβάλλονταν για λόγους ασφάλειας ή καλής λειτουργίας της μαρίνας, καθώς επίσης αυτός κατέβαλε ετησίως ένα ποσό για την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ότι αυτό περιελάμβανε και τη φύλαξη του πλοίου.

Στο έγγραφο όμως (φωτοτυπικό αντίγραφο) που προσκομίζει αυτός με τις παρεχόμενες υπηρεσίες εκ μέρους της πρώτης εναγομένης ουδέν αναγράφεται περί της 24ης φύλαξης. Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα αποδεικνύεται ότι μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης δεν καταρτίσθηκε σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, αλλά σύμβαση παραχώρησης χώρου (μίσθωσης) στο αγκυροβόλιο σε συνδυασμό με την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και διαμεσολάβησης προμήθειας καυσίμων.

Άλλωστε από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα από 18-7-1999 και 25-7-2000 τρεις αποδείξεις της πρώτης εναγόμενης, προκύπτει ότι αυτός κατέβαλε τα ποσά των 154.124, 279.346 και 394.064 δραχμών, αντίστοιχα, για την παροχή υπηρεσιών γενικά, χωρίς να αναφέρεται στα έγγραφα αυτά και η υποχρέωση της εταιρίας για τη φύλαξη του πλοίου.

Μάλιστα στις εν λόγω αποδείξεις έχει διαγραφεί η λέξη "αγκυροβολίου". Τούτο ήταν γνωστό στον ενάγοντα, ο οποίος ουδόλως διαμαρτυρήθηκε για το ότι δεν αναγράφονταν μεταξύ των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης και η παροχή υπηρεσιών φύλαξης του πλοίου, ούτε επιζήτησε την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης προκειμένου να διασφαλίσει την εν γένει προστασία του πλοίου του και συνακόλουθα την ανάληψη της αντίστοιχης ευθύνης εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης που θα συνεπάγονταν αυτό το γεγονός, καθόσον η απλή σύμβαση ελλιμενισμού σκαφών χαρακτηρίζεται ως σύμβαση μίσθωσης ακινήτου...

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο υπεύθυνος του αγκυροβολίου το έτος 1993 Δ. Κ. και από το έτος 1999 ο Γ. Π. τον είχαν διαβεβαιώσει προφορικά περί της φύλαξης του πλοίου του επί 24ης βάσης επί δώδεκα μήνες τον χρόνο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε ότι δεν υφίσταται η απαραίτητη υποδομή για την πυρασφάλεια (οι πραγματογνώμονες είχαν διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε μόνιμο υδροδοτικό δίκτυο πυρόσβεσης), καθώς επίσης γνώριζε ότι δεν υπήρχε φύλακας που απασχολείτο αποκλειστικά με τη φύλαξη των ελλιμενισμένων στο αγκυροβόλιο πλοίων.

Ήταν ευκόλως αντιληπτό από αυτόν ότι ο δεύτερος εναγόμενος Γ. Π. δεν θα μπορούσε να ασχολείται με τη φύλαξη των πλοίων επί 24ης βάσης επί δώδεκα μήνες τον χρόνο. Περί του χαρακτήρα της σύμβασης της συναπτομένης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και του εκάστοτε ιδιοκτήτη πλοίου ως μίσθωσης χώρου και παροχής υπηρεσιών καθαριότητας, ηλεκτροδότησης, υδροδότησης και διαμεσολάβησης στην προμήθεια καυσίμων κατέθεσαν σαφώς στις ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη οι Ε.

Τ., Φ. Κ. και Σ. Ν., οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες σκαφών που είχαν αγκυροβολήσει τα πλοία τους στον διαμορφωθέντα από την πρώτη εναγόμενη όρμο. Άλλωστε, όπως κατέθεσαν οι ίδιοι, και η καταβαλλόμενη από έκαστο ιδιοκτήτη σκάφους αμοιβή ήταν πολύ μικρότερη από αυτήν που θα κατέβαλε κάποιος σε διαμορφωμένη μαρίνα.

Επομένως, εφόσον μεταξύ των διαδίκων δεν είχε συναφθεί ατύπως σύμβαση αμειβομένης παρακαταθήκης, η πρώτη εναγομένη ουδεμία ευθύνη έφερε για την καταστροφή του πλοίου του ενάγοντος από την προπεριγραφείσα πυρκαγιά και συνακόλουθα ουδεμία υποχρέωση αποζημίωσης αυτού είχε με βάση τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ". Το γεγονός ότι οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης είχαν τη δυνατότητα να μετακινούν τα πλοία σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως έκαναν και με τα πλοία "..." και "...", που τα απομάκρυναν προκειμένου να μη μεταδοθεί και σε αυτά η φωτιά, δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της σύμβασης που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η εν λόγω μετακίνηση έγινε πράγματι λόγω των εξαιρετικών συνθηκών που προέκυψαν και μάλιστα χωρίς οι υπάλληλοι να εισέλθουν στα πλοία (αφού δεν τους είχαν παραδοθεί τα κλειδιά αυτών), αλλά εξωτερικά με μία μικρή λέμβο.

Εξάλλου ο ενάγων ουδόλως ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στη μετακίνηση (αλλαγή θέσης) του πλοίου, τόσο αυτού με την ονομασία "..." όσο και του άλλου πλοίου που κατείχε πριν την αγορά, του τελευταίου, που επίσης το είχε ελλιμενισμένο στο αγκυροβόλιο αυτής, χωρίς να υφίσταται λόγος". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το εκκαλούμενο μέρος της, δηλαδή ως προς το μέρος που έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, απέρριψε ακολούθως και κατά το μέρος αυτό την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης δεν καταρτίστηκε σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, αλλά μόνον σύμβαση παραχώρησης απ’ αυτή χώρου στο αγκυροβόλιό της για το ελλιμενισμό του πλοίου του αναιρεσείοντος "..." σε συνδυασμό και με την παροχή εκεί υπηρεσιών καθαριότητας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και διαμεσολάβησης στην προμήθεια καυσίμων, αξιολογώντας τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του:

α) Ο αναιρεσείων δεν παρέδωσε τα κλειδιά του πλοίου του στην αναιρεσίβλητη, οπότε αυτή δεν είχε τη δυνατότητα να εισέρχεται εντός αυτού και να ελέγχει το εσωτερικό του ούτε μπορούσε να το μετακινεί "κατά το δοκούν", β) η αναιρεσίβλητη δεν διέθετε φύλακες αποκλειστικά για το χώρο του αγκυροβολίου της, αλλά φύλακες για ολόκληρο το ξενοδοχειακό της συγκρότημα, στο οποίο πάντως περιλαμβάνεται και ο χώρος του αγκυροβολίου της, γ) στο έντυπο με τους όρους χρήσης του αγκυροβολίου, που παρέδωσε στον αναιρεσείοντα ο υπεύθυνος του αγκυροβολίου υπάλληλος της αναιρεσίβλητης Γ.

Π., όπως και στο διαφημιστικό φυλλάδιο του χώρου, δεν γίνεται λόγος για φύλαξη των πλοίων και μάλιστα 24ώρη, δ) στις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα από 18.7.1999 και 25.7.2000 τρεις αποδείξεις της αναιρεσίβλητης για τα ποσά που εισέπραξε αυτή ως αμοιβή από τον αναιρεσείοντα για τον ελλιμενισμό του πλοίου του, γίνεται λόγος για την παροχή γενικά υπηρεσιών προς αυτόν, χωρίς να αναφέρεται ειδικότερα η υποχρέωση φύλαξης του πλοίου του από την αναιρεσίβλητη, γεγονός για το οποίο δεν διαμαρτυρήθηκε ο αναιρεσείων και ούτε γενικότερα επιζήτησε την κατάρτιση ως προς τη φύλαξη έγγραφης σύμβασης, ε) ο αναιρεσείων γνώριζε την έλλειψη φυλάκων υπεύθυνων για τη φύλαξη αποκλειστικά του αγκυροβολίου της αναιρεσίβλητης, καθώς και την έλλειψη υποδομής πυρασφάλειας στο χώρο του αγκυροβολίου και δεν διαμαρτυρήθηκε για τις ελλείψεις αυτές και στ) οι ιδιοκτήτες άλλων ελλιμενισμένων στο αυτό αγκυροβόλιο πλοίων βεβαίωσαν ενόρκως ότι οι συναπτόμενες με την αναιρεσίβλητη συμβάσεις ελλιμενισμού πλοίων είχαν το χαρακτήρα απλής μίσθωσης με παροχή παράλληλα υπηρεσιών μόνο καθαριότητας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και διαμεσολάβησης στην προμήθεια καυσίμων, γι’ αυτό και η καταβαλλόμενη στην αναιρεσίβλητη αμοιβή ήταν πολύ μικρότερη από την καταβαλλόμενη για ελλιμενισμό πλοίων σε διαμορφωμένη μαρίνα.

Ωστόσο οι παραδοχές αυτές δεν είναι ικανές να στηρίξουν με επάρκεια το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, δηλαδή ότι η αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο της σύμβασής της με τον αναιρεσείοντα, δεν ανέλαβε και την υποχρέωση φύλαξης του πλοίου του, αφού α) η έλλειψη έγγραφης μεταξύ τους σύμβασης δεν αποκλείει την ανάληψη προφορικά, εκτός άλλων, και της υποχρέωσης αυτής ούτε υποδηλώνει ανυπαρξία τέτοιας υποχρέωσης η μη αναφορά της στο έντυπο με τους όρους χρήσης του αγκυροβολίου της αναιρεσίβλητης και στο διαφημιστικό φυλλάδιο του χώρου, β) η έλλειψη διαμαρτυρίας του αναιρεσείοντος ως προς τη μη αναγραφή της υποχρέωσης φύλαξης του πλοίου του στις χορηγούμενες σ’ αυτόν αποδείξεις της αναιρεσίβλητης δεν σημαίνει χωρίς άλλο ανυπαρξία σχετικής υποχρέωσης, αν ληφθεί υπόψη ότι η αιτιολογία σε όμοιες αποδείξεις είναι κατά κανόνα εξαιρετικά συνοπτική και εν προκειμένω η σύνδεσή της με την παροχή προς τον αναιρεσείοντα από την αναιρεσίβλητη εν γένει υπηρεσιών αρκεί για να καλύπτει και υπάρχουσα τέτοια υποχρέωση, γ) η υποχρέωση φύλαξης του πλοίου δεν προϋποθέτει αναγκαίως την παράδοση των κλειδιών του πλοίου στον υπεύθυνο του αγκυροβολίου ούτε αποτελεί αρνητικό γνώρισμα αυτής η μη δυνατότητα του υπευθύνου να μετακινεί "κατά το δοκούν" το πλοίο, δ) η έλλειψη κατάλληλης υποδομής πυρασφάλειας στο χώρο του αγκυροβολίου της αναιρεσίβλητης εν γνώσει του αναιρεσείοντος, καθώς και η έλλειψη εν γνώσει αυτού φυλάκων υπεύθυνων για τη φύλαξη αποκλειστικά του εν λόγω χώρου, δεν υποδηλώνει οπωσδήποτε ανυπαρξία υποχρέωσης φύλαξης, αλλά ενδεχομένως πλημμελή εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής, ε) οι ιδιοκτήτες άλλων ελλιμενισμένων στο αγκυροβόλιο της αναιρεσίβλητης πλοίων αναφέρθηκαν με τις ένορκες βεβαιώσεις τους όχι στην επίδικη σύμβαση του αναιρεσείοντος, αλλά γενικά στις συμβάσεις ελλιμενισμού πλοίων στο αγκυροβόλιο της αναιρεσίβλητης, χαρακτηρίζοντας αυτές ως απλές μισθώσεις χώρου, ενώ αόριστα ισχυρίστηκαν ότι η καταβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αμοιβή υπολειπόταν της συνήθους αμοιβής για ελλιμενισμό με ανάληψη υποχρέωσης φύλαξης, την οποία και δεν προσδιόρισαν και στ) ο χώρος του αγκυροβολίου της αναιρεσίβλητης ναι μεν δεν είχε ακόμη κατά τον χρόνο που εκδηλώθηκε η καταστροφική για το πλοίο του αναιρεσείοντος πυρκαγιά άδεια λειτουργίας ως τουριστικού λιμένα, είχε όμως εγκριθεί η χωροθέτησή του ως τουριστικού λιμένα, γεγονός που επέβαλε σ’ αυτή, κατά τις εγκριτικές υπουργικές αποφάσεις, την εκτέλεση εργασιών για τη δημιουργία, μεταξύ άλλων, συστημάτων ασφάλειας και κυρίως πυρασφάλειας.

Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας διαφορετικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το σχετικό μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου του.

Συνεπώς κατά μερική παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις απορρέουσες από την κύρια αγωγική βάση αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191 §2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτόν με τα υπ’ αριθ. .../2014 παραστατικά είσπραξης, σειράς Α’ , του Δημοσίου και του ΤΑΧΔΙΚ αντίστοιχα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 127/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτόν με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό παραστατικά. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ