Legislator Case Law & Legislation
505/2015 AI generated

505/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 505/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

505/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν δε αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής, να ισχυριστεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχο και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απωτέρων δικαιοπαρόχων μέχρι την συμπλήρωση πρωτοτύπου τρόπου.

Keywords

AI generated
territorial guarantee territorial scope of the Treaty exclusion zone order hazard zone action for boundary determination quarrying zone
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 505 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 505/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟ ΝΤΕΒΕΛΟΠΕΡΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ARISTO DEVELOPERS A.E.", που έχει έδρα στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ν. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 3)Σ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 4)α) Φ. χας Γ. Σ., κατοίκου ... β)Θ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και γ)Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ως τριών τελευταίων ως κληρονόμων του Γ. Σ. του Θ.. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κασιμάτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4/11/2014 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Δενέζη.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΦΑΙΣΤΟΣ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τελώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2004 μη οριστική, 74/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/9/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 23/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ. 1033, 1191 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης. Έναντι του αληθινού κυρίου, όμως, δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος ( άρθρο 1033 ΑΚ).

Συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο. Ο αληθής κύριος, στην περίπτωση αυτή της μεταβιβάσεως του ακινήτου του από τρίτο με συμβολαιογραφικό έγγραφο προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ) την οποία μπορεί να τη στρέψει μόνον κατά του αγοραστή και όχι και κατά του πωλητή.

Κατά του τελευταίου, εφόσον και αυτός αμφισβητεί το εμπράγματο αυτού δικαίωμα, μπορεί να ασκήσει την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 § 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως με κληρονομική διαδοχή από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.

Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό της κυριότητας ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι, αν η διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και ότι ο αποβιώσας ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου.

Αν δε αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής, να ισχυριστεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχο και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απωτέρων δικαιοπαρόχων μέχρι την συμπλήρωση πρωτοτύπου τρόπου.

Εξ’ άλλου, επί κληρονομικής διαδοχής που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ. σε περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), η κληρονομία διέπεται από τις διατάξεις του Δικαίου αυτού που δεν απαιτούσαν την τήρηση των ως άνω διατυπώσεων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 § 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29-2) του προϊσχύοντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική) είτε σιωπηρή συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ’ αυτή και απόκτησής της. Σύμφωνα επίσης με τις διατάξεις των ν.2 εισ. (2-19), 3 εισ. (3-1), 14 πανδ. (38-16), οι οικείοι (sui) δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου) είτε από διαθήκη.

Απαιτείται δε, επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να απαιτήσει την κληρονομία, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μία δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς επάνω σ’ αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η επίβλεψη του ακινήτου, η αποδοχή της κληρονομίας, η μίσθωση αυτού, η καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων.

Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου. Κατά δε τις πριν από την εισαγωγή του ΑΚ ισχύουσες διατάξεις των ν. 8 § 1 κωδ. (7.39) και βασ. 9 § 2 (50.14) για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται νομή με καλή πίστη για μία τριακονταετία. ‘ Όπως δε, συνάγεται από τους ν. 20 § 6 πανδ. (5.3), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 38 και 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.8) ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 § 4 και 6 πανδ. (41.4) και ν. 105 πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την απόκτηση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει δικαίωμα του κυρίου.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: [Το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου η ενάγουσα ζητεί ν’ αναγνωριστεί η κυριότητα της, βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας Αμαλιάδας και Δουνέϊκων, έχει εμβαδόν 12.490,13 τ.μ.

και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 109,02 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία της, νότια σε πλευρά μήκους 12,20 μ. με υπόλοιπο τμήμα που πωλήθηκε στην τέταρτη εναγομένη, ανατολικά επί τεθλασμένης γραμμής σε πλευρές μήκους 67,51 μ. 59,81 μ. , 5,72 μ., 12,24 μ. 15,67 μ. και 11,40 μέτρων με λαγκάδι ... και πέραν αυτού με ιδιοκτησία των τριών πρώτων εναγομένων και δυτικά σε τεθλασμένη επίσης γραμμή σε πλευρές μήκους 29,35 μ., 35,02 μ., 23,92 μ., 23,91μ., 30,26μ., 9,41 μ., 9,02 μ.

και 10,84 μέτρων με άμμο θαλάσσης. Σύμφωνα με την αγωγή. η έκταση αυτή των 12.490,13 τ.μ. αποτελεί τμήμα μείζονος εδαφικής εκτάσεως επιφάνειας 75 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας Αμαλιάδας και Δουνέϊκων, συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες Α., Χ.

και Π. Ψ. , δυτικά με άμμο θαλάσσης, βόρεια με αγρούς κληρονόμων Π. Ψ. και νότια με αγρούς Π. Ψ. και εν μέρει με λαγκάδι .... Την κυριότητα της έκτασης αυτής (των 75 στρ.) η ενάγουσα απέκτησε εξ αγοράς από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Προγραμματισμού Τουριστικής Εκμεταλλεύσεως και Αναπτύξεως ΕΠΤΕΑ Α.Ε." (πρώην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχεία Κέρκυρας ΑΕ"), με το ...16-10- 1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πύργου Διονυσίου Πάνου Δασιού που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαλιάδας στον τόμο ...

με αριθμό…. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό μεταβιβάστηκαν στην ενάγουσα από την άνω πωλήτρια (εκτός άλλων ακινήτων, τα οποία δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω): Α) ένας αγρός ξηρικός, εκτάσεως 23,5 στρεμμάτων περίπου, μετά του προς δυσμάς τούτου συνεχόμενου χορτολειβαδίου, εκτάσεως 40 περίπου στρεμμάτων, ήτοι αμφοτέρων 63,5 στρεμμάτων ή 63.500 τ.μ.

ή όσης έκτασης και αν είναι, κείμενος στη θέση "…" ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Δουνέϊκων του τέως Δήμου Ελίσσης της Επαρχίας Ηλείας, που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες Π. και Π. Ψ., δυτικά με άμμο θαλάσσης, βόρεια με αγρό Π. Ψ. και νότια με αγρό Π. Ψ. και εν μέρει με λαγκάδι ..., καθώς και, Β) ένας αγρός ξηρικός, εκτάσεως 10.955 τ.μ., μετά συνεχομένου προς δυσμάς χέρσου αγρού, εκτάσεως 800 τ.μ., ήτοι αμφοτέρων εκτάσεως 11.755 τ.μ. , κείμενος στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Δουνέϊκων του τέως Δήμου Ελίσσης της Επαρχίας Ηλείας, που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με αγρό πρώην Α.

Μ. και ήδη της ίδιας (πωλήτριας), βόρεια με αγρό Χ. Π. Ψ. και νότια με αγρό Π. Π. Ψ.. Το εκ των ανωτέρω υπό στοιχείο Α’ ακίνητο, εκτάσεως 63,5 στρεμμάτων, περιήλθε στην κυριότητα της ανωτέρω πωλήτριας (με την πρώην επωνυμία "Ξενοδοχεία Κέρκυρας ΑΕ") εξ αγοράς από τον Α. Κ. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...4-2-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Αριστείδη Τουρούκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου Αμαλιάδας στον τόμο … με αριθμό….

Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό ο πωλητής (Α. Μ.) μεταβίβασε στην αγοράστρια εταιρεία "Ξενοδοχεία Κερκύρας ΑΕ" (δικαιοπάροχο της ενάγουσας), έναν αγρό ξηρικό εκτάσεως 23,5 στρεμμάτων περίπου μετά του προς δυσμάς τούτου συνεχόμενου χορτολειβαδίου εκτάσεως 40 περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Δουνέϊκων της Επαρχίας Ηλείας, που συνορεύει ανατολικά εν μέρει με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες Π.

και Π. Ψ., δυτικά με άμμο θαλάσσης, βόρεια με αγρό Π. Ψ. και νότια εν μέρει με αγρό Π. Ψ. και εν μέρει με λαγκάδι .... Στο συμβόλαιο αυτό περιλαμβάνεται και δήλωση του πωλητή Α. Μ., σύμφωνα με την οποία στον αγρό των 23,5 στρεμμάτων και στο βόρειο μέρος αυτού, συμπεριλαμβάνεται και τμήμα αγρού, έκτασης 3,5 στρεμμάτων, που προέρχεται από ανταλλαγή μετά του Π.

Ψ.. Το εν λόγω ακίνητο, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο αυτό, ο πωλητής Α. Μ. απέκτησε κατά κυριότητα εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1936 πατρός του Κ. Μ. και δυνάμει της ...31-7-1936 δημόσιας διαθήκης του συνταχθείσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύργου Βασιλείου Μαρινόπουλου, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε αυτός νομίμως αναμιχθείς έκτοτε ενεργώς σ’ αυτήν.

Στην ως άνω διαθήκη δεν γίνεται αναφορά των ορίων του κληρονομιαίου ακινήτου, καθόσον ο διαθέτης αρκέστηκε να αναφέρει ότι "... Εις δε τον υιόν μου Α. αφήνω ως κληρονομικόν μερίδιόν του άπασαν την υπόλοιπον εξ ακινήτων αστικών και αγροτικών περιουσίαν μου και κινητήν τοιαύτην οπουδήποτε κειμένην και εξ οιωνδήποτε μερών συγκειμένην...".

Ο ανωτέρω Κ. Μ. απέκτησε την κυριότητα του άνω ακινήτου εξ αγοράς από τον Χ. Π. Ν. δυνάμει ...21-9-1916 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύργου Δημοσθένους Κοκκαλιάρη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ελίσσης του υποθηκοφυλακείου Αμαλιάδας στον τόμο ... με αριθμό ... Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό ο πωλητής Χ.

Π. Ν. μεταβίβασε κατά κυριότητα στον αγοραστή Κ. Μ. ένα κτήμα, αποτελούμενο εκ στρεμμάτων δέκα εννέα (19) ως έγγιστα σταφιδαμπέλου και εξ ενός (1) στρέμματος ως έγγιστα αμπέλου μετά των σταφιδαλωνίων, χαμωγείου οικίας, φρέατος και διαφόρων δένδρων και εκ τεσσαρόκοντα (40) στρεμμάτων ως έγγιστα αγρού, πάντα ταύτα συνεχόμενα και αποτελούντα ένα κτήμα κείμενο εις θέσιν "…" ή …" όριον ...

του Δήμου Ελίσσης και οριοθετούμενον, ανατολικά με αγρούς κληρονόμων Δ. Ψ., άμπελον Σ. Λ., Ν. Ν., δυτικά, με άμμο θαλάσσης, βόρεια με σταφιδάμπελο κληρονόμων Ψ. και νότια με αγρούς Θ. Κ.. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, για πρώτη φορά ως νότιο όριο (εν μέρει) του εν λόγω επί μέρους ακινήτου της ενάγουσας των 63,5 στρεμμάτων δεν αναφέρεται το λαγκάδι της ..., το οποίο αναφέρεται ως εν μέρει νότιο όριο στους μεταγενέστερους τίτλους που επικαλείται η ενάγουσα (...1963 και ...1969 συμβόλαια), αλλά οι αγροί του Θ.

Κ.,. περί των οποίων όμως θα γίνει εκτενέστερη αναφορά παρακάτω, δεδομένου ότι η έριδα περί του επιδίκου ακινήτου εστιάζεται σε εδαφική έκταση ευρισκομένη μεταξύ του νοτίου - κατά την ενάγουσα - και βορείου - κατά τους εναγομένους - ορίου των ακινήτων του, που κατά μεν την πρώτη είναι το λαγκάδι ..., κατά δε τους δεύτερους το λαγκάδι τούτο δεν αποτελεί το βόρειο σύνορο τους, αλλά η υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας.

Στον ανωτέρω Χ. Π. Ν. το εν λόγω ακίνητο περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα εκ κληρονομιάς της μητρός του Β. χας Π. Ν., που αποβίωσε το έτος 1911, δυνάμει της ...27-11-1909 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Πύργου Γεωργίου Π. Αχόλου που δημοσιεύθηκε την 2-3-1911, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε αυτός νομίμως αναμιχθείς έκτοτε ενεργώς σ’ αυτήν.

Σύμφωνα με την διαθήκη αυτή η ανωτέρω διαθέτης Β. χα Π. Ν. εγκατέστησε κληρονόμο της τον γιό της Χ. Π. Ν. σε ένα κτήμα συγκείμενο εκ σταφιδαμπέλου εκτάσεως είκοσι στρεμμάτων και της χαμωγείου οικίας της, εβδομήντα στρεμμάτων αγρού και ενός στρέμματος αμπέλου, στην θέση "… ή …" του χωρίου ... Δήμου Ελίσσης, συνορεύον γύρωθεν με δημόσιο δρόμο, με σταφιδάμπελο κληρονόμων Δ.

Ψ., με αγρούς κληρονόμων Α. Δ. και με θάλασσα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην Β. χα Π. Ν. είχε περιέλθει το εν λόγω ακίνητο εκ κληρονομιάς του πατρός της Π. Κ., στον οποίο τέλος είχε περιέλθει δυνάμει του ...1-3-1889 παραχωρητηρίου του Ελληνικού Δημοσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Δήμου Ελίσσης στον τόμο ...

με αριθμό .... Σύμφωνα με το παραχωρητήριο αυτό παραχωρήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στον Π. Κ. 80 στρέμματα βασιλικό στη Θέση "… " του χωρίου "…" του Δήμου Ήλιδος, οριοθετούμενα προς ανατολάς με γαίας ακαλλιεργήτους, δυσμάς με γαίας εθνικάς και θάλασσα, άρκτον με ρύακα Λάδι και μεσημβρίαν με ρύακα. Με την πρωτόδικη απόφαση αμφισβητείται η ταυτότητα της Β.

χας Π. Ν. ως θυγατέρας του Π. Κ., για το λόγο ότι δεν αναφέρεται πουθενά με το όνομα Κ., ούτε στην διαθήκη της, αλλά ούτε και στο ανωτέρω ...1916 συμβόλαιο, με το οποίο ο γιος της Χ. Π. Ν. πώλησε έκταση 60 στρεμμάτων ως έγγιστα στον Κ. Μ.. Όμως, ανεξαρτήτως τούτου, που δεν είναι ασφαλές κριτήριο για να διαπιστωθεί εάν το ανωτέρω παραχωρητήριο αποτελεί ή όχι τον αρχικό τίτλο της ενάγουσας [διότι είναι γνωστό τοις πόσι ότι, κατά τον χρόνο που συντάχθηκαν οι παραπάνω τίτλοι, οι γυναίκες μετά τον γάμο τους έπαιρναν το επώνυμο του συζύγου τους], η αγωγή ως προς το σημείο αυτό δεν ερευνάται, αφού είναι αόριστη, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της αποφάσεως.

Περαιτέρω, το έτερο εκ των ανωτέρω υπό στοιχείο Β’ ακίνητο, εκτάσεως 11.755 τ.μ., αποδεικνύεται ότι, περιήλθε στην κυριότητα της ανωτέρω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (δηλ. της πωλήτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.Π.Τ.Ε.Α Α.Ε.", πρώην "Ξενοδοχεία Κέρκυρας ΑΕ") εξ αγοράς από τον Δ. Π. Ψ. δυνάμει του ...27-3-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Αριστείδου Τουρούκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αμαλιάδας στον τόμο … με αριθμό ....

Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό ο πωλητής (Δ. Π. Ψ..) μεταβίβασε στην αγοράστρια ("Ξενοδοχεία Κερκύρας ΑΕ") δικαιοπάροχο της ενάγουσας, έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 10.955 τ.μ., μετά συνεχομένου προς δυσμάς χέρσου αγρού, εκτάσεως 800 τμ. , ήτοι αμφοτέρων εκτάσεως 11.755 τ.μ., κείμενο στη Θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Δουνέϊκων της Επαρχίας Ηλείας, που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικό με αγρό πρώην Α.

Μ. και ήδη της ίδιας (αγοράστριας εταιρείας "Ξενοδοχεία Κερκύρας ΑΕ"), βόρεια με αγρό Χ. Π. Ψ. και νότια με αγρό Π. Π. Ψ.. Στο συμβόλαιο αυτό προσαρτάται το από τον μήνα Μάιο 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ., στο οποίο, εκτός από την ιδιοκτησία του πωλητή Δ. Ψ., εμφαίνεται σαφώς ότι η ιδιοκτησία της "Ξενοδοχεία Κερκύρας ΑΕ" (δικαιοπαρόχου της ενάγουσας) βρίσκεται σε περιοχή ανάμεσα σε δύο ρέματα (ρέμα … βορείως και λαγκάδι … νοτίως), αγροτικά δρόμο και άμμο θάλασσας και ότι έχει φυσικό όριο νοτιοανατολικώς, εν μέρει, το λαγκάδι της….

Στον ανωτέρω Δ. Π. Ψ. το εν λόγω ακίνητο περιήλθε από τον πατέρα του Π. Ψ. λόγω νεμήσεως δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...28- 1-1946 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Ιωάννη Φάσσου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαλιάδας στον τόμο ... και με αριθμό .... Ο Π. Ψ. το έτος 1923 απέκτησε από τον Π. Δ. Κ. με άτυπη αγοραπωλησία την νομή του ανωτέρω ακινήτου σε μεγαλύτερη έκταση, ήτοι αυτή των 40 στρεμμάτων, στη θέση ...

του ορίου Δουνέϊκων του Δήμου Ελίσσης, οριοθετούμενη γύρωθεν με κτήματα Κ. Μ., δρόμο και ρεύμα, συντάχθηκε δε μεταξύ αυτών των δύο το ...9- 9-1946 προσύμφωνο ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύργου Νίκου Π. Δασιού, στο οποίο αναγνωρίζεται ότι ο Π. Ψ. νεμόταν το ανωτέρω ακίνητο από το έτος 1923. Ο δικαιοπάροχος του ανωτέρω Π.

Ψ., Π. Δ. Κ., είχε αποκτήσει κατά κυριότητα την εν λόγω έκταση των 40 ως έγγιστα στρεμμάτων στη θέση ... της περιφέρειας ... του Δήμου Ελίσσης, από τους Δ., Μ., Α. και Β. Α., δυνάμει του ...25-8-1923 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύργου Πάνου Δασιού που μεταγράφηκε στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αμαλιάδας στον τόμο ...

με αριθμό ..., στο τελευταίο δε συμβόλαιο η έκταση περιγράφεται επίσης οριοθετούμενη γύρωθεν με κτήματα Κ. Μ., δρόμο και ρεύμα. Σύμφωνα με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο (...1923) τα ανωτέρω τέσσερα αδέλφια Α. φέρονται να απέκτησαν το ακίνητο αυτό εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1919 πατρός των Μ. Α.. Σύμφωνα με τα ανωτέρω έγγραφα, ήτοι το ...1923 συμβόλαιο και το ...1946 προσύμφωνο, ο Π.

Ψ., απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας κατά την μερικότερη έκταση των 11.755 τ.μ. του όλου ακινήτου της των 75 περίπου στρ., φέρεται να νέμεται από το έτος 1923 έκταση σαράντα στρεμμάτων, συνορευομένη γύρωθεν με κτήματα Κ. Μ., δρόμο και ρεύμα . Από την έκταση αυτή των 40 στρεμμάτων ο Π. Ψ. κατά το έτος 1942 παραχώρησε στον γιό του Γ.

Π. Ψ.. έκταση 10 στρεμμάτων με το ...1942 συμβόλαιο νέμησης στην θέση "…" του ορίου Δουνέϊκων οριοθετουμένη ανατολικώς με δρόμο, δυτικώς με άμμο θαλάσσης, αρκτικώς με αγρούς παραχωρησιούχου Π. Ψ. και μεσημβρινώς με λαγκάδι. Έτσι, μετά την παραχώρηση αυτή των 10 στρεμμάτων από την αρχική έκταση των 40 περίπου στρεμμάτων, απέμεινε στον Π.

Ψ. έκταση 30 περίπου στρεμμάτων, την οποία στη συνέχεια το έτος 1946 με το ...1946 συμβόλαιο νεμήσεως παραχώρησε σε καθένα από τα τρία προαναφερθέντα τέκνα του, ήτοι, σύμφωνα με την περιγραφή του εν λόγω συμβολαίου, το ένα τρίτο αγρού του εξ είκοσι στρεμμάτων συνορευομένου γύρωθεν ανατολικώς με δρόμο , δυτικώς με άμμο θαλάσσης, βόρεια με αγρούς Κ.

Μ. και μεσημβρινώς με αγρούς Γ. Ψ... Σύμφωνα με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο, ο Π. Ψ. παραχωρεί στα τρία τέκνα του Π., Χ. και Δ., λόγω νεμήσεως, το πατρικό των μερίδιο και ειδικώς στον Δ. Ψ. το 1/3 διαιρετώς εξ ενός αγρού εκτάσεως ως έγγιστα είκοσι (20) στρεμμάτων κειμένου εις θέσιν "... ή ..." και εν συνεχεία του μεριδίου του Πέτρου προς το αρκτικόν μέρος και αμέσως μετά την κοινήν οδόν και οριοθετουμένου του παραχωρουμένου ανατολικώς με δρόμον, δυτικώς με άμμον, αρκτικώς με υπόλοιπον εν τρίτον, όπερ λαμβάνει ως μερίδιόν του ο Χ.

Ψ. και μεσημβρινώς με την κοινήν οδόν. Η διαφορετική ονομασία της θέσης του ακινήτου των 40 στρεμμάτων του Π. Ψ., ήτοι ως "..." στο ...1923 συμβόλαιο και στο ...1946 προσύμφωνο, ως "... ή ..." στα ...1942 και ...1946 συμβόλαια νέμησης και στο ...1963 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ουδεμία σύγχυση προκαλεί ως προς την ταυτότητα του ακινήτου, αφού από τα λοιπά στοιχεία (όρια) σαφώς προκύπτει ότι πρόκειται περί του ιδίου ακινήτου.

Περαιτέρω, καταφανώς στο ...1946 συμβόλαιο νέμησης γίνεται εσφαλμένη αναγραφή της έκτασης του παραχωρουμένου αγρού σε "είκοσι" στρέμματα, ενώ το αληθές είναι ότι, μετά την αφαίρεση των 10 στρεμμάτων με την παραχώρησή τους το έτος 1942 στον Γ. Ψ., απομένει υπόλοιπη έκταση περίπου 30 στρεμμάτων, από την οποία καθένας από τους λοιπούς τρεις γιούς του Π.

Ψ. έλαβε το 1/3, δηλαδή περίπου 10 στρέμματα έκαστος και όχι 6.666 τ.μ., που αποτελεί το κλάσμα του 1/3 επί των 20 στρεμμάτων, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε ο καθένας τους εν τέλει. Τούτο ενισχύεται και από το τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξαν τον Μάιο 1978 οι πραγματογνώμονες Γ. Μ., πολ. μηχανικός και Λ.

Π., πολ. υπομηχανικός, στα πλαίσια διενέργειας πραγματογνωμοσύνης που διετάχθη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αμαλιάδας, προκειμένου να διαπιστωθεί η καταπάτηση ή μη Δημοσίου Κτήματος. Στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα απεικονίζονται τα τέσσερα προαναφερθέντα διαδοχικά μερίδια, οριοθετούμενα ανατολικώς με αγροτικό δρόμο, βορείως και δυτικώς με ιδιοκτησία εταιρείας "ΦΑΙΣΤΟΣ" (δηλ.

της ενάγουσας) και νοτίως με ρέμα ..., άπαντα με έκταση άνω των 10.000 τ.μ. έκαστο, ειδικώς δε το φερόμενο ως ανήκον στον Δ. Ψ. (αν και είχαν προηγηθεί διαδοχικές μεταβιβάσεις στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας και στην ενάγουσα) με έκταση 11.350 τ.μ. Εκτός αυτού όμως στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα το ακίνητο της ενάγουσας εμφανίζεται να συνορεύει μεσημβρινώς εν μέρει με ιδιοκτησία Π.

Ψ. και εν μέρει με ρέμα Αγ. Μαρίνας, οι δε ανωτέρω πραγματογνώμονες με την από 27-5-1978 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους κατέληξαν, με επιφύλαξη, στο συμπέρασμα ότι η "ΕΠΕ ΦΑΙΣΤΟΣ" (ενάγουσα) κατέχει έκταση μεγαλύτερη της αναφερομένης στα ...1963, ...1969 και ...1963 συμβόλαιά της, ήτοι των 63,5 στρεμμάτων και των 11.755 τ.μ., πλην όμως ο εκπρόσωπος της, Α.

Φ., κηρύχθηκε αθώος για παράνομη κατάληψη δημοσίου κτήματος κλπ. με την 149/1979 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω από Μάιο 1978 τοπογραφικό διάγραμμα των ανωτέρω πραγματογνωμόνων απεικονίζει την ιδιοκτησία της ενάγουσας να βρίσκεται σε περιοχή ανάμεσα στα δύο ρέματα (βορείως ρέμα ...

και νοτίως ρέμα ...), αγροτικό δρόμο και άμμο θάλασσας και να έχει φυσικό όριο νοτιοανατολικώς, εν μέρει, το λαγκάδι της ..., όπως το όριο τούτο εμφαίνεται και στο προαναφερθέν από Μάιο 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού Κ. Γ. που συνοδεύει το ...1963 συμβόλαιο. Από τα παραπάνω συνταχθέντα σε ανύποπτο χρόνο, δύο τοπογραφικά διαγράμματα σαφώς προκύπτει ότι η έκταση των 80 στρεμμάτων, που ορίζεται με το ...1-3-1889 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου προς τον Π.

Κ. ως ευρισκόμενη στη θέση "…" του χωρίου "..." του Δήμου Ήλιδος, οριοθετούμενη "προς ανατολάς με γαίας ακαλλιεργήτους, δυσμάς με γαίας εθνικάς και θάλασσα, άρκτον με ρύακα Λάδι και μεσημβρίαν με ρύακα", είναι η αυτή με την εμφαινόμενη στα ανωτέρω δύο τοπογραφικά διαγράμματα όπου ευρίσκεται και η ιδιοκτησία της ενάγουσας.

Επομένως με βάση τα στοιχεία αυτά, αποδεικνύεται ότι η έκταση των 75 περίπου στρεμμάτων της ενάγουσας εμπεριέχεται στο ...1-3-1889 παραχωρητήριο. Περαιτέρω, η διαφορά που προκύπτει ως προς το δυτικό όριο του ακινήτου του Π. Ψ., το οποίο για πρώτη φορά στα ...1942 και ...1946 συμβόλαια νεμήσεως εμφανίζεται να είναι η άμμος θαλάσσης, ενώ σε όλα τα προηγούμενα δεν υπήρχε τέτοιο όριο, αλλά η οριοθεσία του ακινήτου του προσδιοριζόταν γύρωθεν με κτήματα Κ.

Μ., δρόμο και ρεύμα, δηλαδή φαίνεται να εξαφανίζεται το δυτικό όριο της έκτασης των 60 στρεμμάτων του Κ. Μ. και την θέση του να καταλαμβάνει το ακίνητο του Π. Ψ. που με τους μέχρι τότε (1946) τίτλους βρισκόταν στο βόρειο σύνορο της ιδιοκτησίας Κ. Μ., έχει την ακόλουθη εξήγηση: Μεταξύ του Π. Ψ., πατέρα και δικαιοπαρόχου του Δ.

Ψ., και του Α. Μ. υπήρξε δικαστική διαμάχη σχετικό με 20 στρέμματα του ακινήτου του τελευταίου που είχε καταλάβει ο Π. Ψ.. Ο Α. Μ., επικαλούμενος το κληρονομικό του δικαίωμα και το ...1916 προαναφερθέν συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου ο πατέρας του Κ. Μ. είχε αγοράσει από τον Χ. Ν. συνολική έκταση περί τα 60 στρ., όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήγειρε κατά του Π.

Ψ. ενώπιον του Πρωτοδικείου Ηλείας την από 5 Μαΐου 1937 περί κλήρου και διεκδικητική αγωγή του, για την οποία εκδόθηκαν οι 1050/1937, 375/1939 και 971/1939 αποφάσεις Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και επί εφέσεως κατ’ αυτών, η 85/1947 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Πατρών), δυνάμει των οποίων ο ενάγων Α. Μ. αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως κληρονόμος του Κ.

Μ. επί του επιδίκου, ήτοι ενός αγρού εκτάσεως 20 περίπου στρεμμάτων, κειμένου προς την μεσημβρίαν του ούτινος αποτελεί τμήμα μείζονος αγρού συνολικής εκτάσεως 40 στρεμμάτων, όστις (μείζων αγρός) αποτελεί το όλον μετά του συνεχομένου αυτώ κτήματος εκ 19 στρεμμάτων σταφιδαμπέλου και ενός στρέμματος αμπέλου, όπερ όλον κείται εις θέσιν "…" ορίου Δουνέϊκων και συνορεύει ανατολικώς με αγρούς κληρονόμων Δ.

Ψ., άμπελον Σ. Λ., Ν. Ν., δυτικώς με άμμον θαλάσσης, αρκτικώς με σταφιδάμπελον κληρονόμων Δ. Ψ. και μεσημβρινώς με αγρούς Θ. Κ.. Μάλιστα οι Π. Γ. Ψ., Γ. Π. Ψ. και Χ. Π. Ψ. (πατέρας και γιοι) καταδικαστηκαν με την 502/1948 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας σε ποινή φυλάκισης 40 ημερών έκαστος για αυτοδικία, επειδή κατέλαβαν αυτογνωμόνως, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού, τον εξ είκοσι στρεμμάτων αγρόν του Γ.

Μ.. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι, όταν συντάχθηκε το ...7/1946 συμβόλαιο νεμήσεως, στο οποίο ως δυτικό όριο του παραχωρηθέντος αγρού από τον Π. Ψ. στα τέκνα του μεταξύ των οποίων ο Δ.ς Ψ. (απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας με το ...1963 συμβόλαιο) εμφανίζεται η άμμος θαλάσσης, δεν είχε λήξει εισέτι η δικαστική διαμάχη μεταξύ του Α.

Μ. και του Π. Ψ., η οποία έληξε με την δικαίωση του Α. Μ. κατόπιν της έκδοσης της 85/1947 απόφασης του Εφετείου Πατρών και ο τελευταίος κατείχε παρανόμως κατά την σύνταξη του ανωτέρω ...1946 συμβολαίου την επίδικη έκταση των 20 στρεμμάτων του Α. Μ. που εκτεινόταν δυτικά μέχρι την άμμο θαλάσσης. Μετά την λήξη της διαμάχης αυτής ακολούθησε η πώληση από τον Δ.

Ψ. με το ...1963 συμβόλαιο στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας ("Ξενοδοχεία Κέρκυρας ΑΕ") των 11.755 τ.μ., στο οποίο αναφέρεται ως δυτικό όριο ο αγρός πρώην Α. Μ. (ευλόγως μετά την δικαίωση του τελευταίου κατά τα προαναφερθέντα). Περαιτέρω, έτερο σημείο που χρήζει έρευνας και διευκρινήσεως από τα παραπάνω συμβόλαια, είναι η αναφορά στο συμβόλαιο ...1916 ως νοτίου ορίου των αγρών Θ.

Κ.. Η αναφορά αυτή αιτιολογείται από το γεγονός ότι πράγματι πέραν του ρέματος και νοτίως αυτού (και όχι βορείως αυτού) υπήρχαν οι αγροί Θ. Κ. (απώτατου δικαιοπάροχου της τέταρτης εναγομένης), δηλαδή το λαγκάδι δεν συμπεριλαμβανόταν εντός των αγρών Θ. Κ., αλλά αποτελούσε το φυσικό όριό τους. Τούτο δε σαφώς προκύπτει από τον συνδυασμό του ...1923 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύργου Π.

Δασιού σύμφωνα με το οποίο ο Π. Κ., δικαιοπάροχος του Π. Ψ. αγόρασε αγρό από τον Δ. Α. που ενεργούσε και για λογαριασμό των αδελφών του Μ., Α. και Β., συνορευόμενο γύρωθεν με κτήματα Κ. Μ. (δικαιοπαρόχου του Α. Μ.), από δρόμο και από ρεύμα, με το πρώτο ...1942 συμβόλαιο νέμησης του ως άνω Π. Ψ. της ανωτέρω εκτάσεώς του στον γιό του Γ.

Ψ., όπου αναφέρεται ως μεσημβρινό όριο της παραχωρουμένης έκτασης των δέκα στρεμμάτων, "…", καθώς και με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που είχε συνταχθεί και συνόδευε τα 175/1937 πρακτικά συμβιβασμού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ήλιδος στα πλαίσια της προαναφερθείσης από το έτος 1937 δίκης μεταξύ των Α. Μ. και του Π.

Ψ.. Από το πρόχειρο αυτό σχεδιάγραμμα σαφώς προκύπτει ότι η ιδιοκτησία Κ. διαχωρίζεται από τις ιδιοκτησίες των ανωτέρω διαδίκων από Λαγκάδι και εκτείνεται νοτίως αυτού. Από τους τίτλους που εκτενώς αναλύθηκαν παραπάνω είναι σαφές ότι η ενάγουσα απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το εν λόγω ακίνητο των 75 περίπου στρεμμάτων στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας Αμαλιάδας και Δουνέϊκων, που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες Α., Χ.

και Π. Ψ., δυτικά με άμμο θαλάσσης, βόρεια με αγρούς κληρονόμων Π. Ψ. και νότια με αγρούς Π. Ψ. και εν μέρει με λαγκάδι ... με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το ...16-10-1969 συμβόλαιο του συμ/φου Πύργου εξ αγοράς από την ανώνυμη εταιρεία "ΕΠΤΕΑ ΑΕ", πρώην "Ξενοδοχεία Κερκύρας ΑΕ", που ήταν αληθής κυρία αυτού, ως αποκτήσασα αυτό από αληθείς κυρίους, τον Α.

Μ. και τον Δ. Ψ., οι οποίοι επίσης είχαν γίνει κύριοι με παράγωγο τρόπο κατά τον τρόπο και με τους νομίμους τίτλους που προαναφέρθηκαν διαδοχικώς από τους αληθείς κυρίους απώτατους δικαιοπαρόχους τους, ήτοι τον Χ. Ν. και τον Π. Ψ., αντιστοίχως. Σημειώνεται ότι απ’ όλους τους παραπάνω τίτλους σαφώς προκύπτει ότι ανέκαθεν φυσικό νότιο όριο του ακινήτου της ενάγουσας ήταν και είναι το ρέμα ή Λαγκάδι, ή ρέμα ....

Εκτός όμως από τον παράγωγο τρόπο, η ενάγουσα έγινε κυρία του εν λόγω ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμόταν το ακίνητο της συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 2001, αφ’ ενός με τους προαναφερθέντες νομίμους τίτλους και με καλή πίστη πέραν της δεκαετίας, αφ’ ετέρου πέραν της εικοσαετίας και δη για χρονικό διάστημα περί τα 85 έτη, κατά το μέρος του που προέρχεται από τον απώτατο δικαιοπάροχο της Χ.

Ν. και περί τα 78 έτη κατά το μέρος του που προέρχεται από τους Δ., Μ., Α. και Β. Α., προσμετρώντας στον χρόνο της νομής της και τον χρόνο της νομής των δικαιοπαρόχων της. Οι πράξεις νομής που ασκούσε η ενάγουσα από το έτος 1969 προσιδίαζαν στην φύση του ακινήτου. Συγκεκριμένα το εκμίσθωνε κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε αγρότες (Δ., Ψ.

κ.α.) για καλλιέργεια διαφόρων αγροτικών προϊόντων, όπως πατάτες, καρπούζια, σιτηρά, ή προς βόσκηση ποιμνίων, όπως καταθέτει ο μάρτυρας της ενάγουσας, προσέτι δε βεβαιώνει με την από 2-3-1992 βεβαίωσή του ο πρόεδρος της κοινότητας Δουνέϊκων, Η. Κ.. Το γεγονός της μη καλλιέργειας τμήματος του ακινήτου της λόγω της αμμώδους υφής του εδάφους δεν αποκλείει την νομή επί όλου του ακινήτου, αφού η νομή του εκμισθωθέντος τμήματος θεωρείται πράξη νομής ολοκλήρου του κτήματος.

Παρόμοιες πράξεις νομής προσιδιάζουσες στην αγροτική φύση του ακινήτου, ήτοι καλλιέργεια διαφόρων αγροτικών προϊόντων, βόσκηση ζώων κλπ., ασκούσαν και άπαντες οι προαναφερθέντες προκάτοχοι της ενάγουσα. Από τους παραπάνω τίτλους που εκτενώς αναλύθηκαν προκύπτει ότι εντός της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως των 75 περίπου στρεμμάτων της ενάγουσας περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας τοπογράφος μηχανικός Ν.

Ν., ο οποίος συνέταξε το από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο η επίδικη έκταση απεικονίζεται υπό τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Α-Β μήκους 109,02 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, δυτικά σε τεθλασμένη γραμμή και σε πλευρές Β-Γ μήκους 29,27 μ., Γ-Δ μήκους 27,83 μ., Δ-Ε μήκους 26,36 μ., Ε-Ζ μήκους 23,92 μ., Ζ-Η μήκους 35,02 μ.

και νοτιοδυτικά σε πλευρά Η-Θ μήκους 29,36 μ. με άμμο θάλασσας, ανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή και σε πλευρές Α-Ξ μήκους 30,36 μ., Ξ-Ν μήκους 25,90 μ., Ν-Μ μήκους 15,22 μ., Μ-Λ μήκους 21,33 μ. , Λ-Κ μήκους 10,10 μ. ,Κ-Ι μήκους 43,29 μ., και νοτιοανατολικά σε πλευρά Ι-Θ μήκους 36,70μ. με ρέμα-λαγκάδι ... και πέραν αυτού με ιδιοκτησία της τέταρτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΑΡΙΣΤΟΝΤΕΒΕΛΟΠΕΡΣ ΑΕ", και έχει συνολικό εμβαδόν 10.728,83 τμ.

Κατά το έτος 2001 η τέταρτη εκ των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΝΤΕΒΕΛΟΠΕΡΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", απέκτησε την κυριότητα εξ αγοράς από τους λοιπούς εναγομένους με το ...26-6-2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Β. Γρηγορίου Κεστή που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαλιάδας στον τόμο...

με αριθμ…., εκτός άλλων ακινήτων και ενός αγροτεμαχίου ευρισκομένου στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος Δουνέϊκων του Δήμου Αμαλιάδας στην θέση "..." ή "..." ή "...", εκτάσεως 19.682,14 τ.μ., το οποίο συνορεύει (κατά το άνω συμβόλαιο), βόρεια επί πλευράς 109,02 μ. με ιδιοκτησία Γ. Χ. Ψ., νότια επί πλευράς 82,31 μ.

με ιδιοκτησία Γ. Γ. και επί πλευράς 11,74 μ. με αιγιαλό, ανατολικά επί πλευράς μήκους 310,36 μ. με ιδιοκτησία εναγομένων και δυτικώς σε πλευρές μήκους 283,05 μ. και 31,24 μ. με αιγιαλό, τούτο δε εμφαίνεται στο συνοδεύον το άνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λ. Σ.. Όμως στο ως άνω πωληθέν ακίνητο των 19.682,14 τ.μ., συμπεριλήφθηκε ως τμήμα του και το προαναφερθέν επίδικο ακίνητο των 10.728,83 τ.μ.

Συγκεκριμένα, ως τίτλοι κυριότητας των προηγουμένων συγκυρίων στο άνω συμβόλαιο αναφέρονται δύο άλλα συμβόλαια, το ...1932 και το ...1932 για συνολική έκταση 424 στρεμμάτων, τα οποία δεν προσκομίζονται. Προσκομίζεται όμως η 2779/1980 πράξη αποδοχής κληρονομιάς των τριών πρώτων εναγομένων (δικαιοπαρόχων της τέταρτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας), η οποία αναφέρεται σε μείζονα έκταση 424 στρ.

μέρος της οποίας αποτελεί η ως άνω πωληθείσα έκταση των 19.682,14 τ.μ., στην οποία σύμφωνα με το προσαρτημένο στην άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς τοπογραφικό διάγραμμα από Αυγούστου 1980 του αρχιτέκτονος μηχανικού Γ. Π., το επίδικο εδαφικό τμήμα φαίνεται ως αποτελούν τμήμα της άνω ευρύτερης ιδιοκτησίας των τριών πρώτων εναγομένων, υπό τα στοιχεία Ξ, Ο, Π και δη στην προς δυσμάς κατάληξή της προς την θάλασσα και το ρέμα.

Μάλιστα στην άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς αναφέρεται ότι η ιδιοκτησία αυτή συνορεύεται, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, βορείως εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Ξ, Ο, Π, Ρ, με ιδιοκτησία Γ. Ψ.. και εν συνεχεία με ρέμα και πέραν τούτου με ιδιοκτησία Γ. Ψ.. κλπ. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε λεπτομερώς παραπάνω το βόρειο σύνορο της εν λόγω ιδιοκτησίας, που είναι αντιστοίχως το νότιο σύνορο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, στο σημείο αυτό που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Ν, Ξ και εν μέρει Ο, δεν μπορεί να είναι η ιδιοκτησία Γ.

Ψ., διότι με την λήξη της δικαστικής διαμάχης μεταξύ του Α. Μ. και του Π. Ψ. (δικαιοπαρόχου του Γ. Ψ.) με την 85/1947 απόφαση του Εφετείου Πατρών, το τμήμα αυτό που ορίζεται με τα παραπάνω στοιχεία και, όπως εμφαίνεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα βρίσκεται βορειοδυτικά του ρέματος (σημειώνεται ότι το ρέμα σαφώς διαγράφεται στο τοπ.

διάγραμμα) με δυτικό όριο την θάλασσα, αποδόθηκε στον Π. Ψ. και ο Γ. Ψ. δεν μπορούσε να έχει δυτικό όριο την θάλασσα, όπως κατά την άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα φαίνεται να έχει. Εξάλλου επί του θέματος αυτού ο μάρτυρας των εναγομένων εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφέρει ότι βόρειο όριο του ακινήτου των εναγομένων είναι το ρέμα (...).

Επομένως με την παραπάνω δια του ...2001 συμβολαίου σύμβαση πωλήσεως, στην οποία συμβλήθηκαν οι εναγόμενοι, οι τρεις πρώτοι ως πωλητές και η τέταρτη ως αγοράστρια, απέβαλαν την ενάγουσα από το επίδικο προσβάλλοντας έτσι την κυριότητα της επ’ αυτού, χωρίς να έχουν δικαίωμα και γι’ αυτό η τελευταία πρέπει ν’ αναγνωρισθεί κυρία επί του επιδίκου εδαφοτεμαχίου, δεκτής καθισταμένης εν μέρει της αγωγής της και δη για έκταση 10.728,83 τετρ.

μέτρων και όχι για 12.490,13 τ.μ., όπως ζητεί αυτή, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι η έκταση του επιδίκου είναι η τελευταία τοιαύτη. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού που καθορίστηκε με την 490/1993 απόφαση του Νομάρχη Ηλείας (ΦΕΚ 603/28-5-1993), άλλως ως αποτελούν τμήμα της ιδιοκτησίας της έχει εξαιρεθεί ειδικώς από τον καθορισμό του παλαιού αιγιαλού, σημειώνονται τα ακόλουθα.

Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του ν. 2971/2001). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του ν. 2971/2001, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικό, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου ν. 2971/2001 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκουν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας.

Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δε δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης (Ολ. ΑΠ 24/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως της αντιφάσεως του ισχυρισμού των εναγομένων, η επίδικη έκταση δεν αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού, καθόσον μετά την έκδοση της 490/1993 απόφασης του Νομάρχη Ηλείας περί καθορισμού ορίων αιγιαλού-παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην παράκτια θέση "..." Δήμου Αμαλιάδας Ν.

Ηλείας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 603/28-5-1993, η ενάγουσα με την 3545/10-11-2009 αίτησή της προς την Κτηματική Υπηρεσία, ζήτησε την εξαίρεση της ιδιοκτησίας της από οριοθετημένη έκταση παλαιού αιγιαλού που βρίσκεται εν ισχύ (αίτηση θεραπείας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938), η δε επιτροπή που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2972/2001 "Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις", συνεδρίασε στις 14-3-2012 προκειμένου να προβεί στον καθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας στη θέση ...

στην παραλιακή περιοχή του Δήμου Ήλιδας Ν. Ηλείας, πλην όμως δεν αποφάνθηκε επί του θέματος αλλά ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία και δεν έχει κριθεί από αυτήν εισέτι το ζήτημα αυτό. Επομένως αβασίμως προβάλλεται ο ισχυρισμός από τους εναγομένους περί του ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού.] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΦΑΙΣΤΟΣ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο ήτοι με τους αναφερομένους ως άνω τίτλους καθώς και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτό, την ταυτότητα του οποίου επακριβώς προσδιορίζει, με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη επί 85 έτη με την προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία της εδαφικής εκτάσεως που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιοχής Αμαλιάδας και Δουνέϊκων, εμβαδού 10.728,83 τ.μέτρων όπως απεικονίζεται στο από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Ν.

Ν. υπό τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία, ενώ στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση, κάνοντας δεκτή την ασκηθείσα κατ’ αυτής έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα α) της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου το οποίο σαφώς προσδιόρισε κατά εμβαδόν, θέση, έκταση και όρια β) των αναγκαίων περιστατικών για την μεταβίβαση της κυριότητας τούτου στην αναιρεσίβλητη εταιρεία την οποία απέκτησε με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο.

Με τις παραδοχές αυτές του Εφετείου καθίσταται, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033, 1094, 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ και εκείνων των προαναφερομένων διατάξεων του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, εάν έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους και εάν δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση. Με την προκείμενη διάταξη που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των άρθρων 335, 338μ339, 340, ...

ΚΠολΔ ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και μόνον αυτά. Η νομιμότητα των αποδεικτικών μέσων συναρτάται προς τη διαδικασία εκδικάσεως της διαφοράς. Επί μονομελών πρωτοδικείων και επί υποθέσεων πολυμελούς δικαζομένων κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Το ίδιο ισχύει και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Στη διαδικασία αυτή είναι παραδεκτά και έγγραφα ανεπίσημα, άκυρα, ανυπόγραφα ή έγγραφα που φέρεται ότι έχουν σφάλματα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι νομίμως.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση προκειμένου να διακριβωθεί το περιεχόμενο αυτών με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται και συνιστά τμήμα του μείζονος ακινήτου της αναιρεσίβλητης αφού έλαβε υπόψη του το από Μάιο του έτους 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.

Γ. το οποίο προσαρτάται στο υπ’ αριθμόν ...27-3-1963 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Α. Τουρούκη αν και έχει μεταγενεστέρως συνταχθεί δια του οποίου συμβολαίου απέκτησε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΕ" από το Δ. Ψ. το ακίνητο Β εκτάσεως 11.755 τετ. μέτρων και έτσι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων που ο νόμος δεν επιτρέπει αφού τούτο (σχεδιάγραμμα) δεν είναι δυνατόν να συνοδεύει ως μεταγενεστέρως συνταχθέν, συμβόλαιο που έχει συνταχθεί σε προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 α ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι υποκειμένης διαδικασίας πολυμελούς δικαζομένης κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα που φέρεται ότι έχουν σφάλματα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά το δεύτερος σκέλος του δευτέρου λόγου αποδίδεται μομφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσης του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στην ενάγουσα αποκτηθείσα με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία αυτοί νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα το υπ’ αριθμ. 1ο) 5/1992 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδας 2ο) 125/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας 3ο) 73034/3687/17-7-1992 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας με τον συνοδεύοντα χάρτη του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.

Π.. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο, για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω χωρίς, όμως, να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ’ ουσίαν διάγνωση της διαφοράς", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο και τα ως άνω έγγραφα για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 6-9-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟ ΝΤΕΒΕΛΟΠΕΡΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθ. 109/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης κατά το βάσιμο αίτημα της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-9-2013 αίτηση των "ΑΡΙΣΤΟ ΝΤΕΒΕΛΟΠΕΡΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", Ν. Σ., Σ. Σ., Φ. χήρας Γ. Σ., Θ. Σ., Μ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 109/2013 αποφάσεως Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ