Legislator Case Law & Legislation
505/2011 AI generated

505/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 505/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 505 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 505/2011

Legislator headnote

AI generated

505/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 505 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 505/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 505 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 505/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. συζ. Ι. Δ., το γένος Δ. Μ., 2 Δ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Δ., 3 Κ. Ι. Δ. και 4 Ν. Ι. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αναγνωστόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. συζ. Δ. Β., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 2. Ι. Δ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή και 3. Ε. Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2004 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 877/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 31-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, αλλά μόνο καθόσον αφορά την προσβολή με αυτή της απόφασης 877/2009 του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την 8608/1.11.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Θ. Σ. προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 25.5.2010, αίτησης αναίρεσης κατά των οριστικών αποφάσεως 1) 877/2009 του Εφετείου Πατρών και 2) 119/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη της παρούσας δικάσιμο (της 12.1.2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία της πιο πάνω αναιρεσίβλητης.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικείας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Κατά δε το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠολΔ, δικαίωμα ανακοπής ερημοδικείας έχει και ο εφεσίβλητος, εφόσον δικάστηκε ερήμην. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 321 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η απόφαση του Εφετείου που εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου (εναγομένου) και απέρριψε την έφεση του κατ' αντιμωλίαν δικασθέντος εκκαλούντος (ενάγοντος) επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, με συνέπεια να μη συγχωρείται κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο, αν ασκηθεί, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον βεβαίως η απόφαση αυτή δεν έχει γίνει τελεσίδικη μετά την επίδοσή της με την πάροδο της προθεσμίας ανακοπής. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 522, 553 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη, η αναίρεση στρέφεται μόνο κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία άσκησής της, η δε απόφαση του Εφετείου Προσβάλλεται μόνο ως προς την απορριπτική της έφεσης διάταξη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2, 76 παρ.4 και 558 εδ.β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επί απλής ομοδικίας, οπότε σωρεύονται υποκειμενικά σε κοινή διαδικασία περισσότερες, ανεξάρτητες μεταξύ τους δίκες, υφίστανται δε τόσα αντικείμενα δίκης όσοι και οι απλοί ομόδικοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται ως προς κάποιο από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς και συνεπώς είναι προσβλητή κατά το μέρος αυτό με αναίρεση και πριν εκδοθεί απόφαση οριστική και προς τους λοιπούς ομοδίκους (Ολ. ΑΠ 902/1982). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στην αναγκαστική ομοδικία, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να ενταχθούν, ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Τέτοια όμως σχέση αναγκαστικής ομοδικίας και μάλιστα απορρέουσα εκ του ότι κατά τις συντρέχουσες περιστάσεις δεν δύνανται να υπάρξουν αντίθετες έναντι των ομοδίκων αποφάσεις, δεν ιδρύεται ανάμεσα στους εκ διαθήκης κληρονόμους, όταν ενάγονται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους για την αναγνώριση ως άκυρης της διαθήκης, επειδή ο διαθέτης δεν είχε συνείδηση των πραττομένων ή τη χρήση του λογικού, δεδομένου ότι υπάρχει μεν ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους, πλην όμως κατ' ουσίαν η διαφορά αναφέρεται στο ανύπαρκτο του δικαιώματος των κληρονόμων και κληροδόχων, κατά των επί της διαθήκης θεμελίωσή του, και στο υπαρκτό του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος, των εναγόντων και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται η νομική δυνατότητα της έκδοσης αντίθετων αποφάσεων ως προς κάθε ενάγοντα ή εναγόμενο (Ολ. ΑΠ 902/1982 ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις (119/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και 877/2009 του Εφετείου Πατρών) οι δυο πρώτες από τους αναιρεσίβλητους άσκησαν κατά των αναιρεσειόντων και της τρίτης από τους αναιρεσιβλήτους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, την από 20.10.2004 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερόμενων -δυο- ιδιόγραφων διαθηκών, επειδή η διαθέτιδα μητέρα τους, Ε. χήρα Δ. Μ., -η οποία με τις διαθήκες της αυτές εγκατέστησε ως κληρονόμους της τους εναγόμενους (αναιρεσείοντες) και τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους- κατά το χρόνο της σύνταξής τους βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της εξαιτίας γεροντικής άνοιας από την οποία έπασχε (ΑΚ 1719 αριθ.3). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας -το οποίο δίκασε ερήμην της δεύτερης εναγομένης και ήδη τρίτης από τους αναιρεσιβλήτους και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων- με την 119/2005 απόφασή του δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα των επίμαχων διαθηκών. Κατά της απόφασης αυτής οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος και τέταρτος από τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, το οποίο δίκασε, επίσης, ερήμην της τρίτης από τους εφεσιβλήτους και ήδη τρίτης από τους αναιρεσιβλήτους και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, και με την 877/2009 απόφασή του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, για το σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Ήδη, οι εκκαλούντες (πρώτη, δεύτερη, τρίτος και τέταρτος από τους εναγομένους) άσκησαν κατά των αντιδίκων τους εναγόντων εφεσιβλήτων και της συνεναγόμενής τους εφεσίβλητης - ως προς την οποία, όπως προεκτέθηκε, έγινε επίσης δεκτή η αγωγή- την ένδικη αίτηση αναίρεσης, με την οποία ζητούν την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων (119/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και 877/2009 του Εφετείου Πατρών). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα πρόκειται εδώ για σχέση απλής ομοδικίας, είναι παραδεκτή ως προς τους αναιρεσείοντες και την πρώτη και δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους κατά τα προδιαληφθέντα κρίθηκε οριστικά η διαφορά και περατώθηκε η δίκη. Όμως, ως προς την τρίτη από τους εφεσιβλήτους και ήδη τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους, ήτοι την Ε. Δ. Μ., η οποία δικάστηκε ερήμην στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, και δεν αποδεικνύεται ότι οι προμνημονευθείσες ερήμην -ως προς αυτήν- αποφάσεις επιδόθηκαν σ' αυτήν, ώστε να αρχίσει, κατ' άρθρο 503 παρ.1, γι' αυτήν, κάτοικο ημεδαπής, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, (η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε κατ' αποφάσεων που υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας) και ως εκ τούτου πρέπει, ως προς αυτήν, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά τη βάσιμη ένσταση των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που προβάλλεται παραδεκτά με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν μέσα στην προβλεπόμενη νόμιμη προθεσμία (570 παρ.1 ΚΠολΔ), η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Το άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 22 του ν. 3811/18.11.2009 και έχει εδώ εφαρμογή, κατ' άρθρο 23 παρ.1 του ίδιου ν. 3811/18.11.2009 σε συνδυασμό με το άρθρο 24 παρ.1 του ΕισΝΚΠολΔ, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης των προσβαλλόμενων με την αίτηση αναίρεσης αποφάσεων (29.7.2005 και 30.10.2009, αντίστοιχα), ορίζει ότι "τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση". Προκειμένου περί του ενδίκου μέσου της εφέσεως η κατάθεση αυτής στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου αντί του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δημιουργεί απαράδεκτο, καθόσον η γραμματεία του Πρωτοδικείου είναι ενιαία και ο διαχωρισμός είναι θέμα εσωτερικού κανονισμού του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (877/2009 του Εφετείου Πατρών) η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 119/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, το πρωτότυπο της οποίας οι αναιρεσείοντες δεν κατέθεσαν στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το ένδικο μέσο της έφεσης των αναιρεσειόντων και πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης. Εξάλλου, μετά την παραδοχή του λόγου αυτού ως ουσιαστικά βάσιμου, πρέπει να αναιρεθεί μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, καθ' όσον κρίθηκε κατά τα άνω παραδεκτή (ήτοι ως προς τους αναιρεσείοντες και τους πρώτο και δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους ως προς τους οποίους κρίθηκε οριστικά η διαφορά και περατώθηκε η δίκη), και όχι και εκείνη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (κατά της οποίας, να σημειωθεί, ότι παραδεκτά ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης με κατάθεσή της και στη γραμματεία του, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο νόμιμα με επίκληση ακριβές αντίγραφο με ημερομηνία 9.6.2010 της κατατεθείσας αίτησης και) που, μετά την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, δεν είναι τελεσίδικη, ώστε να εξεταστεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης που στρέφεται κατ' αυτής, το παραδεκτό του οποίου, προδήλως, τελεί υπό την αίρεση της απόρριψης του πρώτου λόγου, που έγινε όμως δεκτός.

IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλόμενη 877/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών να αναιρεθεί, αλλά μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες και την τρίτη από τους αναιρεσίβλητους, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτούς στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.5.2010 αίτηση των Θ. συζ. Ι. Δ. κλπ. για αναίρεση της 877/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών και της 119/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Ε. Δ. Μ. και δέχεται την εν λόγω αίτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Αναιρεί την 877/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών αλλά μόνον ως προς τους αναιρεσείοντες και την πρώτη και δεύτερη από τους αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο ως προς τους πιο πάνω διαδίκους, συγκροτούμενο όμως από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την πρώτη και δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ