505/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated505/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 505 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 505/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., που εκπροσωπήθηκε από την Μπελκίς Μπαϊσάλ βάσει πληρεξουσίου η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο αυτής την Χαρίκλεια Θεοφανίδου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Δημήτριο Μακαρονίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24022/1998 μη οριστική, 30125/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1538/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-12-2002 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Αιμιλίας Λίτινα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η τύχη των ακινήτων των μουσουλμάνων και Τούρκων υπηκόων, που εγκατέλειψαν την Ελλάδα, ρυθμίζεται είτε με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάννης, η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 25/25-8-1923 "περί κυρώσεως της εν Λωζάννη συνθήκης περί Ειρήνης", γι' αυτούς που εγκατέλειψαν την Ελλάδα μετά την 18-10-1912, είτε με τις διατάξεις της Συμβάσεως της Άγκυρας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία κυρώθηκε με Ν. 4793/1930 και της Δηλώσεως με αριθμό IX (9) της Συνθήκης της Λωζάννης, για τους μουσουλμάνους και Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την Ελλάδα πριν από 18-10-1912.
Με την από 10-6-1930 Σύμβαση της 'Αγκυρας, η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, ρυθμίστηκε μεταξύ των άλλων και η τύχη των περιουσιών των ανταλλαξίμων μουσουλμάνων, των μη ανταλλαξίμων μουσουλμάνων δικαιούχων της IX (9ης) Δηλώσεως της Συνθήκης της Λωζάννης, καθώς και των μουσουλμάνων Τούρκων υπηκόων.
Ειδικότερα με το άρθρο 1 της παραπάνω συμβάσεως ορίζεται ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία εγκαταλείφθηκε στην Ελλάδα από τους ανταλλάξιμους μουσουλμάνους περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα στην ελληνική Κυβέρνηση (Ελληνικό Δημόσιο), ενώ με το άρθρο 5 της ίδιας συμβάσεως ορίζεται ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία ανήκει στους μουσουλμάνους δικαιούχους της IX (9ης) Δηλώσεως περιέρχεται επίσης στο Ελληνικό Δημόσιο, με εξαίρεση την περιουσία, η οποία αποδόθηκε πράγματι στους ιδιοκτήτες της και βρίσκεται στη νομή και κατοχή τους.
Με την IX (9η) Δήλωση της Συνθήκης της Λωζάννης, η οποία έχει υπογραφεί στις 24 Ιουλίου 1923 και αφορά τα μουσουλμανικά κτήματα στην Ελλάδα, ορίστηκε ότι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των μουσουλμάνων, οι οποίοι δεν αναφέρονται στις διατάξεις της συμβάσεως για την ανταλλαγή των πληθυσμών, η οποία είχε υπογραφεί στη Λωζάννη στης 30 Ιανουαρίου 1923, και οι οποίοι εγκατέλειψαν την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης, πριν από 18-10-1912 ή διέμεναν πάντοτε εκτός της Ελλάδος, δεν θίγονται, οι μουσουλμάνοι δε αυτοί διατηρούν το δικαίωμα της ελευθέρας διαθέσεως των ιδιοκτησιών αυτών.
Περαιτέρω με το άρθρο 7 της παραπάνω Συμβάσεως της 'Αγκυρας ορίστηκε ότι τα ακίνητα που ανήκουν στους μουσουλμάνους Τούρκους υπηκόους και βρίσκονται στην Ελλάδα περιέρχονται κατά πλήρη κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, με εξαίρεση εκείνα τα οποία αποδόθηκαν στους ιδιοκτήτες τους και βρίσκονται πράγματι στην κατοχή και νομή αυτών, ενώ με το άρθρο 30 της ίδιας συμβάσεως διευκρινίστηκε ότι όπου στη σύμβαση αναγράφονται οι όροι "νυν και πράγματι", αναφέρονται στην πραγματική κατάσταση που υπήρχε κατά την ημερομηνία της 1ης Αυγούστου 1929.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων με σαφήνεια συνάγεται ότι όλα τα περιουσιακά δικαιώματα σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα: α) των ανταλλαξίμων μουσουλμάνων, β) των μη ανταλλαξίμων μουσουλμάνων, οι οποίοι αναχώρησαν από την Ελλάδα πριν από 18-10-1912 ή διέμεναν πάντοτε εκτός Ελλάδος, δηλαδή οι δικαιούχοι της IX (9ης) Δηλώσεως της Συνθήκης της Λωζάννης, και γ) των μουσουλμάνων Τούρκων υπηκόων, περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, η μοναδική δε περίπτωση να διατήρησε μουσουλμάνος ή Τούρκος υπήκοος δικαίωμα κυριότητας σε ακίνητο που βρίσκεται στην Ελλάδα είναι να μην είχε υπαχθεί αυτός στην ανταλλαγή των πληθυσμών και να ήταν δικαιούχος της ως άνω ΙΧ (9ης) Δηλώσεως δηλαδή είτε μουσουλμάνος που αναχώρησε από την Ελλάδα πριν από 18-10-1912, είτε μουσουλμάνος που διέμενε πάντοτε εκτός Ελλάδος, είτε μουσουλμάνος Τούρκος υπήκοος, σε όλες δε τις ως άνω περιπτώσεις αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση είναι να του είχε αποδοθεί το ακίνητο και να βρισκόταν αυτό πράγματι στη νομή και κατοχή του κατά την 1η Αυγούστου 1929 (ΑΠ 55/1965-ΑΠ 35/1957).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, τη τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Αλλά δεν ιδρύεται ο παρών λόγος όταν προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστους λόγους της έφεσης (ΑΠ 533/2007). Περαιτέρω, "πράγματα", που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
ΑΠ 25/2002 - ΑΠ 533/2007). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, επομένως και το λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή της τα ακόλουθα :
Ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο και παππού αυτής (Π1) Τούρκο υπήκοο, που ήταν κάτοικος Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αποχώρησε δε πριν την 18.10.1912 από την Ελλάδα και έχει ήδη πεθάνει το έτος 1947 στη Σμύρνη, δυνάμει των υπ' αριθμ. ...και ... τίτλων του Τουρκικού Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης (ταπίων) του μηνός Μαΐου του 1912 παραχωρήθηκε κατά κυριότητα ένα οικόπεδο εκτάσεως 7290 τετραγωνικών μέτρων, επί της συμβολής των οδών ...
και .... Ότι μετά το θάνατο αυτού (1947) και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του το άνω ακίνητο περιήλθε αιτία θανάτου τελικώς σ' αυτή (ενάγουσα) η οποία αποδέχθηκε και μετέγραψε την αποδοχή από αυτήν και τους δικαιοπαρόχους της του άνω κληρονομιαίου ακινήτου, που κείται στη Θεσσαλονίκη (αριθμ. πράξεως αποδοχής κληρονομιών ...
του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννου Μπαρότση). Και ότι η υπό του εναγομένου Δημοσίου κατάληψη είναι άκυρη και ζητεί να αναγνωρισθεί κυρία του ακινήτου αυτού. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε την αγωγή, ως μη νόμιμη, διότι το γεγονός και μόνο ότι δυνάμει των ως άνω μνημονευομένων τουρκικών τίτλων παραχωρήθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο της ήδη ενάγουσας, τούρκο υπήκοο και αρχικό δικαιούχο, πριν από την 18.10.1912 ακίνητο κατά κυριότητα στη Θεσσαλονίκη, ενώ αυτός είχε ήδη προ της ημερομηνίας αυτής αποχωρήσει και πάντως δεν ήταν κάτοικος Θεσσαλονίκης, χωρίς να εκτίθεται και ότι αποδόθηκε το ακίνητο σ' αυτόν ως δικαιούχο - ιδιοκτήτη από την κυρίαρχη Ελληνική Κυβέρνηση μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ως και ότι αυτός, ως ιδιοκτήτης, βρισκόταν πράγματι στη νομή και κατοχή αυτού την 1-8-1929, δεν θεμελιώνει κατά το νόμο δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του άνω επιδίκου ακινήτου και άρα ούτε της ενάγουσας, που βασίζει το επικαλούμενο δικαίωμά της σε κληρονομική διαδοχή με απώτατο δικαιοπάροχο, αποκτήσαντα πρωτοτύπως την κυριότητα, του ανωτέρω (Π1), επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι η ενάγουσα δεν παραλείπει απλώς να εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούσαν προϋπόθεση για την εφαρμογή των κανόνων δικαίου, που αναφέρονται στη νομική σκέψη, αλλά, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συνέτρεχε το στοιχείο, ότι είχε αποδοθεί το ακίνητο αυτό στον ανωτέρω δικαιοπάροχό της και ότι αυτός βρισκόταν πράγματι στη νομή και κατοχή αυτού κατά την 1η Αυγούστου 1929, το οποίο ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αγωγή έπρεπε να κριθεί απλώς ως αόριστη και όχι ως μη νόμιμη, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και τον έκρινε ως αβάσιμο το λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, ότι η αγωγή, έπασχε ποσοτική αοριστία. 'Αρα ο, περί του αντιθέτου, ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση, με το να μην ερευνήσει το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ότι η αγωγή της είναι αόριστη, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης δεν αποτελούν αίτηση, με την προαναφερόμενη έννοια.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 44/1990, Ολ. ΑΠ 3/1997). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 πλημμέλεια είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν εφαρμόζεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη (ΑΠ 1379/1984).
Συνεπώς, εφ' όσον η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ως μη νόμιμη, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτος.-
ΙV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (μειωμένα) του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2002 αίτηση της .... για αναίρεση της 1538/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ