Supreme Court allows state appeal against salary reduction claim, upholding equal treatment principle for Legal Council members.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the state's appeal against a lower court decision that had granted a salary reduction to a Legal Council member. The plaintiff argued for a 25% pay cut based on general salary regulations, but the court found this violated the principle of equality because the plaintiff had joined the Legal Council after specific exemptions for new members took effect. Consequently, the court rejected the claim for the excess reduction while upholding the lower court's procedural handling of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 29(2) of Law 4024/2011; Article 188(1)-(2) of Law 4261/2014; The principle of equality and equal treatment prohibits granting excessive salary reductions to Legal Council members who joined after the specific transitional provisions exempting them from such reductions applied to earlier entrants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 504 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 504/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Επροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Κατά τη δικάσιμο της 22ας Νοεμβρίου 2022 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν είχε καταθέσει προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Λίβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 15-11-2022. Κατά τη δικάσιμο της 22ας Νοεμβρίου 2022 είχε παραστεί με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1118/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 879/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 9-2-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 22ας Νοεμβρίου 2022, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 230/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρον 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 232/2024).
Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση στη σημερινή δικάσιμο η από 9-2-2022 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την 179/2024 Πράξη αφαίρεσης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως σε συνδυασμό με την υπ'αριθ.230/2024 πράξη του Προέδρου του Β2 Τμήματος, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 22-11-2022 ενώπιον του ως άνω Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω συνταξιοδοτήσεως του μέλους της συνθέσεως και εισηγήτριας Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου. Τόσο κατά την παρούσα δικάσιμο, όσο και κατά την αρχική οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως πιο πάνω αναφέρεται.
Με την κρινομένη από 9-2-2022 αίτηση αναιρέσεως (1057/91/2022) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 879/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η παραπάνω αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 10-2-2022, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ.
β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, ούτε είχε παρέλθει διετία από την έκδοση της, γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Με την 1184/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία και κατά τη διαδικασία του άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη η από 15-9-2017 (αρ. 575021/2017) αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, για ποσό 12.406,86 ευρώ, από αξίωση προσωπικής διαφοράς του άρθρου 29 Ν. 4024/2011.
Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 23-9-2019 (80825/2019) έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εδέχθη την έφεση από τυπικής απόψεως αλλά απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ήδη με την κρινομένη αίτηση το εδώ αναιρεσείον αιτείται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τον κατωτέρω αναφερόμενο λόγο. 1) Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερωμένης, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, αρχής της ισότητας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 1081/2023).
Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες, σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές (ΑΠ 102/2023, ΑΠ 290/2024). 2) Με την παράγραφο 22 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (Α' 65), όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3899/2010 (Α' 212), ορίζεται ότι: "Όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στο φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν.
Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται....". Περαιτέρω, με το άρθρο 14 του ν. 4024/2011 (Α' 226), όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 4111/2013 (Α' 180) ορίζεται ότι "Οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από τον βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19, και 29 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους", με το άρθρο 28 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "1.
Οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας, όπου υπηρετούν, με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου ως εξής.." και με το άρθρο 29 παρ.2, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της από 16-12-2011 Π.Ν.Π. (Α 262), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (Α 31), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...
β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:
α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".
Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, προβλέφθηκε μεταβατικό καθεστώς μισθολογικής προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, με σκοπό την ομαλοποίηση των δυσμενών επιπτώσεων από τη μεγάλη μείωση των αποδοχών τους που προκάλεσε η υπαγωγή τους στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού.
Ειδικότερα προβλέφθηκε ότι σε όσες περιπτώσεις υπαλλήλων, λόγω της υπαγωγής τους στις μισθολογικές διατάξεις του ν.4024/2011, προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μειωμένες σε ποσοστό άνω του 25% σε σύγκριση με τις αποδοχές που λάμβαναν τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του (1.11.2011), η μείωση αυτή επιβάλλεται στις αποδοχές τους άμεσα με την έναρξη της εφαρμογής του νέου μισθολογίου κατά το ποσοστό 25%, ενώ η μείωση που υπερβαίνει το ως άνω ποσοστό ορίστηκε ότι θα έπρεπε να επιβληθεί ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των προαναφερθεισών διατάξεων.
Δεδομένου όμως ότι με τις μεταγενέστερες διατάξεις της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ανεστάλη, μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή της, πέραν του 25% μείωσης των αποδοχών, η υπερβάλλουσα αυτή διαφορά, μεταξύ των αποδοχών που οι υπάλληλοι ελάμβαναν με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς και εκείνων που έπρεπε να λαμβάνουν με τις νέες μισθολογικές διατάξεις του ν. 4024/2011, άνω του ποσοστού του 25%, εξακολούθησε να καταβάλλεται με τις αποδοχές τους.
Από το περιεχόμενο τις τελευταίας διάταξης, σκοπός της οποίας είναι η ομαλότερη ενσωμάτωση των υπαλλήλων που υπέστησαν διαδοχικές μειώσεις στον μισθό τους στις νέες μισθολογικές ρυθμίσεις, συνάγεται ότι προϋπόθεση εφαρμογής της και ζήτημα καταβολής της "υπερβάλλουσας μείωσης" τίθεται, καταρχάς στην περίπτωση που ένας υπάλληλος έχει προσληφθεί και μισθοδοτηθεί πριν τη δημοσίευση του ν. 4024/2011, ώστε να υπάρχουν συγκρίσιμοι μισθοί του υπαλλήλου, προκειμένου να εξευρεθεί τυχόν μειωτική μεταξύ τους διαφορά.
Στην περίπτωση όμως υπαλλήλου προσληφθέντος ή μεταταχθέντος μετά την 1.11.2011, η ως άνω προσωπική διαφορά δεν υφίσταται και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα καταβολής της, καθώς με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία ακολουθεί τον υπάλληλο ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής του ή μετάταξής του.
Είναι άλλο δεν το ζήτημα της τυχόν επέκτασης καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης, κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη και σε άλλες ειδικότερες κατηγορίες υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά τη δημοσίευση του ν. 4024/2011. Εξάλλου, στο άρθρο 188 του νόμου 4261/2014 (Α' 107/5.5.2014) ορίζονται τα ακόλουθα "1.
Για την κατάταξη στους βαθμούς, στα μισθολογικά κλιμάκια και τον υπολογισμό της υπερβάλλουσας μείωσης των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Οικονομικών του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. 8Κ/2008, που κυρώθηκε με την αρ. 940/11.5.2010 απόφαση του Δ' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (Γ' 412), των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ του ίδιου Υπουργείου, του διαγωνισμού 2Ε/2007, που κυρώθηκε με την αρ. 319/17.2.2010 απόφαση του Γ' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (Γ' 120), των υπαλλήλων που διορίσθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 στο Υπουργείο Οικονομικών κατόπιν των αρ. 30256/28.2.2002 (Β' 299) και 1019/5.8.2003 (Β '1166) αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των αρ. 15/2Γ/2002 και 2/1Γ/2004 προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π.
σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του ν. 2643/1998 και της παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 3237/2004, καθώς και των αποφοίτων της ΚΑ' εκπαιδευτικής σειράς της Ε.Σ.Δ.Δ.Α., που τοποθετήθηκαν στο ίδιο Υπουργείο εφαρμόζονται αποκλειστικά από 1.5.2014 οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011, χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το προηγούμενο από την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας. 2.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1.5.2014: α. Στο προσωπικό που μετατάχθηκε σε κενές οργανικές θέσεις του Υπουργείου Οικονομικών, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. β..., γ...". Με την ως άνω ρύθμιση του άρθρου 188 του ν. 4261/2014 σκοπήθηκε από το νομοθέτη ως προς τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν σε υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και στα αναφερόμενα στις ως άνω διατάξεις Νομικά Πρόσωπα, Υπηρεσίες και Αρχές, που μετατάχθηκαν μετά την 1.11.2011 και μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ως άνω νόμου, η εξομοίωση των αποδοχών τους από 1.5.2014 με αυτές των υπαλλήλων που υπηρετούσαν ή είχαν μεταταχθεί πριν από την 1.11.2011 που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες και είχαν διατηρήσει ως προσωπική διαφορά την υπερβάλλουσα το ποσοστό του 25% μείωση των αποδοχών τους (που προέκυψε λόγω της υπαγωγής τους στις μισθολογικές διατάξεις του ν. 4024/2011), χωρίς ο νομοθέτης να προσδώσει στην ως άνω διάταξη αναδρομική ισχύ, υπό την έννοια καταβολής στους ως άνω μεταταχθέντες υπαλλήλους των μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από την μετάταξή τους μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος της.
Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές διατάξεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), με έναρξη ισχύος από 1.1.2016, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική.
Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης. Το επίδομα αυτό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς, μόνο στην περίπτωση που καταβάλλεται στις αποδοχές του υπαλλήλου τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος αλλά δεν προβλέπεται η εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.
Η νέα αυτή προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου πλην της χορήγησης επιδόματος θέσης ευθύνης και της προωθημένης εξέλιξης. Τυχόν αύξηση του επιδόματος θέσης ευθύνης καταβάλλεται στο ακέραιο" και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, η προσωπική διαφορά του παρόντος άρθρου παύει να καταβάλλεται.
Εξαίρεση αποτελεί μόνο η υποχρεωτική μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, λόγω συνολικής ή μερικής μεταφοράς ή κατάργησης της Υπηρεσίας του ή στο πλαίσιο κινητικότητας των υπαλλήλων, όπως αυτή καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, οπότε η εν λόγω προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 (ΑΠ 290/2024, ΑΠ 1537/2023).
Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, που συνάπτονται με τον παραπάνω λόγο, τα εξής: "Η ενάγουσα δυνάμει της υπ' αριθμόν ...2015 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Γ' ...2015), μετατάχθηκε, από το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, όπου υπηρετούσε, σε κενή οργανική θέση κατηγορίας ΠΕ - 1 Διοικητικού - Οικονομικού του Ν.Σ.Κ.
με τον κατεχόμενο βαθμό της (Ε) και στο 2° μισθολογικό κλιμάκιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις νεώτερες μισθολογικές ρυθμίσεις (άρθρα 7-36 του Ν. 4354/2015), η ενάγουσα κατετάγη στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο της ΠΕ4 κατηγορίας, με βασικό μισθό 1.564 ευρώ μηνιαίως πλέον του οικογενειακού επιδόματος.
Πλην όμως επειδή η μετάταξη της συντελέσθη μετά την 1/11/2011 (ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του ενιαίου μισθολογίου του Ν. 4024/2011) είχε ως συνέπεια την ύπαρξη σημαντικής διαφοράς ως προς το ύψος των δικών της αποδοχών, σε σύγκριση με τις υπέρτερες αποδοχές, άλλων υπαλλήλων του ΝΣΚ, οι οποίοι ασκούσαν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα και είχαν τον ίδιο βαθμό με εκείνη, λόγω του ότι τοποθετήθηκαν στο ΝΣΚ, είτε πριν από τη 1/11/2011, είτε και μεταγενέστερα της ως άνω ημεροχρονολογίας, εφόσον ενέπιπταν στη ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 188 του Ν. 4261/2014.
Ειδικότερα, για την κατηγορία των υπαλλήλων που τοποθετήθηκαν προ της 1/11/2011, ίσχυσε η διάταξη της παρ. 2α του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ορίζει ότι για την εφαρμογή της συγκρίνονται οι αποδοχές του υπαλλήλου "κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος κεφαλαίου" προς τις νέες αποδοχές που προβλέπονται στον νόμο αυτό και α) Εφόσον προέκυπτε μείωση μεγαλύτερη από το 25% των αποδοχών που λάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα (Οκτώβριο 2011), πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου τούτου, χωρίς στη σύγκριση τούτη να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβαλλόταν ως επίδομα θέσεως ευθύνης, τότε η συνολική μείωση κατανεμόταν με μείωση κατά 25% επί των αποδοχών που λάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων.
Περαιτέρω, οι μειώσεις αποδοχών που προβλέπονταν με το νόμο αυτό ανεστάλησαν, δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ.1. παρ. 2 του Ν. 4093/2012 (Α' 222/12.11.2012), έως τις 31/12/2016, με συνέπεια την παγίωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων στα οριζόμενα με την πιο πάνω διάταξη. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω οι εν λόγω αποδοχές παγιώθηκαν και έπαυσαν να αποτελούν πλέον μεταβατικές και προοδευτικά μειούμενες αποδοχές, αλλά σταθερές και μόνιμες αποδοχές για όσους υπαλλήλους τις λαμβάνουν, με συνέπεια οι υπάλληλοι που τοποθετήθηκαν στο ΝΣΚ προ της 1/11/2011, έλαβαν την υπερβάλλουσα μείωση, συγκρινόμενων των αποδοχών τους, αυτών που ελάμβαναν προ και μετά την 1/11/2011.
Αντιθέτως, οι υπάλληλοι, όπως και η ενάγουσα, που μετετάγησαν στο Ν.Σ.Κ. μετά την 1/11/2011, έλαβαν μόνον τις αποδοχές της θέσης τους, όπως προβλεπόταν από τον Ν. 4024/2011, καίτοι, είχαν την ίδια προϋπηρεσία, τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τον ίδιο βαθμό και τα ίδια καθήκοντα με τους υπαλλήλους αυτούς. Τούτο συνέβη, όπως προαναφέρθηκε γιατί με τις προγενέστερες του Ν. 4024/2011 διατάξεις του Ν. 3845/2010 (άρθρο 3παρ. 22), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο2 του Ν. 3899/10, ρυθμίστηκε το ζήτημα της καταβολής των αποδοχών των μετατατασσομένων από 1/1/2010 και εφεξής από ένα άλλο φορέα του Δημοσίου τομέα και ορίσθηκε ότι οι υπάλληλοι αυτοί δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ενώ κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργήθηκε και αποδοχές που είχαν καταβληθεί ως προσωπική διαφορά μέχρι την έναρξη ισχύος της διατάξεως αυτής δεν αναζητούνται.
Με αυτές τις ρυθμίσεις όμως δημιουργήθηκε μισθολογική ανισότητα μεταξύ των υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν στο Ν,Σ.Κ. προ της ενάρξεως ισχύος του Ν. 4024/2011, οι οποίοι διατήρησαν ως προσωπική διαφορά ή ως υπερβάλλουσα μείωση το 75% των αποδοχών που ελάμβαναν προ της ενάρξεως ισχύος του νόμου τούτου και των υπαλλήλων, όπως και η ενάγουσα, που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν στο ΝΣΚ με την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι οποίοι, ενώ είχαν την ίδια ακριβώς υπηρεσιακή και βαθμολογική κατάσταση και ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τους διορισθέντες/μεταταχθέντες προ του Ν. 4024/2011, είχαν εντελώς διαφορετική και μειωμένη μισθολογική μεταχείριση, λαμβάνοντας μόνον το σύνολο των αποδοχών της νέας τους θέσης και όχι το 75% των προ του Ν. 4024/2011 αποδοχών της ίδιας θέσης ή αυτής από την οποία μετατάχθηκαν.
Περαιτέρω, ο βασικός μισθός της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 1.564 ευρώ, πλέον οικογενειακής παροχής, χωρίς να εισπράττει προσωπική διαφορά, ενώ, ομοιόβαθμός της υπάλληλος του Ν.Σ.Κ., που ανήκει στον ίδιο κλάδο και μισθολογικό κλιμάκιο (ΠΕ - 9) μ' αυτήν και ασκεί ακριβώς τα ίδια καθήκοντα, όπως η ενάγουσα, εισπράττει τον ίδιο βασικό μισθό με την τελευταία, την οικογενειακή παροχή και επιπλέον προσωπική διαφορά 579,76 ευρώ το μήνα.
Εξάλλου, παράβαση της αρχής της ισότητας συνιστά και το γεγονός ότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΔ.3 του Ν. 4152/2013, του άρθρου 188 του Ν. 4261/2014, του άρθρου 14 του Ν. 4350/2015, των άρθρων 21 του Ν. 4469/2017 και 99 παρ. 2 του Ν. 4483/2017) επεκτάθηκε επιλεκτικά η καταβολή της προσωπικής διαφοράς σε ορισμένες μόνον κατηγορίες υπαλλήλων, που μετατάχθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4024/2011, όχι όμως σε όλους, ούτε στους υπαλλήλους που μετατάχθηκαν στο Ν.Σ.Κ.
μετά την ως άνω ημεροχρονολογία. Ειδικότερα, η ως άνω διακριτική μεταχείριση συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, αφού επιφυλάσσει, για ορισμένες μόνον κατηγορίες υπαλλήλων ευνοϊκή. μισθολογική μεταχείριση, χωρίς αυτή να δικαιολογείται αντικειμενικώς. Κατά συνέπεια, η μη καταβολή στην ενάγουσα των ποσών της προσωπικής διαφοράς αποτελεί ευθεία παράβαση της αρχής της ισότητας, που θεσπίζεται από τις προδιαληφθείσες Συνταγματικές διατάξεις, συνιστώντας ταυτόχρονα για το λόγο τούτο και αδικοπραξία (άρθρα 914 επ.
Α.Κ. 105-106 ΕισΝΑΚ), η οποία θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, ίση με το ποσό της προσωπικής διαφοράς που δεν λαμβάνει η ενάγουσα. Επομένως είναι νόμιμη και βάσιμη η αγωγική αξίωση της ενάγουσας να λάβει, προς αποκατάσταση της ισότητας, τα αιτούμενα ποσά της προσωπικής διαφοράς που λαμβάνουν όπως προαναφέρθηκε άλλοι υπάλληλοι του Ν.Σ.Κ., του ίδιου κλάδου, βαθμού και μισθολογικού κλιμακίου με την ενάγουσα, δικαιούμενη έως τις 30/9/2017, σύμφωνα και με το σχετικό αγωγικό της αίτημα, το συνολικό ποσό των 12.406,86 (579,76 Χ 21 μήνες) ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή με το να κρίνει ότι η μεταταχθείσα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με την 281/17/11/2015 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 1296/2015 τ. Γ), ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, της οποίας η μετάταξή της έλαβε χώρα μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4024/2011 (1.11.2011), δικαιούται με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, την υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 παρ.2 του νόμου αυτού και τη προσωπική διαφορά του άρθρου 27 παρ.1 του ν. 4354/2015 (όπως η τελευταία διαμορφώθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011) που ελάμβαναν οι υπάλληλοι του Ν.Σ.Κ.
με τα ίδια έτη υπηρεσίας που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, βαθμό, κλάδο, μισθολογικό κλιμάκιο και ασκούν τα ίδια καθήκοντα με αυτή, οι οποίοι όμως διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν στο Ν.Σ.Κ. προ τις 1.11.2011 και να επιδικάσει ακολούθως στην αναιρεσίβλητη για το διάστημα από 18-12-2015 (οπότε μετετάγη στο ΝΣΚ) έως 30.9.2017 το ποσό των 12.406,86 ευρώ, παραβίασε (το Εφετείο) ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, 188 του ν. 4261/2014, 27 παρ.1 του ν. 4354/2015 και 4 και 22 του Συντάγματος με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που εδέχθη ότι αποδείχθηκαν, στις ανωτέρω προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Και αυτό διότι: α) με τη διάταξη της παρ. 22 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίστηκε ότι όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιοδήποτε φορέα του δημοσίου τομέα σε άλλο φορέα δημόσιου τομέα δικαιούνται μόνο το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν, β) με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 29 του ν.4024/2011 (σκοπός των οποίων, όπως προεκτέθηκε στη 2η νομική σκέψη, δεν ήταν η καταβολή οποιασδήποτε μισθολογικής προσαύξησης σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, αλλά η ομαλή μισθολογική προσαρμογή των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ., στις νέες μισθολογικές ρυθμίσεις από τη μεγάλη μείωση των αποδοχών τους που προκάλεσε η υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού), ρυθμίσθηκε από 1.11.2011 η υπερβάλλουσα το ποσοστό 25% μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 και η οποία εν τέλει συνέχισε να καταβάλλεται σε αυτούς, ως προσωπική διαφορά, ενώ για τους διοριζόμενους ή μετατασσόμενους υπαλλήλους από ένα φορέα του Δημοσίου σε άλλον μετά την 1.11.2011, τυγχάνουν εφαρμογής οι μισθολογικές διατάξεις του ν. 4024/2011, χωρίς όμως να τίθεται θέμα καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011.
Και τούτο διότι με τη διάταξη αυτή δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία καταβάλλεται στον μισθωτό ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής του ή μετάταξής του. Είναι άλλο δε το ζήτημα της επέκτασης καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη και σε άλλες ειδικότερες κατηγορίες υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν μετά τη δημοσίευση του (1.11.2011), όπως συνέβη με τη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 του ν. 4261/2014, με την οποία χορηγήθηκε από 1.5.2014 στους υπαλλήλους του Υπουργείου των Οικονομικών, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του Ελεγκτικού Συνεδρίου που μετατάχθηκαν σε κενές οργανικές θέσεις μετά την 1.11.2011 και έως την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (5.5.2014) η υπερβάλλουσα το ποσοστό του 25% μείωση αποδοχών των υπαλλήλων, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, χωρίς να ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με τη μη αναδρομική εφαρμογή της διάταξης αυτής ή τη μη χορήγησή της για τους μεταταχθέντες, μετά την έναρξη ισχύος της, υπαλλήλους.
Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στη με αρ. 1 νομική σκέψη, δεν νοείται δυσμενής διάκριση και εντεύθεν παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας αλλά και της ίσης μεταχείρισης, όταν η διάκριση αφορά έννομες συνέπειες ή σχέσεις προγενέστερες της ισχύος της ρύθμισης ή όταν δίδεται παροχή προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που, κατά τη σχετική ρύθμιση, πρέπει να συγκεντρώνουν ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών που δε συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η αναιρεσίβλητη (η οποία δεν προκύπτει ότι υπέστη τις ανωτέρω μισθολογικές περικοπές) μετατάχθηκε στο Ν.Σ.Κ.
από 18.12.2015, μετά δηλαδή: α) την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011 (1.11.2011) με την οποία, όπως προεκτέθηκε, καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά στους υπηρετούντες την ως άνω ημερομηνία υπαλλήλους του Δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα και συνεπώς και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η υπερβάλλουσα το ποσοστό του 25% μείωση των αποδοχών τους και β) μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 του ν. 4261/2014 (5.5.2014), με την οποία, όπως προεκτέθηκε, καταβάλλεται στους μεταταχθέντες μετά την 1.11.2011 και έως 5.5.2014, η ως άνω υπερβάλλουσα μείωση των αποδοχών, από 1.5.2014 και εφεξής.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του ν. 4569/2018, χορηγήθηκε από 1.9.2018 η προσωπική διαφορά της παρ.1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015, διαμορφωθείσα κατ' εφαρμογήν της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, μεταξύ των άλλων, στο προσωπικό που μετατάχθηκε σε κενές οργανικές θέσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μετά την 1.11.2011 (όπως η αναιρεσίβλητη), χωρίς ο νομοθέτης να προσδώσει και στην περίπτωση αυτή αναδρομική ισχύ στην ως άνω διάταξη και ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση, που αφορά αξίωση της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση της προσωπικής διαφοράς για προγενέστερο, της ενάρξεως ισχύος της (1.9.2018), ένδικο χρονικό διάστημα (από 18.12.2015 έως 30.9.2017).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εφόσον μετατάχθηκε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στις 18.12.2015, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος των μισθολογικών διατάξεων του ν. 4024/2011 (1.11.2011), αλλά και μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 188 παρ.1 και 2 του ν. 4261/2014 (5.5.2014) δεν δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών των ομοιόβαθμων με αυτή υπαλλήλων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως προς τους οποίους είτε διατηρήθηκε η ως άνω προσωπική διαφορά καθότι υπηρετούσαν σ' αυτό πριν από την 1.11.2011 (άρθρο 29 παρ.2 ν. 4024/2011), είτε χορηγήθηκε σ' αυτούς από 1.5.2014, καθότι είχαν μεταταχθεί στο ΝΣΚ μέχρι την 5.5.2014 (άρθρο 188 παρ.1-2 ν. 4261/2014), κατ' επίκληση της αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αλλά ούτε και κατ' εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., αφού δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παρανομία των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος με το να αρνηθούν να χορηγήσουν στην αναιρεσίβλητη την ως άνω υπερβάλλουσα μείωση αποδοχών, εφόσον εκείνη δεν τη δικαιούται.
Επομένως, ο σχετικός (μοναδικός) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη από 15-9-2017 αγωγή. Εν όψει δε ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχε ακριβώς επικαλεσθεί και η ενάγουσα για τη νομική θεμελίωση της αγωγής της, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α του ΚΠολΔ) να γίνει δεκτή η από 23-9-2019 έφεση του εκκαλούντος κατ'ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ'αριθ.1118/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να απορριφθεί η ως άνω αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Τέλος, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, τόσον της παρούσας αναιρετικής δίκης, όσο και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 179 εδ.α ΚΠολΔ (όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021), διάταξη που εφαρμόζεται και στις δίκες με το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 290/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 879/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ'ουσίαν την από 23-9-2019 (80925/6312/2019) έφεση του εκκαλούντος κατά της υπ'αριθ.1118/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την από 15-9-2017 (575021/2203/2017) αγωγή.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ