Supreme Court dismisses appeal against land ownership ruling based on Ottoman law requiring continuous cultivation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision granting land ownership to private parties. The State argued that the owners failed to meet the continuous cultivation requirement between 1907 and 1917 under Ottoman land laws. The court rejected this, ruling that the owners had already possessed the land continuously from 1873 to 1936, making the specific later period irrelevant for establishing title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 51, 55 of Law 147/1914; Article 78 of the Ottoman Law on Lands: Ownership of agricultural land belongs to the state, but private use is granted via title; continuous cultivation is required only for the specific period defined by law, not prior periods if possession was already established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 504 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 504/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ. του Κ., κατοίκου Καστοριάς, 2) Π. Γ. του Κ., κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγνή Κανδύλη-Μυκωνιάτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2016 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και κάθε μία την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 16-11-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 18/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο δικάζοντας την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 47/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που είχε κάνει δεκτή ερήμην του εναγομένου την ένδικη αγωγή για αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καστοριάς δέχθηκε αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια, δικάζοντας την αγωγή, έκανε δεκτή αυτήν.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ). Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών ανήκει στο δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σε αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).
Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "περί γαιών", σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που τον εξουσιάζει για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση, επ' ονόματί του, τίτλου (ταπίου), ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο.
Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή του αγρού αναγνώρισε και το υπ' αριθ. 2468 διάταγμα της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2), το οποίο κυρώθηκε με τον ν.1072/1917, και ο ν.2052/1920 (άρθρο 50), εφόσον η 10ετία έχει συμπληρωθεί μέχρι 20 Μαΐου 1917. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61 και 71 του αυτού ως άνω νόμου "περί γαιών" προκύπτει ότι το παραπάνω άρθρο 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων και δασών, τα οποία εξουσιάζονται μόνον με ταπί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ.1 του ν. 2052/1920, σ' αυτούς που είχαν το παραπάνω δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως παραχωρήθηκε κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα κυριότητας που ανήκε εξολοκλήρου στο δημόσιο και το οποίο από 20-5-1917 το απέκτησαν (οι ανωτέρω) αυτοδικαίως, στη συνέχεια δε με τα άρθρα 101-104 του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, παραχωρήθηκε σ' αυτούς και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως επί μία δεκαετία μέχρι την 20-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου (ΑΠ 141/2018, ΑΠ 455/2015, ΑΠ 474/2015, ΑΠ 2080/2014).
Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.
ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο που είναι καλλιεργήσιμος αγρός, εκτάσεως 74.630 τ.μ και κατ' ακριβέστερη επιμέτρηση 76.324,40 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "Γιουτέικα-Λάγουρας" της κτηματικής περιοχής Δήμου Άργους Ορεστικού Νομού Καστοριάς και συνορεύει βορείως με αγροτικό δρόμο, ανατολικώς με ρέμα, δυτικώς με πρανή ρέματος και νοτίως ομοίως με πρανή ρέματος.
Περιήλθε στους δύο ενάγοντες κατ' ισομοιρία και αδιαιρέτως αρχικά κατά ψιλή κυριότητα εκ κληρονομίας της εκ μητρός γιαγιάς των Μ. χήρας Π. Κ., κατοίκου εν ζωή Καστοριάς, αποβιωσάσης την 29-3-1975 και δυνάμει της από 29-3-1975 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε με τα 48/6-6-1975 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Την κληρονομία της απεδέχθησαν με την 5831/2-1-1976 δήλωση ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Καστοριάς Γ. Τ. που νόμιμα μετεγράφη. Μετά δε τον κατά την 9-10-1995 θάνατο της μητέρας τους Έ. συζύγου Κ. Γ., στην οποία είχε περιέλθει με την άνω διαθήκη η επικαρπία, την οποία είχε αποδεχθεί με την ίδια δήλωση, κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Στην δικαιοπάροχο γιαγιά τους το ακίνητο είχε περιέλθει εξ αγοράς παρά του αληθούς κυρίου Ι. Κ. με τη νομίμως μεταγραφείσα ... πράξη αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ανωτέρω συμβολαιογράφου Καστοριάς. Στον δε Ι. Κ. είχε περιέλθει από κληρονομία του πατρός του Δ. Κ., κατοίκου εν ζωή Άργους Ορεστικού, αποβιώσαντος το 1873 έτος.
Από της επαγωγής του ακινήτου στον Ι. Κ. το 1873 έτος, αυτός ως μόνος και αποκλειστικός κύριος, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, καλλιεργούσε αυτόν, τον επιτηρούσε, τον εκμίσθωνε και γενικά ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού διακατοχικές πράξεις νομής, τελικώς δε όπως προαναφέρθηκε το 1936 έτος το μεταβίβασε συμβολαιογραφικώς στη δικαιοπάροχο των εναγόντων.
Ουδέποτε, εξάλλου, χώρησε δικαστική αμφισβήτηση του δικαιώματός του, μέχρι σήμερα από το εναγόμενο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δια των οργάνων του δέχεται τον αγροτικό καλλιεργήσιμο χαρακτήρα του και το ότι δεν ανήκει στην κατηγορία δάσους ή δασικής έκτασης (βλ. αρ. πρωτ. 22/ΔΑΣ/73160/3973/21-7-2000 βεβαίωση της διεύθυνσης Δασών Καστοριάς).
Έτσι ο Ι. Κ., σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσης, είχε ήδη πριν την απελευθέρωση θεμελιώσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως επί του ακίνητου αυτού, απέκτησε κατ' αρχήν βάσει του άρθρου 49 ν. 2052/1920 δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, ενώ το Δημόσιο είχε αποκτήσει δικαίωμα συγκυριότητος και διακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου, εν συνεχεία δε αυτός, κατά το τέλος του έτους 1929, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12/1929, απέκτησε και το ανωτέρω υπόλοιπο 1/5, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία των μεταγραφών, εφόσον ήταν συνιδιοκτήτης (με το Ελληνικό Δημόσιο) κατά τα 4/5 κατά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών νομίμως μεταβίβασε το 1936 τον αγρό στη δικαιοπάροχο των εναγόντων και αυτοί νομότυπα απέκτησαν την κυριότητα ως κληρονόμοι, κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω και σαν συνέπεια των παραπάνω, τυγχάνει ανακριβής η πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καστοριάς, στην οποία φέρεται εσφαλμένα το εναγόμενο ως κύριο του πράγματος και διορθωτέο τυγχάνει το κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ...
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος (κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε την αγωγή ως ουσίαν βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 7 του ν. 147/2014, 51 και 55 του Εισ.Ν.ΑΚ, 2 του διατάγματος 2468 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, 49, 50 του ν. 2052/1920 και 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.
Επομένως, ο μοναδικός, εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, δέχθηκε ότι, προκειμένου ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων, Ι. Κ., να αποκτήσει δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, αρκούσε να έχει θεμελιώσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως επ' αυτού, καλλιεργώντας αυτό, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, από το έτος 1873 έως πριν την απελευθέρωση (11-11-1912), ενώ, κατ' ορθή ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, προκειμένου ο πιο πάνω απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων να αποκτήσει δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί της επίδικης δημόσιας γαίας, έπρεπε να καλλιεργεί αυτή, συνεχώς και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, ειδικά, τη δεκαετία που καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από 20-5-1907 έως 20-5-1917, δοθέντος ότι το προγενέστερο χρονικό διάστημα από το 1873 έως και το 1912 δεν ήταν κρίσιμο, κατά το νόμο, προκειμένου να προσπορισθεί σ' αυτόν η κυριότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο δε διότι, εκτός του ότι ο νόμος δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως επί του ακινήτου με κατοχή και καλλιέργεια αυτού επί δεκαετία, σε κάθε περίπτωση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο προαναφερθείς απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων, εξουσίαζε το επίδικο ακίνητο από το 1873 έως το 1936, οπότε το μεταβίβασε στην άμεση δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλητων, δηλαδή και κατά το χρονικό διάστημα της δεκαετίας 20-5-1907 έως 20-5-1917.
Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ