Legislator Case Law & Legislation
504/2020 AI generated

504/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 504/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

504/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 4/2015, ΑΠ 1521/2007).

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre traffic violation road safety concerns driving without authorization extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 504 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 504/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Σ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κυριαζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2011 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 30-7-2010 αγωγή του Δ. Μ. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2012 εν μέρει οριστική και 69/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. .../28.2.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Κ. Ν., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την συζήτηση, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ.

Μ. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 28.6.2016 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία της αναιρετικής δίκης (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Επομένως, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 4/2015, ΑΠ 1521/2007).

Εξ άλλου, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει, όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι, για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ή εκ του νόμου, η αίτηση αναιρέσεως του ενός εξ αυτών απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που νίκησε, όχι δε κατά του ομοδίκου του (αναιρεσείοντος), όπως είναι και ο από αδικοπραξία μαζί με αυτόν εναχθείς, ως ενεχόμενος εις ολόκληρον.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (Oλ.ΑΠ 15, 16/1996, ΑΠ 785/2010, ΑΠ 600/2003). Τέτοιου, όμως, είδους διάταξη επί περισσοτέρων από αδικοπραξία εναχθέντων, ως ενεχομένων εις ολόκληρον, δεν είναι εκείνη, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω της περιορισμένης ευθύνης αυτού έναντι του ενάγοντος - δικαιούχου της αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, ως προς τα κονδύλια τα καλυπτόμενα από τον ασφαλιστικό φορέα αυτού (ΑΠ 1229/2010).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στρεφόμενος κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπήρξε αντίδικος της αναιρεσείουσας, αλλά απλός ομόδικός της, εις ολόκληρον μαζί με αυτήν, από αδικοπραξία (αυτοκινητικό ατύχημα) ενεχόμενο και εναχθέν και ως προς το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή αποζημιώσεως του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Χ.

Μ., ως προς το κονδύλιο των απολεσθέντων εισοδημάτων του, συνολικού ύψους 26.088,62 ευρώ, ενώ αυτή (αγωγή), κατά το εν λόγω κονδύλιο έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την αναιρεσείουσα, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Ως απαράδεκτοι, όμως, πρέπει να απορριφθούν και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών που στρέφονται κατά του αυτού ως άνω δευτέρου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", καθόσον ουδεμία εκ των προβαλλομένων, με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, αιτιάσεων αφορούν στο δεύτερο αναιρεσίβλητο και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς αυτό (δεύτερο αναιρεσίβλητο).

Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο είναι απορριπτέα στο σύνολό της, ως απαράδεκτη.

Κατά τα άρθρα 298 και 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, η αποζημίωση δε περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Κατά το άρθρο 929 παρ. 1 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα εξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του.

Γι' αυτό όταν προκύπτει και κάποια ωφέλεια από την εν λόγω αιτία, που τελεί σε αιτιώδη προς αυτήν σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Από την γενική αυτή αρχή του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους εισάγει εξαίρεση η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 του Α.Κ., κατά την οποία η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, υπό την έννοια ότι αυτός δικαιούται να απαιτήσει αθροιστικά και τις δύο παροχές, δηλαδή την αποζημίωση και την οφειλόμενη από τον τρίτον παροχή (ωφέλεια), ακόμη και όταν αυτές έχουν ως αιτία το αυτό επιζήμιο γεγονός.

Άλλος, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος, ως λ.χ. το δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι συγγενείς, ο εργοδότης κ.λπ. ακόμη και ο ίδιος ο ζημιώσας (Α.Π. 1635/2018, Α.Π. 1213/2001). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Oλ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 214/2006, Α.Π. 27 και 29/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε νόμιμη και επεδίκασε στον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο αποζημίωση, συνολικού ποσού 26.088,62 ευρώ, ως διαφυγόντα εισοδήματα (απολεσθέντες μισθούς και επιδόματα κατά το χρονικό διάστημα της, λόγω του τραυματισμού του, ανικανότητάς του προς εργασία).

Ήδη η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το μέρος αυτού που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου) μέμφεται την πληττομένη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., δεχόμενη ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε δικαίωμα σωρευτικής απολήψεως των σχετικών παροχών, δηλαδή τόσον των ως άνω μισθών και των επιδομάτων, που του καταβλήθηκαν από την εργοδότριά του Τράπεζα, όσο και ισόποσης αποζημιώσεως από την ίδια την αναιρεσείουσα, καταδικάζοντάς την στην καταβολή τους.

Ο λόγος αυτός, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ είχε δικάιωμα σωρευτικής απολήψεως τόσο των ως άνω μισθών και επιδομάτων από την εργοδότριά του Τράπεζα όσο και ισόποσης αποζημίωσης για την ίδια αιτία από την υπαίτια του ατυχήματος αναιρεσείουσα.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως μέρος της, τα εξής: "Την 9-06-2009 και περί ώρα 20.00' μ.μ. η πρώτη εκ των εναγομένων διά της από 12- 02-2011 αγωγής Σ.

Β., οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία, υπό την επωνυμίαν "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α", της οποίας ήδη η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη και ως εκ τούτου υπεισήλθε στην θέση της το δεύτερο εκ των εναγομένων ν.π.ι.δ, υπό την συντετμημένη επωνυμίαν "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", εκινείτο στην περιοχή ..., με κατεύθυνση τα Ιωάννινα, ενώ την ίδια ημέρα και ώρα ο μεν ενάγων Χ.

Μ., οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της Περιφερειακής Οδού Ιωαννίνων με κατεύθυνση τα Ιωάννινα, ο δε ενάγων και εναγόμενος Δ. Μ., οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, υπό την επωνυμίαν "...

Α.Α.Ε" εκινείτο επί της αυτής Περιφερειακής Οδού Ιωαννίνων, με κατεύθυνση την περιοχή .... Επί της ως άνω Περιφερειακής Οδού, πλάτους 14.00 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, με διαρκή κίνηση οχημάτων, καθώς αποτελεί είσοδο - έξοδο της πόλεως των Ιωαννίνων, επισυνέβη τροχαίο ατύχημα, το οποίο οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης Σ.

Β., η οποία δεν κατέβαλε την κατά αντικειμενική κρίση απαιτουμένη προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει έκαστος μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός, υπό τις αυτές συνθήκες... Ειδικότερα, η εναγομένη, οδηγώντας χωρίς να έχει διαρκώς εντεταμένη την προσοχή, παραβίασε την υφισταμένη στην πορεία της πινακίδα STOP (Ρ-2) (πρέπει να σημειωθεί ενταύθα η ύπαρξη σηματοδοτών, οι οποίοι δεν λειτουργούσαν) και εισήλθε ανελέγκτως εντός της Περιφερειακής Οδού, όπου εκινείτο κανονικώς και μάλιστα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας (αφού στο σημείο αυτό η δεξιά λωρίδα οδηγεί στην περιοχή ..., όπου εκινείτο η Σ.

Β.) ο Δ. Μ., με αποτέλεσμα να εμβολίσει με το όχημά του στην δεξιά του πλευρά. Το τελευταίο εξετράπη της πορείας και μετά από περιστροφή περίπου 180 μοιρών, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικώς ο Χ. Μ., με περαιτέρω αποτέλεσμα να επιπέσει ο Δ. Μ. με το οπίσθιο τμήμα του οχήματος στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του Χ.

Μ. και εν τέλει να ακινητοποιηθεί μετά από πλάγια ολίσθηση δέκα πέντε (15) μέτρων. Λαμβάνοντας υπ' όψιν την υφισταμένη στην πορεία της εναγομένης Σ. Β. πινακίδα ΣΤΟΡ, το γεγονός ότι εισήλθε από κάθετη επαρχιακή οδό ανελέγτως στην πυκνής κυκλοφορίας Νέα Περιφερειακή Οδό και ότι ήταν ευχερές γι' αυτήν να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σε αυτήν την οδό, η οποία είναι ευθεία στο σημείο αυτό και χωρίς περιορισμό ορατότητας, καθιστά πρόδηλη την βαρεία αμέλεια της εναγομένης Σ.

Β.. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συγκλίνουσα αμέλεια επέδειξε και ο Δ. Μ., λόγω της μεγάλης ταχύτητος του οχήματός του. Η ένσταση αυτή συνυπαιτιότητος πρέπει να απορριφθεί, αφού αποδεικνύεται ότι ναι μεν ο Δ. Μ. έβαινε με ταχύτητα περί τα 100 Χ/Ω, ενώ το όριο στην περιοχή αυτή είναι 90 Χ/Ω, πλην όμως τούτο ουδόλως συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος.

Συνεπώς, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως αποκλειστικό υπαίτιο του ατυχήματος την εναγομένη Σ. Β. και ο σχετικός λόγος των εφέσεων περί συντρέχοντος πταίσματος του Δ. Μ.η πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντος Χ. Μ., εργοστασίου κατασκευής Mercedes, τύπου Smart, κυλινδρισμού 599 κυβικών, εκυκλοφόρησε το πρώτον το έτος 2006 (βλ. την προσκομιζομένη άδεια κυκλοφορίας) και είχε αξία προ της ανωτέρω σφοδρής συγκρούσεως 6.600 ευρώ. Από την ανωτέρω σφοδρή σύγκρουση το αυτοκίνητο υπέστη εκτεταμένες φθορές και βλάβες σε όλα τα τμήματά του με συνέπεια για την αποκατάσταση των ζημιών να απαιτηθεί το ποσόν των 8.271,50 ευρώ (βλ. την από 5-11-2009 προσφορά - εκτίμηση - ιδιωτική πραγμ/νη της εταιρείας, υπό την επωνυμίαν "... Ο.Ε.", την από 9-11-2009 προσφορά του βαφέα αυτοκινήτων Θ. Μ., την από 8-11-2009 προσφορά του ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων Π. Π. Κ. και τις από 9-11-2009 προσφορές της εταιρείας, υπό την επωνυμίαν "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ") και ως εκ τούτου η καταστροφή του πρέπει να θεωρηθεί ολοκληρωτική...

Συνεπώς, ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η καταστροφή του αυτοκινήτου υπήρξε ολοκληρωτική και επεδίκασε για την αιτία αυτή το ποσόν των 6.200 ευρώ (6.600 ευρώ - 400 ευρώ τα υπολείμματα), απορριπτομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως ως αβασίμου. Επίσης αποδεικνύεται ότι μετά την εκτεθείσα σύγκρουση ο ενάγων Χ.

Μ. διεκομίσθη στην ορθοπαιδική κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπου διεγνώσθη ότι υπέστη διαυποτροχαντήριο κάταγμα στον αριστερό πόδα, καθώς και συντριπτικό κάταγμα επιγονατίδος αριστερά. Εξ αιτίας τούτου την 10-06-2009 υπεβλήθη σε χειρουργική αποκατάσταση του διαυποτροχαντήριου κατάγματος με εξωτερική οστεοσύνθεση και σε χειρουργική ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος της επιγονατίδας, ενοσηλεύθη δε στην ορθοπαιδική κλινική μέχρι την 18-06-2009...

Πέραν των ανωτέρω υλικών ζημιών το Δικαστήριο τούτο, εκτιμώντας τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, τον βαθμό αμελείας του υπαιτίου οδηγού, την θλίψη και στεναχώρια του ενάγοντος, την επί μακρόν χρόνον αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως, την ηλικία του, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (πλην, εννοείται, του Επικουρικού Κεφαλαίου), κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντος, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη, επί σκοπώ ηθικής παρηγορίας και ψυχικής ανακουφίσεώς του (άρθρ. 932 του Α.Κ.,...), το ποσόν των 30.000 ευρώ.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς επεδίκασε το ποσόν αυτό στον ενάγοντα Χ. Μ. και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος των από 25-04-2012 και από 17-07-2013 εφέσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, την από 25.4.2012 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 93/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος Χ. Μ. και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, λόγω ηθικής βλάβης, στο παραπάνω ποσό δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του 932 του Α.Κ., επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, το ποσό αυτό, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο που ερημοδίκησε δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθ' όσον, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε αυτά. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 18/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 199/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ