504/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 504 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 504/2017
Legislator headnote
AI generated504/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 504 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 504/2017
Full text
Απόφαση 504 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 504/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Θ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννάτο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή, που κατέθεσε προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά της αναιρεσίβλητης: Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λαγουβάρδου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 592/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 83/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/11/2015 αίτησή του και τους από 3/8/2016 πρόσθετους λόγους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την 26/7/2016 παρέμβασή της προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των επ' αυτής προσθέτων λόγων. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθ.622 αριθ.2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθ.1 ν.4335/2015 και εφαρμόζεται από 1-1-2016 (όμοια κατά βάση και η προηγουμένη ρύθμιση με το άρθ.669§2), στις εργατικές διαφορές αναγνωρισμένα επαγγελµατικά σωµατεία εργαζοµένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωµα να παρέµβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, άρα και ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι µέλος τους ή µέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση. Στην προκειµένη περίπτωση, η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση µε την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε.)" άσκησε υπέρ του αναιρεσείοντος την από 26-7-2016 πρόσθετη παρέμβαση, την οποία επέδωσε στην αναιρεσίβλητη (βλ. 3789/6-9-2016 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή Πειραιά Ά. Α.), επικαλουμένη ότι ο υπερού η παρέμβαση υπήρξε μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς", η οποία είναι μέλος της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας" και αυτή μέλος της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθ.669 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε αντίθεση με την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της (ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 115/2013). Σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την παραπάνω έννοια υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού με την συμπλήρωση του οριζομένου ορίου ηλικίας (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 57/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.672 εδ. α' ΑΚ κάθε ένα από τα μέρη έχει την δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, ως εκ τούτου δε, εάν ο εργοδότης καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν την λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ.174, 180 ΑΚ), εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης αρνούμενος ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού οφείλει κατ' άρθ.656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 1115/2013).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθ.672 εδ. α' ΑΚ "σπουδαίο λόγο" καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ.
αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποίου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.
Τέτοιος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού (άρθ.673 ΑΚ), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή απ' αυτόν (ΟλΑΠ 8/2007, 10/1995, 858/1984, ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 1115/2013, 1616/2011).
Πρέπει, όμως, να σημειωθεί, ότι, όταν ο προβαλλόμενος "σπουδαίος λόγος" καταγγελίας συνίσταται σε φερόμενες παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων, κυρίων και παρεπομένων, του εργαζομένου, πρέπει αυτές (παραβάσεις) να συνδέονται με τον κύκλο των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του (πρβλ. ΑΠ 806/2014) (Β) Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν, εάν, όμως, από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά (ΑΠ 52/2012, 137/2012, 394/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θράκης κρίνοντας, ύστερ' από αναίρεση της προηγουμένης 179/2013 απόφασής του για την ίδια υπόθεση με την 592/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επί αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης με αντικείμενο αξιώσεις του από άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την τώρα προσβαλλομένη 83/2015 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων την 5-12-1983 προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού υπήρχε πρόβλεψη, στον έχοντα ισχύ νόμου από 18-5-1982 Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της τράπεζας, για την λύση της με την συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος, ότι η ανωτέρω εργοδότρια τραπεζική εταιρία συγχωνεύθηκε με την εναγομένη τράπεζα ("ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ") με απορρόφησή της από την τελευταία (εγκριθείσα με την από 16-6-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 5009/21-6- 2000, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), από την ολοκλήρωση δε της συγχώνευσης την 30-6-2000 έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η αρχική εργοδότρια και υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της η εναγομένη, στην οποία ο ενάγων συνέχισε να παρέχει την εργασία του, ότι από την πρόσληψή του ο ενάγων υπηρέτησε στο κατάστημα της … και την 21-9-1998 του ανατέθηκαν καθήκοντα Υποδιευθυντή Εργασιών και Διοικητικού του ως άνω καταστήματος, ενώ την 11-2-2000 προήχθη σε Υποτμηματάρχη και την 10-9-2002 σε Τμηματάρχη Β', ότι σύμφωνα με την 20/10886/2004 εγκύκλιο της εναγομένης για τα καθήκοντα του ενάγοντος ως Υποδιευθυντή, ο Υποδιευθυντής έχει ως αποστολή την ανάπτυξη τραπεζικών σχέσεων με ιδιώτες και επιχειρήσεις, επικουρεί τον Διευθυντή στο έργο του και έχει το συντονισμό και την εποπτεία των ομάδων ανάπτυξης και υποστήριξης τραπεζικών εργασιών, ενώ στις κύριες ελεγκτικές αρμοδιότητές του περιλαμβάνονται α) η εποπτεία της τήρησης των διαδικασιών που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος και την ορθή εκπροσώπηση της Τράπεζας έναντι τρίτων β) η διενέργεια των απαραίτητων τακτικών και περιοδικών ελέγχων με σκοπό την εξασφάλιση της τήρησης των διαδικασιών και κανονισμών της Τράπεζας γ) η εποπτεία της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος δ) η εποπτεία για την εφαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής της Τράπεζας, καθώς και των εξαιρέσεών της ε) η φροντίδα για την ορθή και έγκαιρη ανταπόκρισή του στην παροχή των απαραίτητων στοιχείων και πληροφοριών προς τις αρμόδιες μονάδες της Τράπεζας στ) ο έλεγχος και η έγκριση συνεργασιών ή προτάσεων συνεργασιών στα πλαίσια των δικαιοδοσιών/ευχερειών του ζ) η εποπτεία της καλής εμφάνισης του χώρου και του ανθρώπινου δυναμικού η) η εποπτεία της καθημερινής ροής εργασιών του καταστήματος θ) η παρακολούθηση και φροντίδα για την ρευστοποίηση των απαιτήσεων επιχειρήσεων σε καθυστέρηση ι) ο έλεγχος και η θεώρηση παραστατικών κινήσεων που ξεπερνούν τα όρια εξουσιοδότησης των υφισταμένων του ια) ο καθημερινός έλεγχος των ελεγκτικών και πληροφοριακών μηχανογραφικών καταστάσεων που παράγονται από το σύστημα και αφορούν το εύρος των δραστηριοτήτων του και ιβ) η παρακολούθηση της διαθεσιμότητας του απαραίτητου υλικού προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών της Τράπεζας, ότι, κατά τα προαναφερθέντα, κύριο καθήκον του ενάγοντος ως Υποδιευθυντή ήταν να ελέγχει την ημερήσια συμφωνία του καταστήματος, η οποία αφορά την λογιστική συμφωνία του καταστήματος και για την σύμφωνη με τις εγκυκλίους της τράπεζας εφαρμογή της, πρέπει να ακολουθηθεί η εξής διαδικασία, και ειδικότερα (α) στο τέλος της λειτουργίας του καταστήματος, οι συναλλαγές που διεκπεραίωσαν οι ταμίες και έχουν καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας, πρέπει να συμφωνούν με αυτές που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις οθόνες των υπολογιστών όλων των Προϊσταμένων, δεδομένου δε ότι οι υπολογιστές κάθε ταμία και των Προϊσταμένων είναι σε δίκτυο και η συμφωνία κατά κανόνα είναι δεδομένη, ο έλεγχος αυτός είναι τυπικός, προκειμένου, όμως, να επιτευχθεί και ουσιαστικός έλεγχος και να αποφευχθούν διαχειριστικές ατασθαλίες, η ημερήσια συμφωνία του καταστήματος επεκτείνεται και στον έλεγχο των παραστατικών που εξέδωσαν οι ταμίες για κάθε συναλλαγή που διεκπεραίωσαν, την θεώρηση των φύλλων ταμείου και την καταμέτρηση του χρηματικού υπολοίπου του ταμείου (β) κατά τον έλεγχο αυτό διακριβώνεται, μεταξύ άλλων, κατά πόσο τα παραστατικά τα οποία αφορούν σε αντιλογισμούς, ακυρώσεις ημερολογιακών εγγραφών και αναλήψεις άνω των 8.800 ευρώ, ενέργειες οι οποίες για να λάβουν χώρα απαιτείται η σύμπραξη, μεταξύ άλλων ανώτερων υπαλλήλων και του ενάγοντος, έχουν νομίμως θεωρηθεί χειρόγραφα από τον συμπράττοντα και μάλιστα αμέσως με την χορήγηση της σύμπραξης και αφού ο συμπράττων έχει προηγουμένως ελέγξει το λόγο για τον οποίο ζητείται η έγκριση, ότι ο ενάγων στα πλαίσια των ως άνω καθηκόντων του, δεν επέδειξε την απαιτούμενη σύνεση και επιμέλεια, παραβαίνοντας τον κανονισμό, τις εγκυκλίους και τις οδηγίες εφαρμογής τους της εναγομένης, και συγκεκριμένα δεν επόπτευε με την προσήκουσα επιμέλεια την διενέργεια της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος, με αποτέλεσμα αυτή να εξαντλείται σε τυπικό έλεγχο, ήτοι να διαπιστώνεται απλώς αν το αποτέλεσμα που φερόταν ως αληθές στους υπολογιστές του δικτύου από τις καταχωρίσεις των συναλλαγών ταυτιζόταν με το χρηματικό υπόλοιπο του ταμείου, δίχως έλεγχο των παραστατικών και των φύλλων ταμείου, όπου εμφανίζεται επιπρόσθετα η ανάλυση μετρητών, ήτοι το είδος (χαρτονομίσματα ή κέρματα) και το ποσό των χρημάτων επί των οποίων διενεργήθηκαν συναλλαγές, ότι περαιτέρω, κατά παράβαση εγκυκλίων της εναγόμενης και οδηγιών των αρμοδίων υπηρεσιών της, δεν έλεγχε, ως είχε υποχρέωση κάθε φορά που ζητούνταν η σύμπραξή του για την διενέργεια πράξεων αντιλογισμού, ακύρωσης εγγραφής και αναλήψεων και αναλήψεων άνω του ποσού των 15.000 ευρώ, το λόγο για τον οποίο ζητούνταν η έγκρισή του για κάθε συγκεκριμένη πράξη, ούτε θεωρούσε τα σχετικά παραστατικά, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν σε αντιλογισμούς ή ακυρώσεις ημερολογιακών εγγραφών, που εξέδιδαν οι ταμίες, ενώ αφού δεν διενεργούσε την προσήκουσα εποπτεία στη διενέργεια της ημερησίας συμφωνίας δεν έλεγχε παράλληλα και κατά πόσο έλαβαν χώρα από τους ταμίες οι ως άνω συναλλαγές παράτυπα, ήτοι χωρίς την σύμπραξη των αρμοδίων ανώτερων υπαλλήλων, ότι οι ως άνω δυσλειτουργίες του καταστήματος της εναγομένης στην …, που προέρχονταν από υπηρεσιακές παραλείψεις και του ενάγοντος με την ιδιότητά του ως Υποδιευθυντή, είχαν επισημανθεί κατά την διάρκεια προηγούμενων τακτικών ελέγχων που διενεργήθηκαν τα έτη 2001 και 2002 από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της εναγομένης και αποτυπώθηκαν εγγράφως στις εκθέσεις επιθεώρησης του καταστήματος …, παρά δε την αναμενόμενη συμμόρφωση προς τις οδηγίες και εγκυκλίους της εναγομένης, οι ως άνω παραλείψεις συνεχίσθηκαν και το επόμενο χρονικό διάστημα, ότι, εξάλλου, ο ενάγων, αν και εκ των καθηκόντων του, είχε υποχρέωση, εκτός των άλλων, να διενεργεί τακτικούς και περιοδικούς ελέγχους, με σκοπό την διαπίστωση της τήρησης των διαδικασιών και κανονισμών της εναγομένης από τους υφισταμένους του, παρέλειπε την διενέργεια των απαραίτητων τακτικών και περιοδικών ελέγχων, των οποίων η ανάγκη διενέργειας, ενόψει και του τυπικού- λογιστικού μόνον ελέγχου της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος, παρίστατο επιτακτική για την αποφυγή διαχειριστικών ατασθαλιών, ενώ δεν επόπτευε την καθημερινή ροή των εργασιών του καταστήματος, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί αν κάποιος ταμίας διενεργούσε συναλλαγές (αναλήψεις-καταθέσεις), οι οποίες υπερέβαιναν τις συνήθεις κινήσεις των πελατών του καταστήματος και να προβεί σε έλεγχο αυτών, ότι ακόμη, παρόλο που για την χορήγηση οποιασδήποτε επιστολής προς πελάτες ή τρίτους θα έπρεπε να προηγείται έγκριση για το καλώς έχειν από τις αρμόδιες Περιφερειακές Διευθύνσεις της εναγομένης, προκειμένου να αποφεύγεται η εμπλοκή της τελευταίας σε τυχόν χορήγηση βεβαιώσεων με αναληθές περιεχόμενο, ο ενάγων ουδέποτε υπέβαλε αιτήματα για έγκριση στις ως άνω Υπηρεσίες της εναγομένης προκειμένου να εκδώσει υπέρ των πελατών βεβαιώσεις υπολοίπων καταθέσεων και χορηγούσε αυτές ελέγχοντας απλά, μέσω του δικτύου των υπολογιστών της τράπεζας, το υπόλοιπο που φαινόταν να υπάρχει στο λογαριασμό καταθέσεών τους, χωρίς προηγουμένως να έχει κάνει στοιχειώδη έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών αυτών, ότι η ως άνω παραβίαση και μη συμμόρφωση εκ μέρους του ενάγοντος με σημαντικούς κανόνες της εσωτερικής λειτουργίας της εναγόμενης τράπεζας, αποτελεί σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων αυτού από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τον συνέδεε με την εναγομένη και οι από αμέλεια τελεσθείσες υπηρεσιακές παραλείψεις του ενάγοντος συνηγόρησαν και αυτές στη δημιουργία συνθηκών για την διάπραξη ποινικού αδικήματος σε βάρος της εναγομένης, και ειδικότερα (Α) (1) ο ταμίας του καταστήματος της εναγομένης στην … Δ.
διέπραξε σε βάρος της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2005 έως και τον Μάιο του έτους 2006, κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεις με ιδιαίτερα τεχνάσματα και πλαστογραφίες σε βαθμό κακουργήματος (άρθρα 1, 5 παρ. 1, 14 παρ. 1, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 α, 51, 52, 60, 63, 79 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 3 εδ. α, 258 παρ. γ στοιχείο α και 263 Α στοιχείο β ΠΚ), καταδικασθείς μάλιστα για τις ως άνω πράξεις του τελεσιδίκως με την 307/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών (2) ο ταμίας αυτός προέβαινε σε παράνομες αναλήψεις χρηματικών ποσών από λογαριασμούς καταθέσεων των πελατών της εναγομένης, εν αγνοία των τελευταίων, υπεξαιρώντας μάλιστα συχνά ποσά που υπερέβαιναν τα 8.800 ευρώ, η ανάληψη, όμως, ποσών αυτού του ύψους προϋπέθετε να ζητάει και να λαμβάνει κάθε φορά την συγκατάθεση είτε του ενάγοντος, ο οποίος ήταν Προϊστάμενος του, είτε του Διευθυντή ή των Προϊσταμένων άλλων τμημάτων του καταστήματος που είχαν δικαίωμα να παρέχουν τέτοιες "εγκρίσεις" (3) οι εντολές αυτές γίνονταν κατά κανόνα ηλεκτρονικά με τη χρήση κωδικών, ο ταμίας, όμως, είχε υποκλέψει τους κωδικούς των Προϊσταμένων του και έτσι έδινε ο ίδιος παράνομα μέσω του δικού του τερματικού την απαραίτητη συναίνεση, με τον τρόπο δε αυτόν λάμβανε την απαιτούμενη από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας σύμπραξη για την ανάληψη χρηματικού ποσού και στην συνέχεια εξέδιδε το αντίστοιχο παραστατικό ανάληψης και έθετε τη δική του υπογραφή, κατ' απομίμηση αυτής του πελάτη του αντίστοιχου λογαριασμού (4) όταν ο καταθέτης, από τον λογαριασμό του οποίου είχε παρανόμως αναλάβει χρηματικό ποσό, προσερχόταν στο κατάστημα για να εκτελέσει κάποια συναλλαγή και πριν εκτελέσει την συναλλαγή αυτήν, ο Δ.
προέβαινε σε λογιστική κατάθεση του ελλείποντος χρηματικού ποσού στο λογαριασμό του, εκδίδοντας το αντίστοιχο παραστατικό κατάθεσης, στο οποίο έθετε τη δική του υπογραφή, κατ' απομίμηση αυτής του πελάτη, εν αγνοία του τελευταίου και κατόπιν εκτελούσε τη νέα συναλλαγή (5) κατά την ενημέρωση του βιβλιαρίου καταθέσεων, μετά την εκτέλεση της συναλλαγής που επιθυμούσε ο πελάτης και προκειμένου να μην εκτυπωθούν οι κινήσεις της παράνομης ανάληψης και κατάθεσης, εκμεταλλευόμενος την ευχέρεια που του παρείχε το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας, παρέλειπε από το βιβλιάριο τις αντίστοιχες γραμμές εκτύπωσης, με αποτέλεσμα να μη γίνονται αντιληπτές από τον πελάτη οι παράνομες κινήσεις του λογαριασμού του, για να το πετύχει δε αυτό, χρησιμοποιούσε και πάλι τους υφαρπαγέντες κωδικούς των Προϊσταμένων του και λάμβανε πάλι την απαιτούμενη από το σύστημα της Τράπεζας σύμπραξη (6) όταν ο καταθέτης έφευγε από το κατάστημα, είτε αντιλόγιζε (ακύρωνε) την εγγραφή, είτε αναλάμβανε το αντίστοιχο ποσό, σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις εξέδιδε το αντίστοιχο παραστατικό, το οποίο υπέγραφε ο ίδιος με απομίμηση της υπογραφής του καταθέτη για να εμφανίζεται έτσι το ταμείο του λογιστικά και πραγματικά τακτοποιημένο (7) στις περιπτώσεις που δεν προέβαινε σε αντιλογισμό της κατάθεσης του ελλείποντος χρηματικού ποσού από τον λογαριασμό του πελάτη, την ίδια ημέρα με την κατάθεση και προκειμένου να εμφανίζει τακτοποιημένο το ταμείο, προέβαινε σε τροποποίηση του αριθμού των κερμάτων τους ενός ευρώ, δηλαδή προσαύξανε το ποσό των πραγματικών κερμάτων του ενός ευρώ, κατά το ποσό εκείνο που παρέμενε ατακτοποίητο, με το προπεριγραφέν δε σχέδιο παράνομης δράσης ο Δ.
κατάφερε να ιδιοποιηθεί παράνομα από είκοσι επτά (27) λογαριασμούς καταθετών, συνολικό ποσό 969.500€ (8) η παράνομη δράση του εν λόγω υπαλλήλου δεν αποκαλύφθηκε από τον έλεγχο των προϊσταμένων του στο κατάστημα …, αλλά όταν την 2-5-2006 η ταμίας, που αντικαθιστούσε τον Δ., οποίος είχε δηλώσει ασθένεια και αποχώρησε, κατά την προσπάθειά της να ενημερώσει το βιβλιάριο της πελάτισσας αντιμετώπισε πρόβλημα και την παρέπεμψε στον ενάγοντα, προκειμένου να αντλήσει από το σύστημα τα απαραίτητα στοιχεία για την ενημέρωση του βιβλιαρίου, κατά την ενημέρωση δε αυτού, εμφανίσθηκε ένα κενό στις εκτυπώσεις που προβλημάτισε την πελάτισσα, η οποία απευθύνθηκε εκ νέου στον ενάγοντα, και μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το εμφανιζόμενο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού καταθέσεών της υπολειπόταν κατά 40.000 ευρώ του πραγματικού (9) ο ενάγων ειδοποίησε τηλεφωνικά για το συμβάν τον Δ., ο οποίος δεν αρνήθηκε ότι υπεξαίρεσε χρήματα, στην συνέχεια δε ο Διευθυντής του καταστήματος, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε για τα τεκταινόμενα από τον ενάγοντα, ειδοποίησε την Περιφερειακή Διεύθυνση της εναγομένης και διατάχθηκε ο έλεγχος του καταστήματος από Επιθεωρητές της τελευταίας, οι οποίοι προσήλθαν τις αμέσως επόμενες μέρες στο κατάστημα και διαπίστωσαν τον τρόπο παράνομης δράσης του ως λόγω ταμία και τις παραλείψεις υπαλλήλων του καταστήματος …, μεταξύ των οποίων και αυτές του ενάγοντος, που εκμεταλλεύθηκε ο ταμίας, προκειμένου να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις (Β) Ειδικότερα, όσον αφορά τον ενάγοντα οι υπηρεσιακές του παραλείψεις που εκμεταλλεύθηκε ο υφιστάμενός του ταμίας για να τελέσει τις κακουργηματικές πράξεις ανάγονται στο ότι (α) δεν τον επόπτευε συστηματικά και δεν έλεγχε ουσιαστικά την ημερήσια συμφωνία του ταμείου, ούτε έλεγχε και υπέγραφε τα φύλλα του ταμείου, καθήκοντα που κατά τα προεκτεθέντα ανήκαν στις ελεγκτικές του αρμοδιότητες ως Υποδιευθυντή του καταστήματος της … της εναγομένης, ενώ αν προέβαινε στην κατά λειτουργική αρμοδιότητα εποπτεία και έλεγχο θα μπορούσε να διαπιστώσει τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσε ο ταμίας, ιδίως δε θα διαπίστωνε την εμφάνιση κερμάτων του ενός ευρώ σε υπερβολικό αριθμό στα ημερήσια φύλλα του ταμείου, τέχνασμα με το οποίο εσκοπείτο να συγκαλυφθεί η κατ' υπεξαίρεση ανάληψη μετρητών εκ μέρους του ταμία, ώστε να επιτυγχάνεται εικονική συμφωνία ημέρας του ταμείου, την ως άνω δε παράλειψή του, που συνιστά μη συμμόρφωσή του προς το υπηρεσιακό του καθήκον, εξωδίκως αποδέχθηκε ο ενάγων, αφού παραδέχθηκε ότι τα φύλλα ταμείου ελέγχονταν μόνον όταν παρατηρούνταν χρηματικές διαφορές στο κλείσιμο και στη συμφωνία του ταμείου, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο το λογιστικό κλείσιμο του ταμείου δεν εξασφαλίζει τον ουσιαστικό έλεγχο, προς αποφυγή οικονομικών ατασθαλιών (β) δεν διενεργούσε τους απαραίτητους τακτικούς και περιοδικούς ελέγχους, ώστε να επιβλέπει την συμμόρφωση των υφισταμένων του με τις εγκυκλίους και τους κανονισμούς της εναγομένης, επιπλέον δεν έλεγχε και δεν θεωρούσε τα παραστατικά, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν σε αντιλογισμούς ή ακυρώσεις ημερολογιακών εγγραφών, καθήκοντα που κατά τα προεκτεθέντα ανήκαν στις ελεγκτικές του αρμοδιότητες ως Υποδιευθυντή του καταστήματος της … της εναγομένης, αν δε διενεργούσε τον λειτουργικό του έλεγχο και συμμορφωνόταν με το υπηρεσιακό του καθήκον, ευχερώς, λόγω της εμπειρίας του, θα αντιλαμβανόταν ότι ο ταμίας της εναγομένης προέβαινε σε τραπεζικές εργασίες ταμείου που υπερέβαιναν τα εγκριτικά όρια, χωρίς να λαμβάνει έγγραφη θεώρηση απ' αυτόν και η διαπίστωση αυτή θα του δημιουργούσε αμέσως βάσιμες υποψίες για την παράνομη δραστηριότητα του ταμία, ότι ο ενάγων ήταν ανώτερος υπάλληλος της εναγομένης, διέθετε μεγάλη εμπειρία στις τραπεζικές εργασίες και είχε πολύ καλές γνώσεις της τραπεζικής πρακτικής και μπορούσε να προβλέψει ότι οι υπηρεσιακές του παραλείψεις ήταν δυνατόν να δώσουν στον υφιστάμενό του την ευκαιρία να τελέσει παράνομες πράξεις σε βάρος τόσο της τράπεζας, όσο και των καταθετών της, ότι οι ως άνω υπηρεσιακές παραλείψεις του ενάγοντος, τις οποίες, μαζί με παράλληλες παραλείψεις και άλλων υπαλλήλων της εναγομένης, εκμεταλλεύθηκε ο ταμίας της εναγομένης στο κατάστημα της …, διαπιστώθηκαν κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο και καταγράφονται στο σχετικό πόρισμα που συνέταξαν οι επιθεωρητές της εναγομένης, μετά από έλεγχο που διενήργησαν, ενώ το κενό ασφαλείας του ηλεκτρονικού συστήματος συναλλαγών της εναγόμενης, που επέτρεπε την αλλαγή μετρητή γραμμής ενημέρωσης βιβλιαρίων, ασφαλώς και συντέλεσε στην συγκάλυψη της παράνομης δράσης του ταμία της εναγομένης, όμως, αν ο ενάγων τηρούσε τα υπηρεσιακά ελεγκτικά καθήκοντά του, θα είχε αποτραπεί η εκδήλωση της παράνομης συμπεριφοράς του εν λόγω ταμία, ότι ακολούθως η εναγομένη προέβη την 15-11-2006 σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε υπαίτιες και σοβαρές παραβάσεις των συμβατικών του υποχρεώσεων και καθηκόντων, ενδεικτικά δε στο έγγραφο της καταγγελίας ως τέτοιες αναφέρθηκαν η παράλειψη ελέγχου της ημερήσιας συμφωνίας του καταστήματος, η παράλειψη διενέργειας τακτικών και περιοδικών ελέγχων με σκοπό την εξασφάλιση της τήρησης των διαδικασιών και κανονισμών της τράπεζας, η παράλειψη χειρόγραφης θεώρησης των παραστατικών κινήσεων αλλά και η παροχή βεβαιώσεων υπολοίπων καταθέσεων προς "διευκόλυνση" πελατών, χωρίς την έγκριση της Περιφερειακής Διεύθυνσης, ότι οι παραπάνω αντισυμβατικές και αντικανονικές παραλείψεις και ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος την θέση εργασίας που του εμπιστεύθηκε η εναγομένη, αποτελούν αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι αποτρέπουν την τελευταία να εμπιστευτεί τον ενάγοντα σε οποιαδήποτε άλλη τραπεζική εργασία, αφού δεν αρμόζουν σε ανώτερο τραπεζικό στέλεχος και κλονίζουν το κύρος της ενάγουσας και την αξιοπιστία της ως μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που έχει την δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της, τουλάχιστον από πράξεις των υπαλλήλων της, με την δημιουργία και την ορθή λειτουργία μηχανισμού ελέγχου της δράσης τους και ως εκ τούτων υφίσταται σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη, με βάση δε τα περιστατικά αυτά (και αφού έκρινε, κατά τα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα, ότι η ένδικη καταγγελία δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική, ούτε λόγω μη τήρησης της προβλεπομένης από τον Κανονισμό της εναγομένης πειθαρχικής διαδικασίας, καθώς και ότι δεν ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων κλπ.) απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί η αγωγή του.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, ο "σπουδαίος λόγος" καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος συνίστατο στην παράβαση των ως άνω ελεγκτικών αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του, όπως περιγράφονται και προσδιορίζονται στην 29/10886/23/2004 εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης εναγομένης, την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, έλαβε αποκλειστικά υπόψη προς σχηματισμό του συναφούς αποδεικτικού πορίσματός του.
Κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του για την μη συνδρομή σπουδαίου λόγου απόλυσης κλπ., μεταξύ άλλων, τα έγγραφα με τίτλο "Ελεγκτικές καταστάσεις καταστήματος" και "Ροή εργασιών-ταμείο", στα οποία, σύμφωνα με το παρατιθέμενο στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων (που ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, άρθ.569§2 ΚΠολΔ, με αριθ.7371Β/5-8-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Ι.
Σ.) περιεχόμενό τους, περιγράφονται τα ελεγκτικά καθήκοντα εκάστου υπαλλήλου κάθε καταστήματος της αναιρεσίβλητης και οι ενέργειες των ταμείων των καταστημάτων της και τα αρμόδια πρόσωπα για την εκτέλεση αυτών. Ενόψει των ως άνω σχετικών παραδοχών που διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη και του περιεχομένου αυτού των παραπάνω εγγράφων δεν καθίσταται βέβαιο, και μάλιστα χωρίς αμφιβολία (παρά την σχετική βεβαίωση του Εφετείου για την συνεκτίμηση όλων γενικά των εγγράφων που προσκόμισαν οι διάδικοι), ότι για το ουσιώδες αυτό ζήτημα λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, που θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά το αντίθετο.
Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου του συναφούς 2ου προσθέτου λόγου αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, κυρίων και 1ου προσθέτου, λόγων ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ.580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο τρίτο του άρθ.1 ν.4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Επομένως, εφόσον αναιρείται η προσβαλλομένη 83/2015 απόφαση του Εφετείου Θράκης, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την 592/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ύστερ' από αναίρεση της προηγουμένης 173/2013 απόφασης του ως άνω δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Σύμφωνα με το άρθ. 495§4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστεθείσα με το άρθ. 12§2 ν. 4055/2012 ίσχυε (από 2-4-2012) κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400€ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ. μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η υποχρέωση, όμως, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθ.663 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας (αριθ. 1 της ως άνω διάταξης, όμοια και η ισχύουσα για τα ασκούμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα ρύθμιση των άρθ.495§3 και 614 αριθ.3 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα τρίτο και τέταρτο του άρθ.1 ν.4335/2015). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, αν και δεν υπεχρεούτο, από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ' αυτόν ένδικης αναίρεσης, παράβολο ποσού 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ' αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ' αυτόν (βλ. ΑΠ 2061/2014, 1125/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 83/2015 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου 300€.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ