Legislator Case Law & Legislation
504/2016 AI generated

504/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 504/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 504 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 504/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και ΠηνελόπÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 504 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 504/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γουλιέλμο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5529/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/10/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 6/3/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης για τους 3ο και 4ο λόγους του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, απορριπτομένων όλων των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 128/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία επί των από 8-4-2009 και 29-11-2010 αντίθετων εφέσεων της συζύγου του αναιρεσείοντος και ενάγουσας Ε. Δ., η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της έφεσής της και στη θέση της υπεισήλθε εκείνος, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της, και της αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, κατά της υπ’ αριθμ. 5529/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς τον δεύτερο των εναγομένων Γ. Π. και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων η ένδικη από 17-4-2007 αγωγή της Ε. Δ., έγινε ακολούθως εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της και υποχρεώθηκε η ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως ως αποζημίωση από τη μεταξύ τους σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, το συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά, ως βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη, η οποία όταν είναι παράνομη δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείψει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Έτσι και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση για παραβίαση της συμβάσεως, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση τελούμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου. Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο (ΑΠ 1801/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος και ενάγουσα Ε. Δ. ιστορεί ότι η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία διατηρεί επιχείρηση ελλιμενισμού ιδιωτικών σκαφών στον τουριστικό λιμένα (μαρίνα - αγκυροβόλιο) του ξενοδοχειακού συγκροτήματος "...", στην ομώνυμη περιοχή της χερσονήσου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, τον οποίο κατασκεύασε το έτος 1993 και έκτοτε λειτουργεί και εκμεταλλεύεται, αναλαμβάνοντας κατ’ επάγγελμα έναντι αμοιβής τον ελλιμενισμό και την φύλαξη ιδιωτικών σκαφών αναψυχής, ότι στις αρχές του 1993 συμφώνησε με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπούμενη από τον τότε υπεύθυνο της μαρίνας υπάλληλό της Δ. Κ., να ελλιμενίσει στον ως άνω τουριστικό λιμένα το περιγραφόμενο στην αγωγή σκάφος αναψυχής με την ονομασία "...", έναντι αμοιβής, καταβαλλομένης ετησίως, η οποία κατά τη συμφωνία τους περιελάμβανε τη δυνατότητα πρόσδεσης και παραμονής του σκάφους στον τουριστικό λιμένα, την παροχή νερού, ηλεκτρικού ρεύματος και καυσίμων, καθώς και τη φύλαξη του σκάφους, στην οποία κυρίως απέβλεπε και ρητώς της υποσχέθηκε η πρώτη εναγομένη και ότι έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της πρώτης εναγομένης εταιρίας άτυπη σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, ότι τις βραδινές ώρες της 7-3-2002 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο ελλιμενισμένο σκάφος με την ονομασία "...", η οποία μεταδόθηκε στο παρακείμενο σκάφος με την ονομασία "..." και εν συνεχεία στο δικό της σκάφος, που εκείνη τη στιγμή ήταν ελλιμενισμένο τρίτο προς τα δεξιά των ανωτέρω σκαφών, γι’ αυτόν που βλέπει από την ακτή προς τον λιμένα, με πρώτο το σκάφος "..." και δεύτερο το σκάφος "...", με αποτέλεσμα το σκάλος της να καταστραφεί ολοσχερώς, ότι η ολοσχερής καταστροφή του σκάφους της, αξίας 285.547 ευρώ, άλλως συνυπολογιζομένης και της μείωσης της αγοραστικής του αξίας λόγω παλαιότητας, αξίας 205.559,24 ευρώ, οφείλεται στην κατά παράβαση της σύμβασης παρακαταθήκης πλημμελή φύλαξη αυτού από μέρους της πρώτης εναγομένης, στην ανυπαρξία των κατάλληλων μέσων πυρόσβεσης, στην πρόσδεση των σκαφών με τρόπο που εφάπτονταν, με αποτέλεσμα την άμεση μετάδοση της φωτιάς στο σκάφος της, καθώς και στη μη έγκαιρη αντίληψη της πυρκαγιάς από τους προστηθέντες στην υπηρεσία φύλαξης υπαλλήλους της, αλλά και από τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, υπάλληλο της πρώτης με την ιδιότητα του υπευθύνου της μαρίνας, οι οποίοι επί πλέον δεν έλαβαν τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή της εξάπλωσης της πυρκαγιάς στο σκάφος της και κατάσβεσης αυτής. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών και ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι η λόγω πλημμελούς φύλαξης ολοσχερής καταστροφή του σκάφους της και η συνεπεία αυτής αδυναμία αυτούσιας απόδοσης του, εκτός από παραβίαση της σύμβασης παρακαταθήκης εκ μέρους της πρώτης των αναίρεσιβλήτων συνιστά επί πλέον και αδικοπραξία τόσο της ιδίας όσο και του προστηθέντος από αυτήν δευτέρου των αναίρεσιβλήτων, λόγω παράλειψης από μέρους του, αλλά και από μέρους των υπαλλήλων-φυλάκων", να λάβουν τα ενδεδειγμένα και πρόσφορα για την αποτροπή της εξάπλωσης της πυρκαγιάς μέτρα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι προαναφερόμενοι (αναιρεσίβλητοι) να της καταβάλουν, σε ολόκληρον έκαστος, το αντίστοιχο προς την αξία του σκάφους της ποσό των 285.547 ευρώ, άλλως το ποσό των 205.559,24 ευρώ και β) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά η αγωγή είναι νόμιμη μόνο όσον αφορά την αξίωση της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση της παρακαταθήκης, η δε επικαλούμενη παράλειψη επιμελούς φύλαξης, χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, δεν είναι παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Ούτε εξάλλου, οι επικαλούμενες από την ενάγουσα παραλείψεις του δευτέρου των αναίρεσιβλήτων μπορούν να θεμελιώσουν αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη του τελευταίου, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο προαναφερόμενος δεν δημιούργησε μια συγκεκριμένη επικίνδυνη κατάσταση, ώστε να έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο προς προστασία της ενάγουσας από την πρόκληση σ’ αυτήν οποιασδήποτε ζημίας πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση, η επικαλούμενη παράλειψη του δευτέρου των αναίρεσιβλήτων να προβεί στις πρόσφορες και ενδεδειγμένες ενέργειες για την αποτροπή εξάπλωσης της πυρκαγιάς και για την έγκαιρη κατάσβεσή της, ταυτίζεται με τα περιγραφόμενα περιστατικά που επιστηρίζουν τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί πλημμελούς φύλαξης του σκάφους της και επομένως παραβίασης της επικαλούμενης από αυτήν σύμβασης παρακαταθήκης από μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιούσε τον δεύτερο στην εκπλήρωση της απορρέουσας από τη σύμβαση παρακαταθήκης οφειλομένης παροχής. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με όμοια αιτιολογία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά την αδικοπρακτική βάση της με συνέπεια να απορρίψει εξ ολοκλήρου ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, αφού η επικαλούμενη με την αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά έλαβε χώρα στα πλαίσια της σύμβασης παρακαταθήκης και δεν θεμελιώνεται επαρκώς, πλην της ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατική ευθύνη. Συνακόλουθα ο πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να απορρίψει την από αδικοπραξία βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, παραλείποντας μάλιστα να λάβει υπόψη κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 (β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 253/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 822 του ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ’ αρχήν να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές της κύριας συμβάσεως, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση. ‘ Οταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στα πλαίσια άλλης κύριας συμβάσεως, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις (AΠ 1024/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ’ αριθ. .../31-3-1962 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ιωάννη Τσατσάρη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών, οι Α. Α. του Σ., Λ. Ζ. του Φ., Λ. Ζ. του Κ., Θ. Α. του Φ. και Ι. Μ. του Μ., κατέστησαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης από την Ιερά Μονή Σταυρονικήτα του Αγίου ‘ Ορους, μιας δασικής έκτασης, συνολικού εμβαδού 1.664,887 στρεμμάτων, κειμένης στη θέση "..." της χερσονήσου Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Με την υπ’ αριθμ. .../27-9-1968 συμβολαιογραφική πράξη που νόμιμα δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ/ΤΑΕ-ΕΠΕ 10177-10-1968) οι προαναφερόμενοι συνέστησαν την πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ". Στη συνέχεια με το υπ’ αριθ. .../20-3-1969 συμβόλαιο "ανταλλαγής ισαξίων ακινήτων" του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Σταύρου Κοκκινέα οι ανωτέρω εξ αδιαιρέτου συγκύριοι αντάλλαξαν με το Ελληνικό Δημόσιο δασικές και μη εκτάσεις, αναλαμβάνοντας συγχρόνως με το ανωτέρω συμβόλαιο την υποχρέωση να αποξηράνουν τις ελώδεις και γειτονικές προς τα ανταλλαγέντα ακίνητα περιοχές. Η μέθοδος αποξήρανσης που επιλέχθηκε (εκβάθυνση συγκεκριμένης περιοχής του έλους και επιχωμάτωση της υπόλοιπης με τα προϊόντα της εκσκαφής) είχε σαν αποτέλεσμα να συνδεθεί η περιοχή που σκάφθηκε με τη θάλασσα, μέσω ενός διαύλου που διανοίχτηκε και με τον τρόπο αυτό να δημιουργηθεί εντός της ανωτέρω ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας μία μεγάλη λιμενολεκάνη, που σταδιακά με την εισροή σ’ αυτήν των θαλασσίων υδάτων σχηματίσθηκε σε ορμίσκο. Στην εν λόγω έκταση η πρώτη εναγομένη ανήγειρε και εκμεταλλεύεται έκτοτε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες που συνέβαλαν στη ραγδαία τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο ορμίσκος που είχε δημιουργηθεί κατά τα άνω και που αρχικά εχρησιμοποιείτο από επαγγελματικά και ερασιτεχνικά αλιευτικά σκάφη, να χρησιμοποιείται και από σκάφη αναψυχής που ανήκαν σε κατοίκους της περιοχής ..., αλλά και πελάτες των ξενοδοχείων της εναγομένης. Η αύξηση του αριθμού των σκαφών που ελλιμενίζονταν στον ορμίσκο προκάλεσε την εμφάνιση προβλημάτων που αφορούσαν τη ρύπανση του περιβάλλοντος και την αυθαίρετη χρήση του χώρου εκ μέρους των ιδιοκτητών των σκαφών. Για τη βελτίωση της κατάστασης η εναγομένη αποφάσισε την οργανωμένη πλέον λειτουργία και εκμετάλλευση του όρμου και προς τον σκοπό αυτόν με δικές της δαπάνες προέβη στον περιμετρικό ευπρεπισμό του ορμίσκου με την επίστρωση των πρανών της λιμενολεκάνης με ελαφρό σκυρόδεμα σε κεκλιμένη μορφή και στον καθαρισμό αυτού (απορρύπανση του). Η χωροθέτηση του ανωτέρω τουριστικού λιμένα, αρχικά 115 θέσεων για σκάφη αναψυχής μήκους 5 έως 15 μέτρων εγκρίθηκε, κατόπιν αίτησης της εναγομένης με την υπ’ αριθ. Α.Π.Τ./645/13-2-1997 απόφαση της Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 147/4-3-1997), όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 1535/27 3-1998 (ΦΕΚ 363/16-4- 1998) απόφαση της ίδιας Υπουργού. Με τις εν λόγω αποφάσεις απλώς εγκρίθηκε η χωροθέτηση του τουριστικού λιμένα οριζομένων συγχρόνως των εργασιών στις οποίες έπρεπε να προβεί η πρώτη εναγομένη, προκειμένου να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει ο τουριστικός λιμένας. Έτσι αρχικά η πρώτη εναγομένη δημιούργησε εγκαταστάσεις για την παροχή υπηρεσιών σε όσους αγκυροβολούσαν τα σκάφη τους και επιθυμούσαν τέτοιου είδους εξυπηρετήσεις που αφορούσαν ειδικότερα την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (μέσω πινάκων εγκατεστημένων περιμετρικά), ύδατος και καθαριότητας, καθώς επίσης τη διαμεσολάβηση για τη προμήθεια καυσίμων. Ο ορμίσκος αυτός μετά τις προαναφερθείσες παρεμβάσεις λειτούργησε ως αγκυροβόλιο μέχρι το 2004, οπότε, και αφού προηγήθηκε η κατασκευή των αναγκαίων υποδομών (οι οποίες είχαν καθορισθεί με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις), έλαβε την υπ’ αριθ. .../24-6-2004 άδεια προκειμένου να λειτουργεί πλέον ως οργανωμένη μαρίνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2160/1993. Το έτος 1993 η ενάγουσα ελλιμένισε το σκάφος της με την ονομασία "...", ελληνικής σημαίας, ολικού μήκους 17,30 μέτρων, πλάτους νηολόγησης 5,24 μέτρων, βάθους νηολόγησης 2,25 μέτρων, στο αγκυροβόλιο της πρώτης εναγομένης. Το πλοίο είχε κατασκευασθεί στη Θεσσαλονίκη από το έτος 1975 έως το 1978 και κατέστη αξιόπλοο το έτος 1980, είχε δε αριθμό νηολογίου Θεσσαλονίκης .... Τις βραδινές ώρες της 7-3-2002 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο ελλιμενισμένο στο ίδιο αγκυροβόλιο σκάφος με την ονομασία "...", η οποία μεταδόθηκε στο παρακείμενο σκάφος με την ονομασία "..." και εν συνεχεία στο σκάφος της ενάγουσας, που εκείνη τη στιγμή ήταν ελλιμενισμένο τρίτο προς τα δεξιά των ανωτέρω σκαφών, γι’ αυτόν που βλέπει από την. ακτή προς τον λιμένα, με πρώτο, το σκάφος "..." και δεύτερο το σκάφος "...", και από εκεί (μεταδόθηκε) στα μικρότερα σκάφη "..." και "...". Ειδικότερα κατ’ εκείνη τη χρονική στιγμή τα ανωτέρω σκάφη ήταν δεμένα με την πρύμνη προς την ακτή και πλευρισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, παρεμβαλλόμενων μεταξύ τους (προς αποφυγή της μεταξύ τους τριβής και πρόκλησης φθορών) ελαστικών παραβλημάτων. Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι διορισθέντες από το Λιμεναρχείο Νέων Μουδανιών Κ. Λ., ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός και Σ. Α., πυραγός του Πυροσβεστικού Σώματος, προέκυψε ότι η φωτιά κινήθηκε από τα αριστερά προς τα δεξιά, λόγω του πνέοντος ανέμου, με πιθανότερη εκδοχή να έχει εκδηλωθεί αρχικά στο αριστερότερο δεμένο πλαστικό σκάφος .... Κατά τις διαπιστώσεις των ανωτέρω πραγματογνωμόνων δεν αποκλείσθηκε η εκδοχή να έχει εκδηλωθεί η φωτιά αρχικά στο σκάφος ... και να έχει μεταδοθεί στο σκάφος ..., πλην όμως, όπως ανέφεραν, η πιθανότητα αυτή ήταν μικρότερη. Απέκλεισαν όμως το γεγονός η φωτιά να ξεκίνησε από το σκάφος της ενάγουσας. Κατ’ αυτούς, οι πιθανές αιτίες πρόκλησης της πυρκαγιάς στα τρία σκάφη, μεταξύ των οποίων και σ αυτό της ενάγουσας, ήταν δύο, είτε υπήρξε αστοχία ηλεκτρολογικής εγκατάστασης ενός εξ αυτών (εννοούν πρόδηλα τα πλοία ... και ...) είτε υπήρξε δολιοφθορά, πλην όμως λόγω της ολοσχερούς καταστροφής των πλοίων, σε συνδυασμό με την λάσπη, το νερό και τους θαλάσσιους οργανισμούς που αναπτύχθηκαν σ’ αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα να μην εντοπιστούν ευρήματα δολιοφθοράς. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ως προς την πρόκληση της πυρκαγιάς κατόπιν, δολιοφθοράς ουδέν στοιχείο ανευρέθη, τόσο κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, όσο και κατά την επακολουθήσασα προανάκριση που διατάχθηκε, από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πολυγύρου. Άλλωστε εξεταζόμενοι οι ιδιοκτήτες των σκαφών ενώπιον του διενεργήσαντος την προανάκριση ανθ/ρχου Γ. Τ., αντ/ρχου Κ. Τ. και σημ/ρου Δ. Β. απέκλεισαν την αιτία αυτή. Επίσης οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι στην προβλήτα ελλιμενισμού δεν υπήρχε (κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς) μόνιμο υδροδοτικό δίκτυο πυρόσβεσης με κρουνούς, πυροσβεστικές φωλιές, μάνικες κλπ. Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η φωτιά έγινε αντιληπτή από τον υπεύθυνο του χώρου ελλιμενισμού του συγκροτήματος της πρώτης εναγομένης (όπως ο ίδιος κατέθεσε στην από 22-3- 2002 ένορκη εξέταση του ενώπιον του ανθ/ρχου Γ. Τ., που διενήργησε προανάκριση σχετικά με τα αίτια εκδήλωσης της πυρκαγιάς) και δεύτερο εναγόμενο Γ. Π. στις 23.55 της 7-3-2002. Κατ’ εκείνη τη στιγμή διαπίστωσε ότι ήδη τα τρία πλοία καίγονταν και ότι η φωτιά είχε τέτοια ένταση που κατά την προσωπική του εκτίμηση δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί από τον ίδιο και να προβεί στην κατάσβεση της με τις δικές του μόνο δυνάμεις. Επίσης αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν του είχε παραδώσει τα κλειδιά του πλοίου ούτε βέβαια κατατέθηκε από κάποιον μάρτυρα ότι οποιοσδήποτε υπάλληλος της πρώτης εναγομένης είχε τη δυνατότητα να εισέρχεται στο πλοίο και να ελέγχει το εσωτερικό αυτού ή να το μετακινεί κατά το δοκούν. Όσον αφορά τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης Α. Σ. και Σ. Τ., αυτοί είχαν προσληφθεί ως φύλακες ολόκληρου του ξενοδοχειακού συγκροτήματος αυτής, οι οποίοι με όχημα περιπολούσαν όλη την έκταση και εφόσον υπέπιπτε στην αντίληψη τους κάποιο πρόβλημα το ανέφεραν στον προϊστάμενο τους Κ. Κ.. Οι συγκεκριμένοι φύλακες, οι οποίοι διήλθαν τον χώρο του ελλιμενισμού των πλοίων με το όχημα περιπολίας στις 23.30, δεν ήταν φύλακες αποκλειστικά του εν λόγω χώρου, ούτως ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στην κρίση ότι στα καθήκοντα τους ανάγονταν αποκλειστικά η φύλαξη του χώρου του αγκυροβολίου. Αυτοί αφού διήλθαν από τον εν λόγω χώρο, στη συνέχεια με το όχημα περιπολίας συνέχισαν τη διαδρομή τους προκειμένου να προβούν στον έλεγχο των λοιπών χώρων των ξενοδοχείων που καταλαμβάνουν έκταση 6.000 στρεμμάτων περίπου. Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν αποκλειστικά φύλακες του αγκυροβολίου, αποδέχεται και ο μάρτυρας της ενάγουσας Δ. Δ. που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Αυτός καταλήγει συμπερασματικά, από το γεγονός ότι κατέβαλε ετησίως ένα ποσό για την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ότι αυτό περιελάμβανε και τη φύλαξη του πλοίου. Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα αποδεικνύεται ότι μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης δεν καταρτίσθηκε σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, αλλά σύμβαση παραχώρησης χώρου (μίσθωσης) στο αγκυροβόλιο σε συνδυασμό με την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και διαμεσολάβησης προμήθειας καυσίμων. Άλλωστε από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα από 21-10-2000 και 30-10-2001 αποδείξεις της πρώτης εναγομένης, προκύπτει ότι αυτή κατέβαλε τα ποσά των 200.000 και 244.200 δραχμών, αντίστοιχα, για την παροχή υπηρεσιών γενικά χωρίς να αναφέρεται στα έγγραφα αυτά και η υποχρέωση της εταιρίας για τη φύλαξη του πλοίου. Μάλιστα στις εν λόγω αποδείξεις έχει διαγραφεί η λέξη "αγκυροβολίου". Τούτο ήταν γνωστό στην ενάγουσα, η οποία, ουδόλως διαμαρτυρήθηκε για το ότι δεν αναγράφονταν μεταξύ των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης και η παροχή υπηρεσιών φύλαξης του πλοίου, ούτε επιζήτησε την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης προκειμένου να διασφάλιση την εν γένει προστασία του πλοίου της και συνακόλουθα την ανάληψη της αντίστοιχης ευθύνης εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης που θα συνεπάγονταν αυτό το γεγονός, καθόσον η απλή σύμβαση ελλιμενισμού σκαφών χαρακτηρίζεται ως σύμβαση, μίσθωσης ακινήτου....

Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο υπεύθυνος του αγκυροβολίου το έτος 1993 Δ. Κ. και από το έτος 1999 ο Γ. Π. την είχαν διαβεβαιώσει προφορικά περί της φύλαξης του πλοίου της επί 24ης βάσης επί δώδεκα μήνες τον χρόνο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι αυτή γνώριζε ότι δεν υφίσταται η απαραίτητη υποδομή για την πυρασφάλεια (οι πραγματογνώμονες, είχαν διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε μόνιμο υδροδοτικό δίκτυο πυρόσβεσης), καθώς επίσης γνώριζε ότι δεν υπήρχε φύλακας που απασχολείτο αποκλειστικά με τη φύλαξη των ελλιμενισμένων στο αγκυροβόλιο πλοίων. Ήταν ευκόλως αντιληπτό από αυτήν ότι ο δεύτερος εναγόμενος Γ. Π. δεν θα μπορούσε να ασχολείται με τη φύλαξη των πλοίων επί 24ης βάσης επί δώδεκα μήνες τον χρόνο. Περί του χαρακτήρα της σύμβασης της συναπτόμενης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και του εκάστοτε ιδιοκτήτη πλοίου ως μίσθωσης χώρου και παροχής υπηρεσιών καθαριότητας, ηλεκτροδότησης, υδροδότησης και διαμεσολάβησης στην προμήθεια καυσίμων κατέθεσαν σαφώς στις ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη οι Ε. Τ., Φ. Κ. και Σ. Ν., οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες σκαφών που είχαν αγκυροβολήσει τα πλοία τους στον διαμορφωθέντα από την πρώτη εναγομένη όρμο. Άλλωστε, όπως κατέθεσαν οι ίδιοι, και η καταβαλλόμενη από έκαστο ιδιοκτήτη σκάφους αμοιβή ήταν πολύ μικρότερη από αυτήν που θα κατέβαλε κάποιος σε διαμορφωμένη μαρίνα. Επομένως, εφόσον μεταξύ των διαδίκων δεν είχε συναφθεί ατύπως σύμβαση αμειβομένης παρακαταθήκης, η πρώτη εναγομένη ουδεμία ευθύνη έφερε για την καταστροφή του πλοίου της ενάγουσας από την προπεριγραφείσα πυρκαγιά και συνακόλουθα ουδεμία υποχρέωση αποζημίωσης αυτής είχε με βάση τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΎΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΑΕ". Το γεγονός ότι οι υπάλληλοι της πρώτης εναγόμενης είχαν τη δυνατότητα να μετακινούν τα πλοία σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως έκαναν και με τα πλοία "..." και "...", που τα απομάκρυναν προκειμένου να μη μεταδοθεί και σε αυτά η φωτιά, δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της σύμβασης που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η εν λόγω μετακίνηση έγινε πράγματι λόγω των εξαιρετικών συνθηκών που προέκυψαν και μάλιστα χωρίς οι υπάλληλοι, να εισέλθουν στα πλοία (αφού δεν τους είχαν παραδοθεί τα κλειδιά αυτών), αλλά εξωτερικά με μία μικρή λέμβο". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, ενώ δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως προς την αναιρεσίβλητη, απέρριψε και ως προς αυτή την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεταξύ της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν καταρτίστηκε σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, αλλά μόνον σύμβαση παραχώρησης απ’ αυτή χώρου στο αγκυροβόλιο της για το ελλιμενισμό του πλοίου της ενάγουσας "..." σε συνδυασμό και με την παροχή εκεί υπηρεσιών καθαριότητας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και διαμεσολάβησης στην προμήθεια καυσίμων, αξιολογώντας τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του: α) Η ενάγουσα δεν παρέδωσε τα κλειδιά του πλοίου της στην αναιρεσιβλητη, οπότε αυτή δεν είχε τη δυνατότητα να εισέρχεται εντός αυτού και να ελέγχει το εσωτερικό του ούτε μπορούσε να το μετακινεί "κατά το δοκούν", β) η αναιρεσίβλητη δεν διέθετε φύλακες αποκλειστικά για το χώρο του αγκυροβολίου της, αλλά φύλακες για ολόκληρο το ξενοδοχειακό της συγκρότημα, στο οποίο πάντως περιλαμβάνεται και ο χώρος του αγκυροβολίου της, γ) στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα από 21.10.2000 και 30.10.2001 αποδείξεις της αναιρεσίβλητης για τα ποσά που εισέπραξε αυτή ως αμοιβή από αυτήν για τον ελλιμενισμό του πλοίου της, γίνεται λόγος για την παροχή γενικά υπηρεσιών προς αυτήν, χωρίς να αναφέρεται ειδικότερα η υποχρέωση φύλαξης του κλοΙοι> της από την αναιρεσίβλητη, γεγονός για το οποίο δεν διαμαρτυρήθηκε εκείνη και ούτε γενικότερα επιζήτησε την κατάρτιση ως προς τη φύλαξη έγγραφης σύμβασης δ) η ενάγουσα γνώριζε την έλλειψη φυλάκων υπεύθυνων νια τη φύλαξη αποκλειστικά του αγκυροβολίου της αναιρεσίβλητης, καθώς και την έλλειψη υποδομής πυρασφάλειας στο χώρο του αγκυροβολίου και δεν διαμαρτυρήθηκε για τις ελλείψεις αυτές και ε) οι ιδιοκτήτες άλλων ελλιμενισμένων στο αυτό αγκυροβόλιο πλοίων βεβαίωσαν ενόρκως ότι οι συναπτόμενες με την αναιρεσίβλητη συμβάσεις ελλιμενισμού πλοίων είχαν το χαρακτήρα απλής μίσθωσης με παροχή παράλληλα υπηρεσιών μόνο καθαριότητας, ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και διαμεσολάβησης στην προμήθεια καυσίμων, γι’ αυτό και η καταβαλλόμενη στην αναιρεσίβλητη αμοιβή ήταν πολύ μικρότερη από την καταβαλλόμενη για ελλιμενισμό πλοίων σε διαμορφωμένη μαρίνα. Ωστόσο, οι παραδοχές αυτές δεν είναι ικανές να στηρίξουν με επάρκεια το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, δηλαδή ότι η αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο της σύμβασης της με την ενάγουσα, δεν ανέλαβε και την υποχρέωση φύλαξης του πλοίου της, αφού α) η έλλειψη έγγραφης μεταξύ τους σύμβασης δεν αποκλείει την ανάληψη προφορικά, εκτός άλλων, και της υποχρέωσης αυτής, β) η έλλειψη διαμαρτυρίας της ενάγουσας ως προς τη μη αναγραφή της υποχρέωσης φύλαξης του πλοίου της στις χορηγούμενες σ’ αυτήν αποδείξεις της αναιρεσίβλητης δεν σημαίνει χωρίς άλλο ανυπαρξία σχετικής υποχρέωσης, αν ληφθεί υπόψη ότι η αιτιολογία σε όμοιες αποδείξεις είναι κατά κανόνα εξαιρετικά συνοπτική και εν προκειμένω η σύνδεση της με την παροχή προς την ενάγουσα από την αναιρεσίβλητη εν γένει υπηρεσιών αρκεί για να καλύπτει και υπάρχουσα τέτοια υποχρέωση, γ) η υποχρέωση φύλαξης του πλοίου δεν προϋποθέτει αναγκαίως την παράδοση των κλειδιών του πλοίου στον υπεύθυνο του αγκυροβολίου ούτε αποτελεί αρνητικό γνώρισμα αυτής η μη δυνατότητα του υπευθύνου να μετακινεί "κατά το δοκούν" το πλοίο, δ) η έλλειψη κατάλληλης υποδομής πυρασφάλειας στο χώρο του αγκυροβολίου της αναιρεσίβλητης εν γνώσει της ενάγουσας, καθώς και η έλλειψη εν γνώσει αυτής φυλάκων υπεύθυνων για τη φύλαξη αποκλειστικά του εν λόγω χώρου, δεν υποδηλώνει οπωσδήποτε ανυπαρξία υποχρέωσης φύλαξης, αλλά ενδεχομένως πλημμελή εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής ε) οι ιδιοκτήτες άλλων ελλιμενισμένων στο αγκυροβόλιο της αναιρεσίβλητης πλοίων αναφέρθηκαν με τις ένορκες βεβαιώσεις τους όχι στην επίδικη σύμβαση της ενάγουσας, αλλά γενικά στις συμβάσεις ελλιμενισμού πλοίων στο αγκυροβόλιο της αναιρεσίβλητης, χαρακτηρίζοντας αυτές ως απλές μισθώσεις χώρου, ενώ αόριστα ισχυρίστηκαν ότι η καταβαλλόμενη από αυτήν αμοιβή υπολειπόταν της συνήθους αμοιβής για ελλιμενισμό με ανάληψη υποχρέωσης φύλαξης, την οποία και δεν προσδιόρισαν και στ) ο χώρος του αγκυροβολίου της αναιρεσίβλητης ναι μεν δεν είχε ακόμη κατά τον χρόνο που εκδηλώθηκε η καταστροφική για το πλοίο της ενάγουσας πυρκαγιά άδεια λειτουργίας ως τουριστικού λιμένα, είχε όμως εγκριθεί η χωροθέτησή του ως τουριστικού λιμένα, γεγονός που επέβαλε σ’ αυτή, κατά τις εγκριτικές υπουργικές αποφάσεις, την εκτέλεση εργασιών για τη δημιουργία, μεταξύ άλλων, συστημάτων ασφάλειας και κυρίως πυρασφάλειας. Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας διαφορετικά με την προσβαλλόμενη απόφαση του, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το σχετικό μέρος του τέταρτου αναιρετικού λόγου του.

Συνεπώς κατά μερική παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις απορρέουσες από την κύρια αγωγική βάση αξιώσεις της ενάγουσας και δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως πρέπει κατά την παρ. 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το αρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (αρθρ. 176, 183, 189§1, 191 §2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του αρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το αρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτόν με τα υπ’ αριθ. ..., .../2014 και .../2014 παραστατικά είσπραξης, σειράς Α’ , του Δημοσίου και του ΤΛΧΔΙΚ αντίστοιχα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 128/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτόν με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό παραστατικά. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2016.

H ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ