Legislator Case Law & Legislation
504/2011 AI generated

504/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 504/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 504 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 504/2011

Legislator headnote

AI generated

504/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 504 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 504/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 504 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 504/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ί. του Κ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου της Α. χήρας. Χ. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γκιουλέκα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2. Γ. συζ. Κ. Μ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., 3. Μ. συζ. Β. Δ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Σολιδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1978 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2386/1983 του ίδιου Δικαστηρίου και 4035/1990 μη οριστική, 451/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 31-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο άρθρο 309 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται, ότι η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει συμπληρωματικές αποδείξεις είναι μη οριστική και ως τοιαύτη δύναται να ανακληθεί, είτε με αίτηση του διαδίκου είτε αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559.15 του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση και όχι αν ανακλήθηκε έστω και εσφαλμένα μη οριστική απόφαση. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 15 του ΚΠολΔ, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανακάλεσε εσφαλμένα την προηγουμένως εκδοθείσα 2557/1984 απόφασή του, με την οποία διέτασσε συμπληρωματικές αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εν λόγω (2557/1984) απόφαση είναι μη οριστική και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 15 του ΚΠολΔ.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 1 (και όχι και από τους αριθμούς 8,11 και 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 522, 513 παρ.2 και 309 περ.β' του ΚΠολΔ, περί μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, περί εκκαλούμενων οριστικών αποφάσεων και περί ανάκλησης μη οριστικών αποφάσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί και μάλιστα νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, ο αναιρεσείων, αν είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει να αναφέρει ότι είχε επαναφέρει τον ισχυρισμό του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης και μάλιστα με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων και όχι με τις προτάσεις του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθ. 10 περίπτ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, γιατί, ενώ το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την απόφασή του 2386/1983 είχε κάνε εν μέρει δεκτή την ένδικη περί κλήρου αγωγή των αντιδίκων του (αναγνωρίζοντας αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος Χ. Π., κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, επί των επίδικων δυο ακινήτων του και του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του, ως τέκνα της προαποβιώσασας αδελφής του πιο πάνω κληρονομουμένου, Σ. Π.-Π.) και αρχική εναγομένη - σύζυγος του πιο πάνω κληρονομουμένου - (στη δικονομική θέση της οποίας, μετά το θάνατό της, υπεισήλθε ο αναιρεσείων ως ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της) είχε ασκήσει κατά της εν λόγω απόφασης (2386/1983 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) έφεση, με την οποία είχε παραπονεθεί ότι είχε κάνει ως άνω εν μέρει δεκτή την αγωγή χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη για τα κρίσιμα περιστατικά της αγωγής ότι "τα δυο επίδικα ακίνητα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και το επίδικο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τα κατείχε ως κληρονόμος", παρά ταύτα το Εφετείο εντέλει, κρίνοντας ότι ως προς το μέρος της αυτό η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (το οποίο είχε κρίνει ότι προς τα ανωτέρω περιστατικά υπήρχε κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογία της εναγομένης) δεν προβάλλεται, αφού "δεν προβάλλεται αιτίαση με την έφεση", ανακάλσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την προ εκδοθείσα 2557/1984 απόφασή του, με την οποία για τα περιστατικά αυτά της αγωγής είχε διατάξει συμπληρωματικές αποδείξεις, και ακολούθως απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας, έτσι, την ανωτέρω 2386/1983 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όμως, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης, με αυτήν (έφεση) δεν πλήττεται η ως άνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού προβάλλονται τρεις σαφείς και συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης, σε κανένα από τους οποίους δεν υπάρχει αιτίαση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για "εν γένει κακή εκτίμηση των αποδείξεων". Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν είχε προβληθεί με λόγο έφεσης στο Εφετείο, απαραδέκτως δε προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι τον πιο πάνω ισχυρισμό είχε προβάλει ο ίδιος με τις προτάσεις του της συζήτησης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 14/2005). Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων, η εξέταση των οποίων είχε επιτραπεί με την ανωτέρω 2557/1984 απόφασή του που ανακλήθηκε, ως δικαστικά τεκμήρια κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που θα αφορούσε το αποδεικτικό αυτό μέσο και ποια επιρροή θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων με αριθμητική απλώς μνεία επικαλείται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,8 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς να εξειδικεύει στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται ειδικότερα οι εν λόγω πλημμέλειες, είναι αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.5.2010 αίτηση του Χ. Ί. του Κ. για αναίρεση της 451/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ