Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of unjust enrichment claim due to lack of direct transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court of Nafplion, which had dismissed the claim for unjust enrichment. The appellant argued that the lower court erred by failing to apply Article 913 of the Civil Code, which permits seeking restitution from a third party when the original recipient transfers the benefit via a gratuitous act like a gift. The Court agreed, ruling that the lower court violated the principle of direct transfer required by Article 904 by ignoring the exception in Article 913. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled in part, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 and 913 of the Civil Code; When a recipient transfers the benefit to a third party via a gratuitous act, the claimant may seek restitution from that third party despite the lack of direct transfer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 503 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 503/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κοκκίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλειώτα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2013 μη οριστική, 203/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-2-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη (ΟλΑΠ 23/2003).
Για να υπάρξει αξίωση από τη διάταξη αυτή, θα πρέπει ο πλουτισμός του άλλου να επέλθει απευθείας από την περιουσία του βλαβέντος, χωρίς παρεμβολή της περιουσίας τρίτου. Αυτό ισχύει εφόσον δεν προβλέπεται το αντίθετο με ειδική διάταξη, όπως συμβαίνει με εκείνη της ΑΚ 913, σύμφωνα με την οποία, είναι δυνατή η αναζήτηση του πλουτισμού από τον τρίτο, στον οποίο ο αρχικός λήπτης προσπόρισε τον πλουτισμό από χαριστική αιτία.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι με το άρθρο 913 ΑΚ εισάγεται ειδική εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ, ο οποίος προϋποθέτει την αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης και επομένως, εφόσον ο λήπτης ό,τι περιήλθε σε αυτόν το προσπόρισε σε τρίτον με χαριστική πράξη, επιτρέπεται η αναζήτηση του πλουτισμού από τον τρίτο (ΑΠ 51/2016, ΑΠ 1947/2006).
Με τη θέσπιση της ΑΚ 913, ο νόμος εξομοιώνει κατ' αποτέλεσμα την χαριστική αιτία με την ανύπαρκτη. Η χαριστική πράξη δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, παρά την εγκυρότητά της ως δικαιοπραξίας. Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται στο πλαίσιο της γενικότερης δυσπιστίας με την οποία το δίκαιο αντιμετωπίζει τις εξ ελευθεριότητας συμβάσεις.
Όπως ο λήπτης της γενικής ρήτρας, έτσι και ο τρίτος της ΑΚ 913 αντιμετωπίζεται ως κάτοχος αδικαιολόγητου πλουτισμού από το νόμο, ο οποίος και δεν θεωρεί την περιουσιακή κτήση από χαριστική αιτία ως επαρκή λόγο διατηρήσεως (νόμιμη αιτία) του πλουτισμού και συνεπώς άξια προστασίας, εφόσον για την περιουσιακή αυτή κτήση δεν έχει καταβληθεί αντάλλαγμα, αλλά ούτε η ίδια στηρίζεται σε σύμβαση του τρίτου με το πρόσωπο σε βάρος του οποίου απέκτησε τον πλουτισμό, δηλαδή του ζημιωθέντος ενάγοντος, πολύ δε περισσότερο όταν δεν υφίσταται συναίνεση του τελευταίου για την χαριστική πράξη.
Η από την ΑΚ 913 αξίωση είναι η ενοχική αξίωση που δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου αλλά κατά του προσώπου εκείνου, το οποίο, κατά τη χρονική στιγμή άσκησης της αξίωσης βρίσκεται σε ορισμένη εμπράγματη σχέση (κυριότητα, νομή, κατοχή) με ορισμένο πράγμα. Προϋποθέσεις της αξίωσης κατά του τρίτου είναι:
α) αξίωση κατά του αρχικού λήπτη, ο οποίος θα μπορούσε να εναχθεί με την αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, β) ο αρχικός λήπτης να μην ευθύνεται πλέον αυτός σε απόδοση του πράγματος, δηλαδή να μην είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής και γ) ο τρίτος να απέκτησε το πράγμα με χαριστική πράξη.
Αντικείμενο του πλουτισμού που διοχετεύεται σε τρίτον είναι, είτε αυτούσιος είτε το αντάλλαγμά του (ΑΚ 908). Εξάλλου, χαριστική δικαιοπραξία είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 1509 ΑΚ σύμβαση γονική παροχής, αφού η παροχή αυτή γίνεται χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς την ύπαρξη σχετικής προς τούτο υποχρεώσεως των γονέων.
Ο χαρακτηρισμός της ως δωρεάς, μόνον κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, δεν μπορεί να στηρίζει αντίθετη εκδοχή, καθόσον η μη ένταξή της έως ένα βαθμό στην έννοια της δωρεάς αποσκοπεί στην απαλλαγή της από ορισμένες δυσμενείς συνέπειες των δωρεών, όπως είναι η υποβολή σε τύπο, η βαρύτερη φορολόγηση και ιδίως η δυνατότητα ανακλήσεως.
Δεν ήταν συνεπώς σκοπός του άρθρου 1509 ΑΚ να υπαγάγει στις επαχθείς δικαιοπραξίες μέρος των γονικών παροχών (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 372/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Έτσι, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή το αντίστροφο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου που κατά τη συναφή αίτηση αναιρέσεως παραβιάσθηκε (ΑΠ 925/2017, ΑΠ 216/2017).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 790/2020).
Η προσβαλλόμενη 10/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά των Δ. Γ., Σ. Γ., Ε. Γ., Χ. Γ. και Γ. Γ., την από 2.11.2007 περί κλήρου αγωγή, στην οποία εξέθετε ότι αυτός και οι εναγόμενοι είναι κληρονόμοι, δυνάμει της από .../19.10.1995 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος Γ.
Γ., πατέρα αυτού και του πρώτου εναγομένου, πεθερού της δεύτερης και παππού εκ της πατρικής γραμμής των τριών τελευταίων εναγομένων, οι οποίοι και εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι στα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα, και ότι η κληρονομιά που καταλήφθηκε στον ίδιο με τη διαθήκη, σύμφωνα με αναλυτικούς υπολογισμούς, υπολείπεται της νόμιμης μοίρας του κατά το ποσό των 20.800 ευρώ και σε ποσοστό 26/199 εξ αδιαιρέτου.
Ειδικώτερα δε ως προς ένα εκ των αρχικώς κληρονομιαίων ακινήτων και συγκεκριμένα ως προς τμήμα του ακινήτου (οικοπέδου) στη θέση ..., εμβαδού 2.745 τετρ.μέτρων, το οποίο κατά τη διαθήκη έλαβε ο εκ των εναγομένων Δ. Γ., κατά πλήρη κυριότητα, ο ενάγων εξέθετε στην αγωγή, ότι τούτο, με την .../2004 πράξη της συμβολαιογράφου Σπάρτης Αγγελικής Πετράκου- Ορφανού που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος αυτός, αφού παραχώρησε στην κοινή χρήση προς δημιουργία δημοτικής οδού τμήμα εμβαδού 44,65 τ.μ., στη συνέχεια την εναπομείνασα καθαρή έκταση τούτου 2.700,35 τ.μ.
μεταβίβασε με γονική παροχή στη θυγατέρα του Ε. Γ. (τρίτη εναγομένη), με το υπ'αριθ. .../2004 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία έκτοτε το νέμεται και το κατέχει εξ ολοκλήρου όχι πλέον ως κληρονόμος αλλά ως ειδική διάδοχος του πατέρα της Δ. Γ. (πρώτου εναγομένου), με συνέπεια, ο τελευταίος να μην ευθύνεται πλέον ως κληρονόμος, στην απόδοση στον ενάγοντα του ποσοστού της νόμιμης μοίρας του εξ αδιαιρέτου επί αυτού του ακινήτου, αλλά ούτε και αντιστοίχου αντικαταλλάγματος, αφού τέτοιο δεν υπήρξε λόγω του χαριστικού χαρακτήρα της μεταβίβασης.
Τέλος, αφού επικαλέσθηκε ο ενάγων ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού .δικαιούται να αξιώσει, μετά την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, ποσοστό και επί αυτού του αρχικά κληρονομιαίου ακινήτου "από τη νεμομένη τούτο όχι πλέον ως κληρονόμο, αλλά ως αδικαιολογήτως καταστάσα πλουσιότερη (άρθρο 913 Α.Κ.)", ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα επί των 26/199 εξ αδιαιρέτου των εκτιθεμένων στην αγωγή ακινήτων της κληρονομιάς και να υποχρεωθούν όλοι εναγόμενοι να του τα αποδώσουν και, ειδικότερα, η τρίτη εναγομένη τα 26/199 του ως άνω αρχικά κληρονομιαίου ακινήτου στη θέση "...", επειδή κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη ύστερα από τη μεταβίβαση σε αυτήν του εν λόγω ακινήτου με συμβόλαιο γονικής παροχής από τον πατέρα της, αρχικώς εκ διαθήκης κληρονόμο τούτου.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αρχικά η 220/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον ορισθέντα με αυτήν πραγματογνώμονα σχετικά με την εκτίμηση της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων, μετά τη διεξαγωγή της οποίας εκδόθηκε η 203/2016 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος ως νομίμου μεριδούχου της κληρονομιάς του πατέρα του έναντι όλων των εναγομένων, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να του αποδώσουν, αντιστοίχως ο καθένας, επί των κατά περίπτωση κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της κληρονομιάς, το προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ιδανικό μερίδιο, ήτοι τα 30,40% εξ αδιαιρέτου εκάστου ακινήτου.
Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή, ως προς το αίτημά της σχετικά με την τρίτη εναγομένη για απόδοση από αυτήν στον ενάγοντα ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω μεταβιβασθέντος με συμβόλαιο γονικής παροχής στην ίδια ακινήτου, από τον αρχικώς κληρονόμο πατέρα της, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με την παραδοχή ότι "...ο πλουτισμός αυτός δεν επήλθε με άμεση μετακίνηση από την περιουσία του ενάγοντος αλλά παρεμβλήθηκε τρίτη περιουσία, ήτοι του πρώτου εναγομένου και συνεπώς λείπει η αμεσότητα, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της διάταξης του άρθρ. 904 ΑΚ".
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν, η από 16.1.2017 με αριθμό κατάθεσης 47/3.2.2017 έφεση του ενάγοντος και η από 17.1.2017 με αριθμό κατάθεσης 28/19.1.2017 έφεση των εναγομένων. Με το μοναδικό λόγο της από 16.1.2017 εφέσεως του ενάγοντος, η οποία και μόνο ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδονταν στην εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι κατ5εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικά των διατάξεων των άρθρων 904 και 913 Α.Κ., των οποίων είχε γίνει επίκληση στην αγωγή, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημά της να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη, να αποδώσει στον ενάγοντα προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του συγκεκριμένου αρχικώς κληρονομιαίου ακινήτου, το οποίο ο πατέρας της, κληρονόμος εκ διαθήκης τούτου, το μεταβίβασε σε αυτήν με χαριστική αιτία, ήτοι με τo συμβόλαιο γονικής παροχής.
Ειδικότερα, επικαλέσθηκε ο ενάγων - εκκαλών, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν ερμήνευε και εφάρμοζε τη διάταξη του άρθρου 913 ΑΚ, την οποία έπρεπε να εφαρμόσει, θα έκρινε, ότι ο αδελφός του, Δ. Γ., ο οποίος, δυνάμει της επίμαχης διαθήκης του πατέρα αμφοτέρων, έλαβε ως κληρονόμος, μεταξύ άλλων, και το συγκεκριμένο ακίνητο, είχε καταστεί ως προς αυτό, κατά το "υπερβάλλον", δηλαδή κατά το μέρος που έθιγε τη νόμιμη μοίρα του ίδιου, πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του και, συνεπώς, αφού το ακίνητο αυτό δεν παρέμενε πλέον στα χέρια του, αλλά είχε ήδη μεταβιβασθεί με χαριστική αιτία στην θυγατέρα του εναγομένη - εφεσίβλητη, Ε.
Γ., η αξίωση του ενάγοντος για απόδοση από αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ήταν νόμιμη. Επί αμφοτέρων των εφέσεων των διαδίκων, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 10/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε αυτές τυπικά και τις απέρριψε κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από τον εκκαλούντα - ενάγοντα η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Γ., διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις ακόλουθες παραδοχές: "....πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο λόγος έφεσης (έφεση 47/2017) που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον ο πλουτισμός της τρίτης των εναγομένων δεν επήλθε με άμεση μετακίνηση από την περιουσία του ενάγοντος αλλά παρεμβλήθηκε τρίτη περιουσία, ήτοι του πρώτου εναγομένου και συνεπώς λείπει η αμεσότητα, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και 913 ΑΚ".
Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία για την ύπαρξη αξίωσης με βάση αυτήν απαιτείται ο πλουτισμός του λήπτη και η ζημία του άλλου να προκύπτουν από το ίδιο γεγονός, δηλαδή την ίδια, άμεση περιουσιακή μετακίνηση, χωρίς να παρεμβάλλεται τρίτη περιουσία, πλην όμως εσφαλμένα έκρινε και απέρριψε ως μη νόμιμο το ως άνω αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, παραβιάζοντας ευθέως την διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 913 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη με τη διάταξη αυτή εισάγεται ειδική εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ, ο οποίος προϋποθέτει την αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης και επομένως, εφόσον ο λήπτης ό,τι περιήλθε σε αυτόν το προσπόρισε σε τρίτον με χαριστική πράξη, όπως είναι και η κατ' άρθρ. 1509 ΑΚ γονική παροχή, περιστατικά τα οποία σαφώς εκτίθενται στην αγωγή, επιτρέπεται η αναζήτηση του πλουτισμού από τον τρίτο.
Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκε, αν και ήταν εφαρμοστέος. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της εμβέλειας του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος της που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της εφέσεως αυτής, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστής εκτός από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ'εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, όπως αυτά προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 10/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος της με το οποίο απέρριψε την από 16.1.2017, με αριθμό κατάθεσης 47/3.2.2017 έφεση του αναιρεσείοντος .
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ'εκείνον που το κατέθεσε.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ