Supreme Court allows appeal against final judgment on property ownership via Ottoman land law and prescription.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Crete regarding a property ownership dispute. The State argued that the lower court incorrectly applied the Code of Crete on Prescription instead of the Ottoman Land Law, claiming the property belonged to the State as a successor of the Ottoman Empire. The court found the lower court's application of the wrong legal basis to be a substantive error warranting annulment. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569, 577§1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment if the lower court applied the wrong substantive law, even if the appellant did not specifically raise this ground, provided the error is evident from the reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 503 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 503/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζ. Ε. Μ. , το γένος Χ. Κ. , κατοίκου Δ.Δ. ... Δήμου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδωρακόπουλο που ανακάλεσε την από 05-10-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-9-2019 αίτηση και τους από 25-09-2020 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την κρινόμενη από 23-09-2019 αίτηση αναιρέσεως και τον από 25-09-2020 πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται η 90/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αριθμ.128/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, που δέχθηκε, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία). Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1,569, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ),να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
[Β] Κατά το άρθρο 3 του ν. της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) του Οθωμανικού Κράτους περί γαιών, δημόσιες γαίες ήσαν, πλην άλλων, τα δάση και τα παρόμοια, ρητά δε οριζόταν ότι οι δημόσιες αυτές γαίες ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν από την Κυβέρνηση. Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με το Νόμο ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) «εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι». Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11-05-1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11-05-1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 555/2016).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 Κρητικού Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι τα κτήματα της επικρατείας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, και περί των οποίων ρητώς ορίζεται με το άρθρο 302 του ιδίου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς.
Δημόσια κτήματα είναι μόνον εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 ΚρητΑΚ, και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 ΚρητΑΚ όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του Κρητικού ΑΚ Οθωμανικό δίκαιο ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856), ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παρόμοια, ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν από την Κυβέρνηση (ΑΠ 1202/2012). Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία.
Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, n οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (ΑΠ 555/2016).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του Κρητικού Αστικού Κώδικα «ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής» και κατά το άρθρο 294 αυτού «καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.
Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις». Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά τη στιγμή της διαδοχής, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα.
Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ», με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν.
ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11-05-1915. Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός ΑΚ (23-07-1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, μπορούσαν να περιέλθουν στην κυριότητα των ιδιωτών με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν μέχρι τις 11-05-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ νομής πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ (23-07-1904), προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό μέχρι 5 ετών το πολύ νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του Κρητ ΑΚ (ΑΠ 1343/2015).
Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, ενώ όταν πρόκειται, ειδικότερα, για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 984/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 1051).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να μη στερείται από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού (ΑΠ 485/2014).
[Γ] Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως, προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης και τη διόρθωση της εσφαλμένης εγγραφής του στα Κτηματολογικά βιβλία:
«| Η ενάγουσα έχει στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα ακίνητο το οποίο βρίσκεται στη θέση "... " ή "... " εκτός οικισμού ... , της Δ.Ε ... , του Δήμου … της Π.Ε Ρεθύμνης, εκτάσεως 1.863,70 τ.μ., όπως προκύπτει σύμφωνα με το με ημερομηνία Ιούνιος 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε. Ι. Σ. , εμφαίνεται δε και απεικονίζεται με τα στοιχεία 1-2-3-...-33-34-1.
Το ακίνητο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Σ. , δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Σ. , ανατολικά και νότια με αγροτικό δρόμο. Το πιο πάνω ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία της ενάγουσας με άτυπη γονική παροχή από τη μητέρα της Ν. Κ. , το γένος Ε. Τ. , το έτος 1975. Εκείνη το είχε αποκτήσει επίσης με άτυπη γονική παροχή από τον πατέρα της Ε.
Τ. το έτος 1940, και κατά συνέπεια ήταν κυρία αυτού δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας αφού το είχε στην πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή της για 35 έτη. Ο ως άνω δικαιοπάροχος πατέρας της (Ε. Τ. ) με τη σειρά του το είχε αποκτήσει από την μητέρα του Σ. σύζ. Θ. Τ. το γένος Σ. , τό έτος 1925 και η τελευταία το είχε στην ιδιοκτησία της τουλάχιστον δύο δεκαετίες πριν από το έτος 1915, δεδομένου ότι της ανήκε από μητρική κληρονομιά, αφού στη μητέρα της Σ.
Τ. το γένος Σ. ανήκε πέραν της τριακονταετίας πριν το παραχωρήσει στη θυγατέρα της, τουλάχιστον από το έτος 1865. Η ιδιοκτησία της ενάγουσας έχει καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο Ρεθύμνου αφενός ως τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... , που έχει συνολικά φερόμενη έκταση εκείνη των 3.621 τ.μ. και την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης", και αφετέρου ως τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... , που έχει συνολικά φερόμενη έκταση 9.694 τ.μ.
ιδιοκτησίας 2ου εναγόμενου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το με ημερομηνία Ιούνιος 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του Πολιτικού Μηχανικού Ι. Σ. , τμήμα του ακινήτου με τα στοιχεία 1 -2-3-4-5-6-7-8-9-ΙΟΙ 1-12-13-14-15-16-17-18-19-20-1 εμβαδού 1768,22 τ.μ. πρέπει να αποκοπεί από το γεωτεμάχιο της ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ ...
φερόμενο ως ιδιοκτησίας αγνώστου, όπως επίσης και τμήμα με τα στοιχεία 21-22-23-24-25- 26- 27-28-29-30-31- 32-33-34-1-20 εμβαδού 95,48 τ.μ. πρέπει να αποκοπεί από το γεωτεμάχιο της ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας του 2ου των εναγομένων, έτσι ώστε το νέο ακίνητο που θα προκόψει να αποτελεί το ακίνητο της ενάγουσας, συνολικού εμβαδού 1863,70 τ.μ.
Σύμφωνα με το υπ' αρ. ... /24-1-2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ρεθύμνης, το τμήμα Β του ακινήτου, εμβαδού 753,94 τμ, εμφανίζεται χορτολιβαδικής μορφής, κυρίως με φρυγανώδη βλάστηση και σε μικρό ποσοστό (5-7%) δασικής βλάστησης, με έδαφος πετρώδες, χωρίς ίχνη καλλιέργειας, ενώ το τμήμα Γ, εμβαδού 366,17 τμ φέρει δασική βλάστηση, κυρίως από δρυ, δασικής μορφής και η έκταση στο σύνολό της, οριοθετείται με παλαιά ξερολιθιά, όμως στην από Φεβρουάριο 2017 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού, Ι.
Σ. , το ακίνητο στο σύνολό του είναι γεωργικής μορφής και δεν εμφανίζει στοιχεία δασικού ή χορτολιβαδικού χαρακτήρα, αφού δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες από τη δασική νομοθεσία προϋποθέσεις για να αποδοθούν σε τμήματα έστω αυτού οι παραπάνω χαρακτηρισμοί. Πολύ δε μάλλον, δεν εμφανίζει στοιχεία δασικού οικοσυστήματος λόγω μη ύπαρξης οργανικής ενότητας της σε αυτό βλάστησης, και έτι περαιτέρω λόγω μη αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης της χλωρίδας και της (ανύπαρκτης) πανίδας της περιοχής.
Μόνο δε στο νότιο τμήμα αυτού, σε έκταση περίπου 300 τμ, το έδαφος εμφανίζει βραχώδη - πετρώδη μορφή σε κάποια σημεία του, ενώ, και από τις επισυναπτόμενες στην άνω τεχνική έκθεση, ασπρόμαυρες φωτογραφίες, προκύπτει η έλλειψη δασικού χαρακτήρα.
Εξάλλου, και αν ακόμα υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση σύμφωνα με τον Κρητικό Αστικό Κώδικα, με έναρξη ισχύος του από 23-7-1904, τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια των δημοσίων κτημάτων, τα οποία κατά τα άρθρα 198, 199, 202 είναι αναπαλλοτρίωτα, αλλά στα ανήκοντα στην περιουσία του κράτους (άρθ. 200), και υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας (άρθ. 302), εξ έτερου δε, με το άρθρο 21 του νδ της 22.4/16-5- 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης κλπ", εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας, εν προκειμένω όμως, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, είχαν αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, εφόσον η δεκαετής (10) νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-05-1915, με συνυπολογισμό 5 ετών το πολύ χρόνου νομής πριν την έναρξη του Κρητικού ΑΚ, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η εικοσαετής (20) νομή είχε συμπληρωθεί ως 11-05-1915, με συνυπολογισμό μέχρι 15 ετών το πολύ χρόνου νομής πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού ΑΚ (βλ.
προσκομιζόμενο από 18-09-1915 Πιστοποιητικό - Εκτιμητήριο επικυρωμένο από τον πρώην Δήμαρχο ... ). Τέλος, σύμφωνα με το από 14-02-2017 έγγραφο του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνης, δεν ανευρέθηκαν στοιχεία ανάλογης απόφασης ή ένστασης, σχετικώς με την από 26-06-2003 ένσταση του εναγομένου προς τον ΟΚΧΕ για την υπό ΚΑΕΚ ...
ιδιοκτησία, περί του δασικού χαρακτήρα αυτής|».
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ερειδόμενη, αποκλειστικά, στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, απέρριψε δε κατ'ουσία την ασκηθείσα από το εναγόμενο - ήδη αναιρεσείον έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για τη χρησικτησία, τακτική και έκτακτη, του Κρητικού Αστικού Κώδικα, που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, αφού δέχτηκε, ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, κατέστησαν κύριοι του επιδίκου, με χρησικτησία, ήδη πριν από το έτος 1915, καθ'όσον χρησιδέσποζαν σ'αυτό, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει στο αιτιολογικό της και τις εμφανείς διακατοχικές πράξεις που αυτοί (δικαιοπάροχοι) άσκησαν επί του επίδικου ακινήτου, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού.
Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε, εκ πλαγίου, τις, περί χρησικτησίας διατάξεις του Κρητικού ΑΚ, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της κτήσεως κυριότητας, με βάση τις διατάξεις περί χρησικτησίας του Κρητικού ΑΚ, από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ελλιπείς-ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της απόκτησης κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη όρθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ, καθόσον δεν αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς διακατοχικές πράξεις της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη (ΑΠ 1706/2018, 485/2014).
Εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις αυτές, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, δεδομένου ότι πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, διάταξη η οποία εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ αιτίας του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 35/2019, ΑΠ 1374/2017).
Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 435/2016). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον μοναδικό πρόσθετο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1α'ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις πιο πάνω διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα περί χρησικτησίας, που δεν είχαν εφαρμογή, καθ'όσον, κατά τους ισχυρισμούς του, η επίδικη έκταση, που ανήκε στο Οθωμανικό Κράτος, περιήλθε σ'αυτό (αναιρεσείον) ως διαδόχου του τελευταίου και όχι ως διαδόχου της Κρητικής Πολιτείας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αντιφάσκει με τον προαναφερόμενο δεύτερο κύριο αναιρετικό λόγο.
Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του πρώτου από τον αριθμό 11γ' λόγου αναίρεσης, γιατί καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων, που έγιναν δεκτοί. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που το τελευταίο υπέβαλε με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ., και 22 του ν.3693/1997), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 23-09-2019 αίτηση αναίρεσης και τον από 25/09/2020 πρόσθετο λόγο αναίρεσης.
Αναιρεί την 90/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ