Legislator Case Law & Legislation
503/2020 AI generated

503/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 503/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

503/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 του Κ.Πολ.Δικ.

Keywords

AI generated
changed financial circumstances financial hardship unpaid debt indigence over-indebtedness capacity to incur bill liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 503 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 503/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. συζ. Π. Ρ., το γένος Θ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ντάλλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (υπό ειδική εκκαθάριση), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 5) εταιρείας με την επωνυμία "EOS SECURITISATION GmbH", που εδρεύει στο Αμβούργο Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, νόμιμη δε αντιπρόσωπος αυτής στην Ελλάδα είναι η εταιρεία με την επωνυμία "EOS MATRIX (ΕΟΣ ΜΑΤΡΙΞ) Ανώνυμη Εταιρεία Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" και διακριτικό τίτλο "EOS MATRIX AE", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 1η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5-8-2016 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 2061/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης από 5-8-2016 αιτήσεως αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 24-7-2018 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24.7.2018 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας φέρεται νόμιμα προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής αποφάσεως η από 5.8.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 109/2013 αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), μετά την επ' αυτής έκδοση της υπ' αριθμ. 2061/2017 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, ενόψει του ανακύψαντος νομικού ζητήματος αν η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και άρα παραδεκτώς και ειδικότερα αν η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευση της πληττόμενης αποφάσεως για την άσκηση αναιρέσεως, έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ' αποφάσεων που δημοσιεύτηκαν πριν από την χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015) ή αν εξακολουθεί, αναφορικά με την προθεσμία αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτών, να ισχύει η προηγούμενη τριετής προθεσμία, οπότε δεν τίθεται ζήτημα εκπρόθεσμης ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ανεβλήθη η συζήτησή της μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματός του (Αρείου Πάγου) και την έκδοση της υπ' αριθμ. 10/2018 αποφάσεώς του (Αρείου Πάγου σε Πλήρη Ολομέλεια).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει, ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) δημοσιεύθηκε στις 29.10.2013, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ή οίκοθεν να προκύπτει επίδοση αυτής.

Επομένως, από την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως αυτής, δηλαδή από 30.10.2013 άρχισε να τρέχει η τριετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε τότε, πριν δηλαδή από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά το οποίο από 1.1.2016 η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, όταν δεν έχει επιδοθεί η προσβαλλομένη απόφαση, είναι πλέον διετής).

Η τριετία συμπληρωνόταν στις 30.10.2016 και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στην γραμματεία του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας στις 5.8.2016 (βλ. την υπ' αριθμ. 3/2016 έκθεση καταθέσεως της αρμόδιας Γραμματέως του ως άνω Δικαστηρίου), δηλαδή εντός της τριετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, εν προκειμένω, εφόσον η ένδικη αίτηση αναιρέσεως έχει κατατεθεί μετά την 1.1.2016 και απευθύνεται κατά αποφάσεως που δημοσιεύθηκε πριν από την 1.1.2016 (Ολ.ΑΠ 10/2018).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός εκ των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δικ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 12/2011, πρβλ.

επίσης Α.Π. 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αυτή εκδόθηκε ερήμην των τρίτης και πέμπτης των εφεσιβλήτων: α) ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και β) της εταιρίας, με την επωνυμία "EOS SECURITISATION GmbH" και ήδη τρίτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση.

Ως προς αυτές η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθ' όσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, ως τις ανωτέρω εταιρίες η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ.

…, …, … και …/19.10.2018, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Μ., που προσκομίζει η καλούσα - αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της από 24.7.2018 κλήσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-10-2019), επιδόθηκαν, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της τελευταίας, νομότυπα και εμπρόθεσμα:

α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", β) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (υπό ειδική εκκαθάριση), γ) στην τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και δ) στην πέμπτη αναιρεσίβλητη εταιρία, με την επωνυμία "EOS SECURITISATION GmbH".

Στις ανωτέρω αναιρεσίβλητες είχαν επιδοθεί, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβή αντίγραφα της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. …, …, … και …/23.2.2017, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Μ., που επίσης προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Κατά συνέπειαν, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για την ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 1299/2015, Α.Π. 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής, η οποία δύναται να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από την μη πληρωμή ενός και μόνο χρέους, εφόσον, λόγω της σπουδαιότητάς του, της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, υποδηλώνει την πραγματική και μη αναστρέψιμη οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (πρβλ.

ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 του Κ.Πολ.Δικ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ), με εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλ.

τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Α.Π. 290/2013, Α.Π. 369/2012, Α.Π. 328/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 109/2013 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα 59 αιτών, έγγαμη, είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη, ποσού 367,62 ευρώ. Ο σύζυγός της, Π. Ρ. του Η., 56 ετών, είναι αρτοποιός και έχει ατομική επιχείρηση.

Το ετήσιο εισόδημα το οικονομικό έτος 2010 ήταν 22.351,47 ευρώ, με φορολογητέο εισόδημα 17.632,39 ευρώ. Η αιτούσα είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος αδελφού της Γ. Β., κατοίκου εν ζωή …, ο οποίος απεβίωσε την 8-1-2010 στα …. Μετά την αποποίηση της κληρονομιάς, στην οποία προέβη ο υιός του και εν συνεχεία ο πατέρας της αιτούσας Θ.

Β., υπεισήλθε η αιτούσα στην κληρονομιά του, εφόσον δεν αποποιήθηκε αυτή, καθώς και τα αδέλφια της Ε. Α. και Π. Β., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη. Όπως αναφέρει η αιτούσα στην αίτησή της, αλλά και όπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης (συζύγου της), η κρινόμενη αίτηση αφορά μόνο τις οφειλές που δημιουργήθηκαν από τον αποβιώσαντα αδελφό της, Γ.

Β. από δανειακές και άλλες συμβάσεις που συνήψε ο τελευταίος, ενώ δεν επιδιώκεται η ρύθμιση των υπολοίπων δανειακών συμβάσεων της αιτούσας και του συζύγου της, οι οποίες εξυπηρετούνται κανονικά. Ωστόσο από την παραδοχή αυτή της αιτούσας συνάγεται ότι η αιτούσα δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, καθόσον αυτή και ο σύζυγός της έχουν σταθερά εισοδήματα, διατηρούν μία εύρωστη οικογενειακή επιχείρηση (αρτοποιείο), τα έσοδα της οποίας τους επιτρέπουν να καταβάλουν κανονικά τις δόσεις των δανείων τους, η μόνη δε μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης οφείλεται στην μη αποποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας του αδελφού της αιτούσας και στην επιλογή της να υπαχθούν στη ρύθμιση μόνο τα χρέη του κληρονομούμενου.

Ορθώς, λοιπόν, η εκκαλουμένη εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις, και απέρριψε την αίτηση, δεχόμενη την υποβληθείσα από τους καθ' ων ένσταση περί αβασίμου της αιτήσεως, λόγω μη συνδρομής της ουσιαστικής προϋπόθεσης της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, καθότι η οικονομική κατάσταση της αιτούσας και του συζύγου της, της επιτρέπει να εξοφλεί ομαλά τις δόσεις των δανείων τους, ενώ δεν αντιμετωπίζει άλλα οικονομικά προβλήματα, πλην της περιέλευσης της κληρονομιάς του θανόντος αδελφού της.

Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της". Με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε την έννοια "μόνιμη αδυναμία πληρωμών" και εσφαλμένως δεν εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση την ουσιαστική δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε ευθέως, εφ' όσον τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, αρκούσαν για την εφαρμογή της, καθ' όσον ανεξαρτήτως της εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων αυτής της ίδιας (αναιρεσείουσας) και του συζύγου της, η μόνιμη αδυναμία πληρωμών αυτής δύναται να συναχθεί από την πληρωμή ενός και μόνον σοβαρού χρέους και εν προκειμένω από την πληρωμή των υπέρογκων δανειακών υποχρεώσεων, οι οποίες περιήλθαν σ' αυτήν εκ της κληρονομιάς του αδελφού της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ούτε κατά προσέγγιση, όπως θα έπρεπε, ποιο είναι το ύψος των "υπέρογκων" δανειακών υποχρεώσεων του αποβιώσαντος αδελφού της αναιρεσείουσας, ώστε να κριθεί η σπουδαιότητα του χρέους αυτού και, συνακολούθως, αν, εκ της μη πληρωμής αυτού και μόνον του χρέους, δύναται να συναχθεί, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η μόνιμη αδυναμία πληρωμών της αναιρεσείουσας, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν η αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος της εφαρμοστέας ως άνω ουσιαστικής διατάξεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.8.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2016 αίτηση για αναίρεση της 109/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ