Supreme Court dismisses appeal against labor contract duration ruling regarding public library employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Central Library of Pyrgos against the Patras Court of Appeal's decision. The lower court ruled that the employee's successive fixed-term contracts had de facto converted into an indefinite-term contract under Article 164 of the Presidential Decree 164/2004, rendering the subsequent dismissal without compensation invalid. The Court upheld this finding, confirming that the continuous employment over 24 months in the same role and location satisfied the statutory requirements for an indefinite contract, thereby validating the lower court's interpretation of the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Presidential Decree 164/2004; Successive fixed-term employment contracts exceeding twenty-four months in the same entity and role constitute a de facto indefinite-term contract, invalidating dismissals without statutory compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 503 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 503/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΥΡΓΟΥ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πύργο Ηλεία και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αφροδίτη Καρούκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Β. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Διαμαντή Καρυώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν η 46/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 405/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 15-10-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006).
Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Εξ άλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.
Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.
α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.
α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.
α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Εξ άλλου, στο άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ.2 του ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων, και στις διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες, στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημοσίας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και, προσθέτως, η κατάρτιση και εκτέλεση τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νόμιμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι, άρα, διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές, εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικου δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς, διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η ως άνω προβλεπόμενη διαδικασία της αρμοδιότητας του οικείου φορέα να διαπιστώσει τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθώς και η δυνατότητα του ΑΣΕΠ να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο, δεν αρκούν να χαρακτηρίσουν τη σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις να προσδώσει στις διαφορές αυτές το χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς (ΣτΕ 999/2009, 2970/2007) και δεν μεταβάλει τις διαφορές αυτές σε διοικητικές.
Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής των συμβάσεων τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ΣτΕ 4049/2005), δεδομένου ότι οι διαφορές που δημιουργούνται από την εφαρμογή του άρθρου 11 του ως άνω π.δ., εφόσον, κατά τα ανωτέρω, έχουν ως βάση και αναφύονται από συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίστηκαν και ανανεώθηκαν με το δημόσιο και λοιπά νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου (της εργατικής νομοθεσίας) ή από συμβάσεις έργου ή απλές σχέσεις εργασίας που υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες από τη φύση τους ανήκουν στο ιδιωτικό δίκαιο, είναι διαφορές ιδιωτικές και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (AΠ 1325/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του το Εφετείο Πατρών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Ο εφεσίβλητος με την από 15-7-1999 σύμβαση η οποία χαρακτηρίστηκε ως "ανάθεση έργου" προσλήφθηκε για να εργαστεί ως οδηγός του αυτοκινήτου της Κινητής Βιβλιοθήκης της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Πύργου, η οποία τότε αποτελούσε υπηρεσία του Υπουργείου Εθν.
Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ως χρονική διάρκεια αυτής της σύμβασης ορίστηκε το διάστημα από 16-7-1999 έως 16-7-2000. Ο εφεσίβλητος από το χρόνο της πρόσληψης του και εφεξής πράγματι εργαζόταν, σύμφωνα και με την έγγραφη σύμβαση, ως οδηγός στο βιβλιοαυτοκίνητο της ως άνω Κινητής Βιβλιοθήκης, το οποίο μετακινούσε στην περιοχή ευθύνης της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Πύργου, σύμφωνα με το πρόγραμμα επισκέψεων αυτής.
Επίσης παρακολουθούσε μηχανολογικά το όχημα και συντηρούσε αυτό τακτικά, φρόντιζε για τη διατήρηση της καθαριότητας του, για την ασφαλή πρόσβαση του κοινού στο εσωτερικό του οχήματος, για τη μεταφορά υλικού από το χώρο υποστήριξης της κινητής βιβλιοθήκης κλπ. Η εργασία του εφεσίβλητου τελούσε πάντοτε κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές της Διευθύντριας της Βιβλιοθήκης Πύργου, είχε δε το χαρακτήρα, και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι σύμβασης έργου, όπως λανθασμένα αναφέρεται στο σχετικό έγγραφο.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αναγνωρίσει τον πραγματικό χαρακτήρα ορισμένης έννομης σχέσεως, χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη (βλ. και ΑΠ 797/2008, ΑΠ 1757/2008 Δημοσίευση "ΝΟΜΟΣ"). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι διάδικοι την ως άνω σύμβαση εργασίας τροποποίησαν παρατείνοντας το χρόνο διάρκειας αυτής διαδοχικά με τις πιο κάτω έγγραφες συμφωνίες που μπορεί να χαρακτηρίστηκαν και αυτές ως "τροποποίηση σύμβασης ανάθεσης έργου", στην πραγματικότητα όμως ήταν τροποποιήσεις σύμβασης εργασίας:
α) με την από 18-7-2000 συμφωνία ο χρόνος παρατάθηκε μέχρι 31-12-2000, β) με την από 22-1-2001 συμφωνία η εργασιακή σχέση παρατάθηκε μέχρι 30-3-2001, γ) με την από 30-3-2001 συμφωνία η σχέση εργασίας παρατάθηκε μέχρι 30-6-2001, δ) με την από 2-7-2001 συμφωνία η ίδια σχέση παρατάθηκε μέχρι 30-9-2001, ε) με την από 16-10-2001 συμφωνία η ίδια ως άνω σχέση εργασίας παρατάθηκε μέχρι 31-12-2001.
Ακολούθως την 1η-10-2002 τα συμβαλλόμενα μέρη κατήρτισαν σύμβαση την οποία αυτή τη φορά χαρακτήρισαν ορθά ως σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Ως διάρκεια ορίστηκε το διάστημα μέχρι 30-9-2003. Με την από 2-1-2004 έγγραφη σύμβαση ο χρόνος της ως άνω εργασιακής σχέσης παρατάθηκε μέχρι 30-6-2004 και στη συνέχεια με την από 12-11-2004 όμοια (σύμβαση) ο χρόνος παρατάθηκε μέχρι 31-12-2ΘΌ4.
Τέλος την 1η-1-2005 η ως άνω σύμβαση εργασίας παρατάθηκε έως 31-8-2005. Σχετική έγγραφη συμφωνία καταρτίστηκε την 24-8-2005, η οποία (συμφωνία) χαρακτηρίστηκε λανθασμένα ως "ανάθεση έργου", ενώ στην πραγματικότητα ήταν παράταση του χρόνου εργασίας της προηγούμενης συμβάσεως. Την 1η-9-2005 η σύμβαση εργασίας του εφεσίβλητου καταγγέλθηκε άτυπα, χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση.
Εδώ πρέπει να σημειωθούν και τα πιο κάτω: Ο εφεσίβλητος εργάστηκε συνεχώς, καθόλο το ανωτέρω διάστημα (ήτοι από 16-7-1999 έως την απόλυση του), ακόμα και στα κενά διαστήματα μεταξύ των συμβάσεων, στη Δημόσια Κεντρική, Βιβλιοθήκη Πύργου, η οποία με το ν. 3149/2003 έχει γίνει πλέον ΝΠΔΔ. Απασχολείτο δε πάντοτε ως οδηγός της κινητής βιβλιοθήκης, κατά το νόμιμο ωράριο αυτής, έχοντας τα ίδια πιο πάνω καθήκοντα και τελώντας πάντα κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές του εκάστοτε Διευθυντή της Βιβλιοθήκης.
Συνεπώς, κατά τα άνω και όσα αναφέρονται παραπάνω στη νομική σκέψη, η επίδικη εργασιακή σχέση του εφεσίβλητου που ήταν ενεργή κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, ήτοι την 19η-7-2004, συνιστά εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα. Συγκεκριμένα οι διαδοχικές συμβάσεις διήρκεσαν διάστημα τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, στον ίδιο φορέα, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους, σε κάθε δε περίπτωση παρεμφερείς όρους εργασίας. Εξυπηρετούσε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Δημόσιας Βιβλιοθήκης εργαζόμενος καθόλο το ωράριο της. Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω περιστατικά και δεδομένου ότι η σύμβαση εργασίας του εφεσίβλητου έχει από 19-7-2004 μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, η απόλυση αυτού που έγινε άτυπα και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είναι άκυρη (αρθ.1, 3 και 8 παρ.3 του ν.2112/1920)".
Με την κρίση αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Εξ άλλου, υπό την εκδοχή των Ολ.ΑΠ 7 και 8/2011 σύμφωνα με τις οποίες ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της πρώτης από τις ένδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και των δι'αυτών εξυπηρετουμένων αναγκών της υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, αυτές είχαν αποκτήσει ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της συνταγματικής μεταρρύθμισης τη νομική φύση της ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, πράγμα που δεν συνιστούσε μετατροπή, αλλά ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και συνεπώς απορριπτέος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθ.4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεδομένου ότι εν προκειμένω πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς, υπαγομένης στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις προκληθείσες νομικές σκέψεις.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθ.176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν.3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2009 αίτηση για την αναίρεση της 405/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ