Legislator Case Law & Legislation
503/2018 AI generated

503/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 503/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

503/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
breach of employment obligations defamation proceedings unfair dismissal unilateral contract unfair commercial practices immediate termination for fraud
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 503 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 503/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Β. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών, Τροφίμων", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λιάσκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4560/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1977/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο παραλήπτης της επιδόσεως ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129 του αυτού Κώδικος αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση επιδόσεως ή δεν μπορούν να την υπογράψουν, το όργανο της επιδόσεως επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου, παρουσία ενός μάρτυρα.

Από την τελευταία, ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι ο περιγραφόμενος σ' αυτήν τρόπος επιδόσεως τηρείται αν ο προς ον γίνεται η επίδοση και σε περίπτωση απουσίας του, τα πρόσωπα που συνοικούν μαζί του, αρνούνται την παραλαβή του εγγράφου, ή την υπογραφή της σχετικής εκθέσεως ή αδυνατούν να πράξουν τούτο. Για την εγκυρότητα δε της εν λόγω θυροκολλήσεως πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επιδόσεως η άρνηση του συνοίκου να παραλάβει το έγγραφο ή να υπογράψει την έκθεση ή η αδυναμία του να πράξει τούτο (Α.Π. 617/2012).

Εξάλλου, η διαλαμβανομένη στην έκθεση επιδόσεως βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι αυτός στον οποίο παρεδόθη το έγγραφο έχει την ιδιότητα του συνοίκου του παραλήπτη αποτελεί, κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ. πλήρη απόδειξη, αφού το συγκεκριμένο γεγονός είναι εξ εκείνων των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως επιδόσεως δικαστικός επιμελητής, για να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε νομότυπη επίδοση.

Επιτρέπεται όμως ως προς αυτήν ανταπόδειξη, η οποία βαρύνει, κατά νόμο, εκείνον που αμφισβητεί την ρηθείσα ιδιότητα του φερομένου ως συνοίκου του παραλήπτη και δύναται να γίνει με όλα τα επιτρεπόμενα νόμιμα αποδεικτικά μέσα (Α.Π.350/2013). Άλλωστε η ελαττωματικότητα της επιδόσεως κατ' άρθρο 159 παρ. 1 και 160 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ως παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξεως, που συνεπάγεται ακυρότητα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά.

Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινομένου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγομένη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..

Ο διάδικος όμως που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται, σε ελαττωματικότητα της επιδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, υπό την έννοια της προσδόσεως διά δικαστικής αποφάσεως στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της εννόμου συνέπειας που αυτή θα είχε, αν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως.

Το αίτημά του δε αυτό με τη συνδρομή της ανεπανόρθωτης βλάβης και ο ισχυρισμός με τον οποίο αμφισβητεί την ιδιότητα του παραλαβόντος θα πρέπει να υποβάλλονται με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τις προτάσεις του, στα οποία (δικόγραφα) θα πρέπει να επικαλείται και τα προς απόδειξη μέσα (Α.Π.1724/2012). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.ΑΠ 15/2001, 43/1990).

Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (Α.Π. 1724/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο, που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την εκκαλουμένη απόφαση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ιδίου Κώδικος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (Α.Π. 118/2011, 1115/2009, 1532/2009).

Η διάταξη του άρθρου 532 Κ.Πολ.Δ., ως ειδική, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικος, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, ενόψει μάλιστα και του ότι στην τελευταία διάταξη ρητώς ορίζεται ότι αυτή ισχύει εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (Α.Π. 118/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Α.Π.862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008).

Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (Α.Π. 371/08, 370/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, συναγομένη και εκ του συνδυασμού της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στ. β', 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσεκόμισε.

Οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, κατέληξε δε στην κρίση του αυτή, αφού δέχθηκε τα εξής: " Επί της από 20-7-2011 (αριθμ. καταθ. ... /2011) αγωγής του ενάγοντος Θ.

Α. (ήδη αναιρεσείοντος), κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ - UNILEVER HELLAS Aνώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών, Τροφίμων",...ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η εκκαλούμενη με αριθμό 4560/2014 οριστική απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.

Κατά της παραπάνω απόφασης ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη από 12-1-2015... έφεση, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 13-1-2015, έλαβε δε αριθμό κατάθεσης ... -1-2015, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της γραμματέα του τελευταίου Δικαστηρίου, στο δικόγραφο της έφεσης. Περαιτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, στις 28-11-2014, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη, με αριθμό ... 28-11-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Σ. . Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτή, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε με επιμέλεια της εναγομένης στην κατοικία του ενάγοντος, που βρίσκεται στον Πειραιά Αττικής, στην οδό ... , λόγω της απουσίας του ίδιου και της άρνησης της συνοίκου, μητέρας του Π. Δ. , να παραλάβει την απόφαση και να υπογράψει τη σχετική έκθεση, με θυροκόλληση, παρουσία της μάρτυρα Γ.

Π. , ήτοι κατά τα οριζόμενα στο παραπάνω άρθρο 130 ΚΠολΔ. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ένδικη έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι από την επομένη της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης (29-11-2014) έως την άσκηση αυτής, στις 13-1-2015, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τασσόμενης από το άνω άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης.

Επομένως, η υπό κρίση έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, κατ' ορθήν εφαρμογή των προειρημένων διατάξεων απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του τελευταίου, με την υπό κρίση αίτηση τυγχάνουν αβάσιμες. Ειδικότερα ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 β' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί του απαραδέκτου της εφέσεώς του, λόγω εκπροθέσμης ασκήσεώς της, έλαβε υπόψη την προδιαληφθείσα υπ' αριθμ. ... 28-11-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Κ.

Σ. περί επιδόσεως σ' αυτόν της πρωτοδίκου αποφάσεως, την οποία όμως δεν είχε επικαλεσθεί, ούτε και είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τη δεύτερη αιτίαση του, ήτοι την μη προσκομιδή της ως είρηται εκθέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι η περί του αντιθέτου βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι δηλαδή η εν λόγω έκθεση προσκομίσθηκε ενώπιον του από την ήδη αναιρεσείβλητη, ως αναγομένη σε πράγματα, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., (Ολ.Α.Π.30/2002, Α.Π. 360/2008, 1669/2014).

Κατά την πρώτη δε αιτίασή του, ήτοι τη λήψη υπόψη άνευ επικλήσεως της προαναφερόμενης εκθέσεως επιδόσεως, ο αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά την αυτεπάγγελτη , κατ' άρθρο 532 Κ.Πολ.Δ., εξέταση του παραδεκτού της εφέσεως, νομίμως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, έλαβε υπόψη και χωρίς ειδική επίκληση από την αναιρεσίβλητη, την προσκομισθείσα εκ μέρους της , ως άνω, έκθεση επιδόσεως, η οποία και αποδεικνύει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως (επιγραφόμενο ως λόγο εφέσεως), υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεσή του ως εκπρόθεσμη, καθόσον η προς αυτόν επίδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως πάσχει ακυρότητα, διότι το αναφερόμενο στην προρρηθείσα έκθεση επιδόσεως γεγονός, ότι η ανευρεθείσα στην επί της οδού ... , του Πειραιώς οικία του και αρνηθείσα την παραλαβή της εν λόγω αποφάσεως Π.

Δ. ήταν μητέρα και σύνοικός του, δεν είναι αληθές. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο δεν αμφισβητείται ο χρόνος και ο τόπος της επιδόσεως, είναι προεχόντως, απαράδεκτος καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι την, κατά την άποψή του, ακυρότητα της εκθέσεως, υπό την επίκληση ανεπανόρθωτης βλάβης, προέβαλε ενώπιον του Εφετείου με έναν από τους προαναφερθέντες νομίμους τρόπους.

Τούτο άλλωστε (η μη προβολή), προκύπτει και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της εφέσεως και των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, στα οποία δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά περί του εμπροθέσμου της εφέσεως, δηλαδή αν αυτή ασκείται προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ή αν είχε προηγηθεί μη νόμιμη επίδοση αυτής, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει η τριακονθήμερη προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση του Θ. Α. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1977/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ