Legislator Case Law & Legislation
503/2017 AI generated

503/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 503/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

503/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 1/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αναίρεσης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της εισήγησης.

Keywords

AI generated
cost advance deadline construction cost overruns extortion of excessive official fees issue price charging of fees costs of expert opinion
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 503 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 503/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μιχαλάκη - Δρακούλη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5401/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 538/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2207/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/11/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 1/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αναίρεσης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της εισήγησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1-3 και 672 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα ...-6-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Γ. Π., προκύπτει ότι την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επέσπευσε ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Π.

Π. του Α. ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 27-9-2016. Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου.

Γι’ αυτό πρέπει, να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.

2.- Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Συνεπώς είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, εφόσον επανέλθει σε αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής.( Α.Π. 2266/2013, 411/2010). Περαιτέρω από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα, του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής. Όταν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα δηλαδή κεφάλαια της όλης δίκης, τότε, μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως του εφετείου.

Αν παρά ταύτα το εφετείο ερευνήσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα τελευταία αυτά κεφάλαια ή επανακρίνει κεφάλαια μη εκκληθέντα, τότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου για τα πρώτα (κεφάλαια) και από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τα δεύτερα, όχι δε και ο από τον αριθμό 18 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής παραβιάζει την μετ’ αναίρεση δεσμευτικότητα των αποφάσεων της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου ως προς τα κριθέντα νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής κρίσης (ΑΠ 553/2008, 1684/1981).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής προκύπτουν τα εξής: Με την από 27/12/2005 και αριθμό κατάθεσης ...2005 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αφού εξέθετε ότι ως δικηγόρος μέλος του Δ.Σ Αθηνών, κατόπιν εντολής του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή του δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για τις οποίες δικαιούται ως αμοιβή του, τα αναλυτικά επί μέρους για κάθε μία από αυτές ποσά και συνολικά ότι δικαιούται ως υπόλοιπο αμοιβής του για τις ως άνω ενέργειές του (μετά από αφαίρεση των ποσών που καθ’ ομολογία του έχει ήδη εισπράξει από τον εναγόμενο εντολέα του) το ποσόν των 50.060 ευρώ, το οποίο ο εντολέας του αρνείται να του καταβάλει, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) να του καταβάλει το πιο πάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 112/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει αυτή, και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 11.135 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Στη συνέχεια και κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα εκδόθηκε η 5401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κρατώντας την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 16.719,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (και ειδικότερα υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει πλην άλλων που δεν ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία) τα ακόλουθα ποσά: 1.

Για τη σύνταξη της αγωγής ποσοστό 2 ο/ο επί του αιτούμενου κεφαλαίου, ήτοι 2.358.848 δραχμές [117.952.400 Χ 2ο/ο] ή 6.922,51 ευρώ (πρόκειται για τη με αριθμό κατάθεσης ...-1-1996 αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, κατ’ εντολή του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, συνέταξε και κατέθεσε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων). 2.

Για τη σύνταξη των προτάσεων της πρώτης συζήτησης της ως άνω αγωγής ποσοστό 1% επί του αιτούμενου κεφαλαίου, ήτοι 1.179.524 δραχμές [ 117.952.400 Χ Ιο/ο] ή 3.461,55 ευρώ. 3. Για τη σύνταξη προτάσεων της δεύτερης μετά από απόδειξη συζήτησης της αγωγής αυτής, η ελάχιστη αμοιβή των 1.179.524 δραχμών [117.952.400 Χ Ιο/ο] ή 3.461,55 ευρώ, λαμβανομένων δε υπόψη της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε , του χρόνο που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των εν γένει περιστάσεων και ενεργειών που έλαβαν χώρα, πρέπει να αυξηθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 1.500.000δραχμές ή 4.402,05 ευρώ. 4.

Για τη σύνταξη εφέσεως επί της αποφάσεως που εκδόθηκε επί της ως άνω αγωγής 5.600 δραχμές [40 δραχ. Χ 140] ή 16,43 ευρώ (άρθρο 125 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων. 5. Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου επί της εφέσεως του εντολέως του (ήδη αναιρεσιβλήτου) 6.922,51 ευρώ [117.952.400 Χ 2ο/ο άρθρα 110 και 107 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων] και για τη σύνταξη προτάσεων επί της εφέσεως των αντιδίκων του τότε εντολέως του 11.200 δραχμές [80Χ 140] ή 32,86 ευρώ αφού επρόκειτο για συνεκδίκαση αντίθετων εφέσεων, για τις οποίες υποβλήθηκαν χωριστές προτάσεις και συνεπώς η ποσοστιαία αναλογική αμοιβή υπολογίζεται μόνο για μία έφεση, ενώ για την άλλη επιδικάζεται κατ’ άρθρο 110 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πάγια αμοιβή σε μεταλλικές δραχμές, ήτοι συνολικά 6.955,37 ευρώ (6922,51 + 32,86].

Κατά της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου μόνον ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων άσκησε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 538/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την 5401/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Ειδικότερα η ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε ως βάσιμους τους εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο (σκέλος 1 και 2) και τέταρτο λόγο περίπτωση Ζ της αναίρεσης κατά της 5401/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ήτοι ότι αυτή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340,345, 346,914 ΑΚ 100 παρ. 1, 2, 107 παρ. 1, 2 και 110 παρ. 1,2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), καθόσον προσδιόρισε την αμοιβή του ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) α) για τη σύνταξη της υπ’ αριθμό ...-1-1996 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών του εντολέα του (αναιρεσιβλήτου) κατά των εναγομένων της Ομόρρυθμης εταιρείας "..." κ.λπ.

β) για τη σύνταξη προτάσεων πρώτης και δεύτερης συζήτησης της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και γ) για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση των εφέσεων του εντολέα του και των αντιδίκων του κατά της υπ’ αριθμ. 6412/2001 απόφασης του Πολ. Πρωτ. Αθηνών, μόνο με βάση το αιτηθέν κεφάλαιο της αγωγής αυτής ύψους 117.952.400 δραχμών και δεν συνυπολόγισε και τους αιτηθέντες τόκους υπερημερίας πριν την άσκηση της αγωγής ύψους 73.716.853 δραχμών από 3-7-1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής 4-1-1996, κρίνοντας ότι το ποσό των τόκων από 3-7-1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής είναι νομικά αβάσιμο και συνεπώς εξογκωμένο, γιατί επί αδικοπραξίας οφείλονται τόκοι από την όχληση, που έγινε με την επίδοση της αγωγής.

Έτσι όμως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις χωρίς να λάβει υπόψη τους τόκους υπερημερίας από όχληση σε χρόνο προγενέστερο (εφόσον αποδεικνύεται κάτι τέτοιο) του χρόνου άσκησης της αγωγής, που μαζί με το κεφάλαιο αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής.

Περαιτέρω δέχθηκε ως βάσιμους τους εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτο περ. Ε, πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης κατά της 5401/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ήτοι ότι αυτή παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 98 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3024/1954), καθόσον το Εφετείο ως προς την αιτηθείσα με την αγωγή και απορριφθείσα αυξημένη αμοιβή του αναιρεσείοντος για σύνταξη εφέσεως κατά της υπ’ αριθμόν 6412/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη σύνταξη προτάσεων και παράστασης ενώπιον του Αρείου Πάγου σε αίτηση των αντιδίκων του εντολέα του, αναστολής εκτέλεσης της με αριθμό 8031/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και για τη σύνταξη αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Σ.Τ.Ε. ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνει στο σκεπτικό της απόφασης, ενώ για τη απόρριψη της αιτηθείσης αυξημένης αμοιβής, για τη σύνταξη της με αριθμό .../1999 αγωγής εικονικότητας και καταδολίευσης δανειστών και για τη σύνταξη των προτάσεων α’ συζήτησης της αγωγής αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διαλαμβάνει την ελλιπή αιτιολογία, ότι η παραπάνω αγωγή ήταν συνήθης και δεν απαιτούσε ιδιαίτερα επιστημονική εργασία και χρόνο, χωρίς να λάβει υπόψη τα υπόλοιπα κριτήρια του άρθρου 98 του ν. δ. 3024/1954.

Τέλος δέχθηκε ως βάσιμο τον εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τρίτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της αναίρεσης καθόσον το Εφετείο δέχθηκε την επαναφερθείσα χωρίς λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως από τον εναγόμενο ένσταση εξόφλησης για το ποσό των 6.478,14 ευρώ αν και πρωτοδίκως η ένσταση αυτή είχε γίνει δεκτή για το ποσό των 3.824,70 ευρώ καθιστώντας έτσι χειρότερη τη θέση του ενάγοντα εκκαλούντα. Στη συνέχεια το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 2207/2015 απόφαση του αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και του επιδίκασε το συνολικό ποσό των 23.450,85 ευρώ ως αμοιβή του για τις δικαστικές ενέργειές του.

3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ του ΚΠολΔ λόγο, δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε, εάν το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει στο ίδιο σφάλμα, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ του ΚΠολΔ και όχι ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ λόγος. Περαιτέρω, όταν η απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει, οπότε κατά το μέρος κατά το οποίο δεν αναιρέθηκε παράγει δεδικασμένο, εάν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου και το κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αν κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο δέσμευση, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 λόγος, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την αξιούμενη αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου για τη σύνταξη των προτάσεων της β’ συζήτησης της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης ...-1-1996 αγωγής αποζημίωσης του εντολέως του, ήδη αναιρεσιβλήτου, το αίτημα της οποίας ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 117.952.400 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 3-7-1993 δέχθηκε τα εξής:

Α) " 4) Για τη σύνταξη των προτάσεων της δεύτερης συζήτησης η ελάχιστη αμοιβή είναι το 1°/ο επί του ως άνω αντικειμένου της αγωγής, ήτοι 1.204.404,0135 δρχ. ή 3.534,57 ευρώ (120.440.401,35 Χ 1% = 1.204.404,0135) λαμβανομένου δε υπόψη της επιστημονικής εργασίας της αξίας του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε της σπουδαιότητας της διαφοράς και των εν γένει περιστάσεων και ενεργειών που έλαβαν χώρα ιδία δε την αντίκρουση αρνητικής πραγματογνωμοσύνης και αρνητικής τεχνικής έκθεσης Καθηγητή πολυτεχνείου, πρέπει να αυξηθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου στο ποσό των 4.000 ευρώ".

και Β) Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, " Πρέπει να σημειωθεί ότι η υπ’ αρ. 5401/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (άλλη σύνθεση) δεν αναιρέθηκε με την 538/2014 προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την παραδοχή της ότι το ποσό των τόκων από την έγερση (επίδοση) της με αρ. καταθ. 93/1996 αγωγής μέχρι την πρώτη συζήτηση, δεν πρέπει να συνυπολογισθεί στο αντικείμενο της ως άνω αγωγής, καθόσον ο εκκαλών δεν προσδιορίζει το ποσό των τόκων από την έγερση (επίδοση) της αγωγής μέχρι την πρώτη συζήτηση, ούτε αναφέρει την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής, ώστε να είναι εφικτός με μαθηματικούς υπολογισμούς ο προσδιορισμός του ως άνω ποσού των τόκων.

Συνεπώς η ως άνω παραδοχή της υπ. αρ. 5401/2010 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού ( υπό άλλη σύνθεση) αποτελεί δεδικασμένο και δεν εξετάζεται από το παρόν Δικαστήριο".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, καθόσον Α) εσφαλμένα δέχθηκε τη μη ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την αποτίμηση της επαύξησης κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ της αμοιβής του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) για τη σύνταξη των προτάσεων της β’ συζήτησης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου εντολέως του με την παραδοχή ότι αυτή ανέρχεται στο ποσό των 465,43 ευρώ (4.000 ευρώ - 3.534,57 ευρώ), ενώ με την προηγούμενη απόφασή του, την υπ’ αριθμό 5401/2010, που δεν είχε αναιρεθεί ως προς το τμήμα της αυτό, είχεν επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα ως επαύξηση της αμοιβής του για την ως άνω αιτία το ποσό των 940,50 ευρώ και Β) εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι με την 538/ 2014 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αναιρέθηκε η 5401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το ότι το ποσό των τόκων από την επίδοση της με αρ.κατ….1996 αγωγής μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής δεν πρέπει να συνυπολογιστεί στο αντικείμενο της ως άνω αγωγής με βάση την οποία αρνήθηκε την εξέταση του αιτήματος του αναιρεσείοντος συνυπολογισμού στο κεφάλαιο της αγωγής και των τόκων αυτού από την άσκηση της αγωγής του εντολέα του, αναιρεσιβλήτου, ως την α’ συζήτησή της για τη εξεύρεση της αμοιβής του αναιρεσείοντος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο για το μη συνυπολογισμό του κεφαλαίου και του ποσού των τόκων από την έγερση της υπ’ αρ. κατ. 93/1996 αγωγής (4-1-1996) μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής (9-1-1997) ανερχομένων στο ποσό των 32.474. 347 δραχμών, ήτοι 95.302 ευρώ, για τον καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, είναι αλυσιτελές, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος στο αίτημα αυτής για τον καθορισμό της αξιούμενης με αυτή αμοιβής του για τη σύνταξη των προτάσεων της β’ συζήτησης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου διαλαμβάνεται μόνον το κεφάλαιο της αγωγής του εντολέως του, αναιρεσιβλήτου, εκ δραχμών 117.952.400 δραχμών και από τόκους 73.716.853 δραχμών που προκύπτουν από κεφάλαιο 88.983.840 δραχμών τοκοφόρο κατά την αγωγή από 3-7-1993 ως 4-1-1996 (117.952.400 δραχμές που είναι το αιτούμενο κεφάλαιο της αγωγής - 28.968.560 που κατά την αγωγή είναι τοκοφόρο από την επίδοσή της) = 88.983.840 δραχμών ( Βλ. σελίδα 5, 6 υπό τον αριθμό 10) ήτοι τόκους μέχρι την άσκηση της αγωγής και όχι τόκους μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής.

4.- Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων, και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδαφ. β αυτού με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΝΔ 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές ενέργειες.

Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 100 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ" ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση, και ότι αν δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 100 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων. Τέλος, με το άρθρο 98 του ίδιου Κώδικα περί Δικηγόρων ορίζεται ότι "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενο κατά την κρίσιν του δικαστηρίου ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η επιδίκαση από το δικαστήριο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 και επ.

του ίδιου Κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα εφόσον τα κριτήρια αυτά λήφθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπόψη, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερόμενη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες.

Εάν όμως το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιδίκαση στον ενάγοντα δικηγόρο επαυξημένης αμοιβής παρέλειψε να λάβει υπόψη ένα ή περισσότερα από τα τιθέμενα με την πιο πάνω διάταξη κριτήρια προσδιορισμού αυτής (αυξημένης αμοιβής), τότε η σχετική κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη δέχθηκε όσον αφορά την αιτούμενη με την αγωγή επαύξηση της αμοιβής του αναιρεσείοντος δικηγόρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954), για τη σύνταξη της έφεσης του εντολέα του ότι "Για τη σύνταξη εφέσεως, η προβλεπόμενη ελάχιστη αμοιβή του άρθρου 125 παρ. 2 του Κωδ. Δικ. ποσού 5.600 δρχ. [40X140] ή 16,43 ευρώ, λαμβανομένων δε υπόψη της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των εν γένει περιστάσεων και ενεργειών που έλαβαν χώρα, η αμοιβή αυτή πρέπει να αυξηθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου σε 75000 δρχ. (220,10 ευρώ) και όχι στο μικρότερο ποσό των 200 ευρώ που του επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής και επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ως αυξημένη αμοιβή για τη σύνταξη της με αρ. ...24-9-2001 εφέσεως κατά της οριστικής απόφασης 6412/2001 του Πολ.Πρωτ. Αθηνών, το ποσό των 220,10 ευρώ, έναντι της καθοριζόμενης από το άρθρο 125 παρ. 2 του ν.δ. 3026/1954 ελάχιστης αμοιβής των 5.600 δραχμών ή 16,43 ευρώ και της αξιούμενης από τον αναιρεσείοντα για την ενέργεια αυτή υπέρτερης αμοιβής των 5.620 ευρώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ως άνω ζήτημα, αφού έλαβε υπόψη του, για τον καθορισμό ως προς τη σύνταξη της ανωτέρω εφέσεως της ως άνω αυξημένης αμοιβής, όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 98 κριτήρια. Ως εκ τούτου το Εφετείο δεν υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες και επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης.

5.- Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91,92, 94 170 και 248 παρ 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.

Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου, τότε το ελάχιστο ποσό της δικηγορικής αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 99 επ.

ν.δ. 3026/1954 το οποίο για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου και Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου καθορίζεται με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο μετά την έγερση της αγωγής. Το ελάχιστο όριο μπορεί να αυξηθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του αναλωθέντος χρόνου και της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζούσης φύσεως σ" αυτή περιστάσεων και γενικώς αναλόγως των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών που καταβλήθηκαν από μέρους του δικηγόρου (Α.Π. 417/2003).

Περαιτέρω στο άρθρο 110 παρ. 1 και 2 του ν.δ.3026/1954 ορίζεται ότι:

"Ι.Διά την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης ενώπιον του Εφετείου συζητήσεως πάσης υποθέσεως, το ελάχιστον όριον αμοιβής των Δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι το διπλάσιον του διά τον Δικηγόρον του ενάγοντος ή του αιτούντος καθοριζομένου εν άρθρω 107 παρ. 1 ορίου αμοιβής διά τας προτάσεις της πρώτης πρωτοδίκου συζητήσεως, διά δε την σύνταξιν προτάσεων εφ" εκάστης των επομένων συζητήσεων είναι το διπλάσιον του εν άρθρ. 107 παρ. 2 ορίου πάντως όμως κατ’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις το όριον τούτο δεν δύναται να είναι κατώτερον τών δραχμών 80.

2. Ως πρώτη ενώπιον του Εφετείου συζήτησις θεωρείται η εφ" εκάστης ασκηθείσης εν τη αυτή υποθέσει εφέσεως, πρώτη τοιαύτη." Στο δε άρθρο 107 παρ. 1 και 2 του ιδίου ως άνω ν.δ. ορίζεται ότι: " 1. Διά την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μεν Δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το διά την σύνταξιν αγωγής, κλπ. οριζόμενον εν άρθροις 100 επ. του δε Δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ ταύτης. Πάντως όμως ουδέποτε είναι κατώτερον των δραχμών 20 διά τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου υποθέσεις και των δραχμών 50 διά τας ενώπιον του Πρωτοδικείου τοιαύτας.

2. Διά την σύνταξιν προτάσεων εφ" εκάστης των ενώπιον των αυτών δικαστηρίων επομένων συζητήσεων της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι ίσον προς το εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενον διά τον Δικηγόρον του ενάγοντος." Ενώ στο άρθρο 100 παρ. 1 του αυτού ως άνω ν.δ. ορίζεται ότι " 1. Το ελάχιστον όριον της αμοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.

Επί αγωγών εκ συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγήν κατά την έκτακτον αυτών διαδικασίαν το ανωτέρω ποσοστόν μειούται εις το ήμισυ".

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τη αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη ζητεί να του επιδικασθεί ως νόμιμη αμοιβή του για τη σύνταξη των προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της εφέσεως με αρ.

κατ. ...24-9-2001 του εντολέως του, αναιρεσιβλήτου, κατά τη δικάσιμο της 7-3-2002, κατά της οριστικής απόφασης 6412/2001 του Πολυμελούς Πρωτ. Αθηνών το ποσό των 5.620 ευρώ θεωρώντας ότι το αντικείμενο της αγωγής του εντολέως του ανέρχεται σε 562.079 ευρώ και για τη σύνταξη των προτάσεων της πρώτης συζήτησης της αντίθετης έφεσης των εφεσιβλήτων την αυτή ως άνω δικάσιμο, για την οποία απαιτήθηκε πολυήμερη απασχόλησή του, το ποσό των 6.000 ευρώ κατ’ επαύξηση του ελάχιστου ορίου αμοιβής του για αυτές που το προσδιορίζει στο ποσό των 5620 ευρώ ( 562.079X1 ο/ο) όπως ρητά αναγράφονται τα ανωτέρω ποσά στη σελίδα 7 της αγωγής με αριθμούς 12 και 13.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 112/2007 απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων για τη σύνταξη των ως άνω προτάσεων του εντολέως του, αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου δικαιούται 1000 και 3.930 ευρώ αντίστοιχα. Την απόφαση του Πρωτοβαθμίου προσέβαλε με τη με αριθμό κατάθεσης ...2009 έφεση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσβάλλοντας ειδικά με τον έκτο λόγο της και τα ως άνω κεφάλαια αυτής της επιδικασθείσης αμοιβής του για τη σύνταξη των προτάσεων επί των παραπάνω εφέσεων ενώπιον του Εφετείου, ισχυριζόμενος ότι μολονότι δικαιούται για την εργασία του αυτή ως ελάχιστη αμοιβή του κατά το άρθρο 110 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954, 13. 146, 64 ευρώ, θεωρώντας ότι το αντικείμενο της αγωγής (επί των οποίων οι προτάσεις του) ανέρχεται σε 657.382 κατ’ επαύξηση του αναγραφόμενου στην αγωγή του των 562.079 ευρώ και ότι η εκκαλουμένη δεν του επιδίκασε ούτε καν τα αιτούμενα ποσά των 5.620 και 6.000 ευρώ αντίστοιχα.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 5.401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία μετ’ εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως επιδικάστηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ως ελάχιστη αμοιβή του, για τη σύνταξη των προτάσεων του της πρώτης συζήτηση στο Εφετείο για την έφεση του εντολέως του τό ποσό των 6.922, 51 ευρώ .

δεχόμενη ότι το αντικείμενο της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 117.952.400 δραχμών και ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικαιούται ποσοστό 2% επ’ αυτού κατά τα άρθρα 110 και 107 του ν.δ 3026/1954 και για τη σύνταξη των προτάσεων επί της αντίθετης έφεσης των αντιδίκων του εντολέως του το ποσό των 32,86 ευρώ που αντιστοιχεί στην πάγια αμοιβή σε μεταλλικές δραχμές.

Κατά της αποφάσεως αυτής (5401/2010) του Εφετείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ήσκησεν αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 538/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως αν 5401/2010 απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Ειδικότερα στην απόφαση του αυτή ο Άρειος Πάγος αναφέρει σε σχέση με τον καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντα δικηγόρου για τη σύνταξη α) της αγωγής του εντολέα του ενώπιον του Πολ. Πρωτοδικείου Αθηνών β) για τη σύνταξη των προτάσεων πρώτης και δεύτερης συζήτησης της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και γ) για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση των εφέσεων του εντολέα του και των αντιδίκων του κατά της υπ’ αρ. 6412/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 340,345, 346, 914 του Α.Κ. 100 παρ 1 και 2, 107 παρ.1 και 2 και 110 παρ.

Ικαι 2 του νδ 3026/1954 καθόσον δεν συνυπολόγισε τους τόκους υπερημερίας από όχληση σε χρόνο προγενέστερο (εφόσον αποδεικνύεται κάτι τέτοιο) του χρόνου άσκησης της αγωγής που μαζί με το κεφάλαιο της αγωγής των 117.952.4000 δραχμών αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής.

Το εφετείο ως Δικαστήριο παραπομπής συμμορφούμενο με την άνω 538/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, συνυπολόγισε και τους τόκους του κεφαλαίου της αγωγής για το τμήμα του που δέχθηκε ότι υπήρχε όχληση πριν από την άσκησή της και δέχθηκε ως προς την αμοιβή που δικαιούται ο ενάγων αναιρεσείων ότι για τη σύνταξη των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών τα ακόλουθα: "8.

Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου επί της ως άνω εφέσεως, θα εδικαιούτο ο ενάγων το ποσό των 7.069,13 ευρώ (120.440.401,35 Χ2ο/ο = 2.408.808,027 δραχ.) κατά τα άρθρα 110 και 107 του κώδικα Δικηγόρων και όχι το μικρότερο ποσό των 1000 ευρώ που εσφαλμένα επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όμως πρέπει να του επιδικαστεί το μικρότερο ποσό των 5.620 ευρώ που αιτείται με την αγωγή του (βλ.

σελίδα 7 αυτής). Όμως, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν μέρος της 538/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου (ότι αναιρέθηκε) η 5401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε, κατά το τμήμα της που καθόρισε την αμοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη των προτάσεων του εντολέως του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για την έφεση αυτού καθώς και για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου για την έφεση των αντιδίκων του και έτσι η αναιρεσιβαλλόμενη ενόψει και του αιτήματος της αγωγής, κατά τα προαναφερθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις για τον καθορισμό της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη των ως άνω προτάσεων από τον τελευταίο συμμορφούμενη προς τούτο άλλωστε κατ’ άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ και με την ως άνω απόφαση της παραπομπής του Α.Π.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης που στηρίζεται στον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν αναιρέθηκε η υπ αρ. 5401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος της που είχεν καθορίσει την αμοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου επί της έφεσης του εντολέως του, ήδη αναιρεσιβλήτου, στο ποσό των 6.922, 51 ευρώ, ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο ως προς το σκέλος αυτό και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών παραβίασε το δεδικασμένο σε σχέση με το κονδύλι αυτό, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προυποθέσεως, καθόσον η απόφαση του Εφετείου 5401/2014 είχε αναιρεθεί ως προς το εν λόγω μέρος της.

Περαιτέρω η ίδια απόφαση (αναιρεσιβαλλόμενη) όσον αφορά το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για την αμοιβή του για τη σύνταξη των προτάσεων του εντολέα του επί της αντίθετης έφεσης των εφεσιβλήτων (αντιδίκων του) δέχθηκε τα επόμενα: "Για τη σύνταξη των προτάσεων επί της αντίθετης έφεσης (των αντιδίκων του) πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ποσό (120.440.401,35 Χ 1% = 1.204.404,13δρχ) ή 3534,56 ευρώ, εν όψει όμως ότι επιδικάστηκε στον ενάγοντα πρωτοδίκως για την αιτία αυτή, το μείζον τούτου ποσό των 3.970 ευρώ, η δε εκκαλουμένη δεν προσεβλήθη ειδικά ως προς την προαναφερθείσα διάταξή της, πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα για τη σύνταξη των προτάσεων επί της αντίθετης έφεσης (των αντιδίκων του) το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 3.970 ευρώ, ως προς το οποίο δεν προσεβλήθη με την ένδικη έφεση η εκκαλουμένη." Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η ελάχιστη αμοιβή του αναιρεσείοντος για την ως άνω αιτία ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί του αντικειμένου της αγωγής και να του επιδικάσει το ως άνω ποσό για την αιτία αυτή που είναι μικρότερο μεν του αιτηθέντος ποσού για την αιτία αυτή πλήν μεγαλύτερο του από αυτή καθορισθέντος ως ελάχιστο όριο αμοιβής του με την αιτιολογία ότι δεν προσβλήθηκε η εκκαλουμένη ειδικά ως προς την σχετική της διάταξη, υπέπεσε το μεν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 καθόσον δεν συμμορφώθηκε προς την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου το δε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 καθόσον δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα για τη δίκη πράγματα που προτάθηκαν με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης τα οποία ο αναιρεσείων είχε προτείνει με το 6° λόγο της έφεσής του και με τον οποίο ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης επειδή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 98, 100 και 110 του νδ 3026/1954 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιδικάσει στον αναιρεσείοντα μικρότερη από τη ζητούμενη νόμιμη αμοιβή του για τη σύνταξη των προτάσεων του εντολέα του κατά της αντίθετης έφεσης των αντιδίκων του .

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη για την ως άνω κρίση της σχετικά με τη επιδικασθείσα στον αναιρεσείοντα αμοιβή του για τη σύνταξη των προτάσεων του εντολέα του αναιρεσιβλήτου κατά την πρώτη συζήτηση της έφεσης των αντιδίκων του εντολέα του, που είναι παραδεκτός πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος κατ’ ουσίαν και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το σχετικό της κεφάλαιο.

Κατ’ ακολουθία των ως άνω, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί στον Άρειο Πάγο, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαια που αναιρούνται, προκειμένου να δικασθεί στην ουσία (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013), σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με τη φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ’ αυτή οι διάδικοι, γνωρίζοντες ακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (Α.Π.481/2016 και Α.Π.1725/2014 στη Νόμος). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε εν μέρει , στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ανάλογα με την έκταση της νίκης του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2207/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαιά της:

1) της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη των πρωτόδικων προτάσεων της β συζήτησης της αγωγής αγωγής αποζημίωσης του εντολέως του ήδη αναιρεσιβλήτου και 2) της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη των προτάσεων στο Εφετείο Αθηνών για τη συζήτηση της έφεσης του αντιδίκου του εντολέως του ήδη αναιρεσιβλήτου .

Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά.

Αναβάλλει αντίστοιχα την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου με την επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαια που αναιρέθηκε σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά τη οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000 ) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ