Legislator Case Law & Legislation
503/2010 AI generated

503/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 503/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 243/2003 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Απριλίου 2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

503/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το προαναφερθέν άρθρο 690 ΑΚ, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης έχει δικαίωμα αντί για υπαναχώρηση ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση. Τέλος, προϋπόθεση της ενοχής προς αποζημίωση είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, δηλαδή σχέσεως αιτίας και αποτελέσματος, μεταξύ της ζημίας και του νόμιμου λόγου ευθύνης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 503 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 503/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Στρουγγάρη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σιντόρη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 243/2003 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Απριλίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 7 Μαϊου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση, λόγω προαγωγής, Αρεοπαγίτη και ήδη Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 561,374,681,687 έως 690 και 694 ΑΚ, συνάγεται ότι αν το έργο που εκτελέσθηκε βάσει συμβάσεως μισθώσεως έργου έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, έστω και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο, ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει τις κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρα 374 επ ΑΚ), ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως και γενικότερα δεν μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο από τον εργολάβο έργο, ώστε να τον καταστήσει υπερήμερο οφειλέτη σχετικά με την παράδοση του έργου, ή, αν έχει επέλθει τέτοια υπερημερία του, να παρεμποδίσει την, με την προσφορά του έργου, άρση της υπερημερίας του και να καταστήσει ανενεργό τη δική του υποχρέωση προς καταβολή της αμοιβής κατά το άρθρο 694 ΑΚ εκτός αν εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργου που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο ή έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω, ρύθμιση και τούτο διότι οι διατάξεις για την έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 403/2000, ΑΠ 177/1995).

Εξάλλου, κατά το προαναφερθέν άρθρο 690 ΑΚ, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης έχει δικαίωμα αντί για υπαναχώρηση ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση. Τέλος, προϋπόθεση της ενοχής προς αποζημίωση είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, δηλαδή σχέσεως αιτίας και αποτελέσματος, μεταξύ της ζημίας και του νόμιμου λόγου ευθύνης.

Ειδικότερα, αν λόγος ευθύνης είναι η κατά τα άνω ύπαρξη ελλείψεων του έργου, απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας και των ελλείψεων. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την από 30/6/1999 αγωγή της, όπως, κατ' επισκόπηση του δικογράφου της συνάγεται, αλλά δέχθηκε και το Εφετείο, ισχυρίζεται, ότι με τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσιβλήτους κατάρτισε σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους της οποίας εκείνοι ανέλαβαν την υποχρέωση να ανεγείρουν με δικές τους δαπάνες' πολυώροφη οικοδομή, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, στο περιγραφόμενο οικόπεδο αυτής, ότι κατά τη σύμβαση η ενάγουσα θα ελάμβανε τις αναφερόμενες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις οποίες οι αντίδικοί της έπρεπε να κατασκευάσουν και να παραδώσουν έτοιμες για χρήση μέσα σε είκοσι έξι μήνες από την υπογραφή της πράξεως συστάσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ότι οι εναγόμενοι μετέτρεψαν το υπόγειο της οικοδομής σε ισόγειο και υπερέβησαν την επιτρεπόμενη δόμηση και το ύψος της οικοδομής, με συνέπεια να έχει κριθεί η οικοδομή αυθαίρετη από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και να είναι αυθαίρετες και οι χωριστές ιδιοκτησίες που περιέρχονται σ' αυτήν, ότι οι εναγόμενοι το Μάιο του έτους 1998 την κάλεσαν να της παραδώσουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που της ανήκουν, όμως η ενάγουσα αρνήθηκε να τις παραλάβει καθόσον αυτές είχαν το ελάττωμα της παράνομης κατασκευής, αφού δεν είχε κατασκευασθεί η οικοδομή σύμφωνα με τα σχέδια και τους όρους της εργολαβικής συμβάσεως, αλλά με τις προαναφερόμενες οικοδομικές παραβάσεις, και έτσι η παροχή δεν ήταν η προσήκουσα, ότι κατ' ακολουθίαν οι εναγόμενοι δεν εκπλήρωσαν υπαίτια τη συμβατική τους υποχρέωση να κατασκευάσουν και να παραδώσουν τις χωριστές ιδιοκτησίες απαλλαγμένες από κάθε ελάττωμα μέχρι την 12.4.1998, από τη μη προσήκουσα δε εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή από τη μη παράδοση των χωριστών ιδιοκτησιών της, μέσα στην συμφωνηθείσα προθεσμία, η ενάγουσα, η οποία είχε τάξει και, προθεσμία προς τούτο, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για τη στέρηση των προσόδων που θα είχε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση των χωριστών ιδιοκτησιών, με βάση της μισθωτική τους αξία, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται για κάθε μία μηνιαίως.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν συμμέτρως το συνολικό ποσό των 9.490.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η ενάγουσα, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής της, επιχειρεί να στηρίξει αυτήν αφενός στις γενικές διατάξεις περί αμφοτεροβαρών συμβάσεων και ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ και αφετέρου στη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ.

Από τις επάλληλες αυτές βάσεις, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η μεν πρώτη είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού στην προκείμενη περίπτωση, δοθέντος ότι οι επικαλούμενες ελλείψεις του έργου δεν είναι τοιαύτης φύσεως ώστε να καθιστούν αυτό εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, δεν ευρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 374 επ ΑΚ και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 383 ΑΚ, η δε δεύτερη είναι απορριπτέα ως αόριστη διότι δεν εκτίθενται στην αγωγή επαρκής στοιχεία για τη θεμελίωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των επικαλουμένων ελλείψεων και της ζημίας.

Ειδικότερα ως αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος της στερήσεως προσόδων από την εκμίσθωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα περιέρχονταν στην ενάγουσα αναφέρεται αποκλειστικώς η μη παράδοσή τους, οφειλόμενη στην άρνηση της ενάγουσας να παραλάβει αυτές λόγω των ελλείψεων, η οποία όμως άρνηση, κατά τα προεκτεθέντα, δεν στηρίζεται στο νόμο, ενώ δεν αναφέρονται άλλες περιστάσεις, που, εξαιτίας των ελλείψεων, καθιστούν αδύνατη την εκμετάλλευση των οριζοντίων ιδιοκτησιών με την εκμίσθωσή τους και έχουν ως αποτέλεσμα να στερείται η ενάγουσα των σχετικών προσόδων.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε απορριπτέα την αγωγή και κατά τις δύο βάσεις της, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 690, 374-387 ΑΚ και τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 335, 336, 342 του ίδιου Κώδικα ο δε από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και γι' αυτό δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη. Κατ' ακολουθίαν ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και αόριστη κατά τα προεκτεθέντα χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-4-2005 αίτηση της .... για αναίρεση της υπ. αριθ. 243/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ