Legislator Case Law & Legislation
503/2009 AI generated

503/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 503/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

503/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 503 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 503/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Των αναιρεσίβλητων: 1α. Ψ1, 1β. της συζύγου του Ψ2 και 1γ. του υιού των Ψ3, κατοίκων ......, 2. Ψ4, κατοίκου ...... και 3. Δήμου Βραχναιίκων Πατρών, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχου ή και οιουδήποτε άλλου νομίμου εκπροσώπου, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 727/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της δύο αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2008 αίτησή του και με τους από 24-7-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο αναιρεσείων ατομικά ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις εκθέσεις επίδοσης ......, ......, ......, ...... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ......, ......, ......, ......, ......, ...... και ...... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 20-2-2008 αίτησης και των από 24-7-2008 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 727/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής και των πρόσθετων λόγων, στο τέλος των οποίων είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους αναιρεσιβλήτους, για να παραστούν κατά τη συζήτησή τους, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς.

Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ίδιου Κώδικα). Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 765/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων (ΑΠ 493/2007). Μάλιστα όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή (ΑΠ 493/2007, ΑΠ 1296/1983). Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 75/1997).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του (ΑΠ 181/2006).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1113 και 1116 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν υπάρχει συγκυριότητα, ο κάθε συγκύριος όταν προσβάλλεται στο δικαίωμα συγκυριότητας διά της νομής του πράγματος από τρίτο, έχει κατ' αυτού τη διεκδικητική αγωγή για τη μερίδα του. Αίτημα της αγωγής θα είναι όχι η παράδοση του όλου πράγματος, αλλά η συννομή κατά την ιδανική μερίδα του συγκυρίου.

Ο συγκύριος που ασκεί αξίωση από την κυριότητα για ολόκληρο το πράγμα, οφείλει να εκθέσει στην αγωγή τα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα τόσο για την δική του συγκυριότητα όσο και για την συγκυριότητα των λοιπών συγκυρίων, τους οποίους οφείλει να κατονομάσει (ΑΠ 438/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 974, 984 παρ. 1, 989 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητα στοιχεία της αγωγής διαταράξεως της νομής είναι ότι κατά το χρόνο διατάραξης και της επίδοσης της αγωγής ο ενάγων ήταν νομέας του επιδίκου, αν πρόκειται για ακίνητο το είδος, η έκταση και τα όριά του και ότι ο εναγόμενος τον διατάραξε παρανόμως και χωρίς τη θέλησή του.

Αίτημα της μεν αγωγής αποβολής από τη νομή είναι η απόδοση του ακινήτου από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα και η βίαιη αφαίρεση του πράγματος από τον εναγόμενο και αν πρόκειται για ακίνητο και η εγκατάσταση του ενάγοντος, της δε αγωγής διαταράξεως η παύση της προσβολής και η παράλειψη νέας διατάραξης στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης (ΑΠ 1577/2003, 1417/2002).

Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική όμως ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, οι δε δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροκτήματος εκτάσεως 1.600 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση ...... περιοχής ...... . Ότι το ακίνητο αυτό απέκτησε από τον πατέρα του με άτυπη διανομή το έτος 1941 και το νέμεται με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα πλέον των 60 ετών και έτσι έχει καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Άλλως ότι είναι κύριος εξ αδιαιρέτου κατά 3/20 και 1/20 αντίστοιχα λόγω κληρονομικής διαδοχής των γονέων του.

Ότι το έτος 1977 επιχειρήθηκε διάνοιξη οδού επί του αιγιαλού και επί τμήματος του ακινήτου διά ιδιωτικής ρυμοτομήσεως με σκοπό την οικοπεδοποίησή του και την εμπορία της γης, αλλά η απόπειρα αυτή κατέστη αναποτελεσματική όπως και λοιπές απόπειρες εντός του έτους 1988 που αποκρούσθηκαν παραχρήμα. Ότι στις 25-3-2001 άγνωστο μηχάνημα επιχείρησε έως του βορείου ορίου φθορές και βλάβες μέρους της περιφράξεως, χωρίς μέχρι την άσκηση της αγωγής να έχει πληροφορηθεί τα στοιχεία του προσώπου που προέβη στην ανωτέρω ενέργεια.

Ότι στις 4-3-2003 έγιναν φθορές σε άλλο τμήμα του ακινήτου με την κοπή και εκρίζωση δύο δένδρων και θάμνων, αλλά και πάλι δεν κατέστη δυνατόν να πληροφορηθεί τους υπαιτίους. Ότι στις 12-5-2003 ο εναγόμενος Δήμος προέβη στη μετακίνηση ογκολίθων προς απόφραξη του κεκλεισμένου βορείου ορίου του ακινήτου του, πλην όμως ο ίδιος επανέφραξε το σημείο αυτό, ενώ έκτοτε οι εναγόμενοι εν απουσία του διέρχονται από το βόρειο όριο για να μεταβούν στο καταληφθέν τμήμα.

Ότι αν και γνωρίζουν οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους ότι αυτός (ενάγων) είναι κύριος του επιδίκου και ότι οι ίδιοι ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού, καθώς επίσης γνωρίζουν ότι τα ......, ...... και ...... συμβόλαια είναι άκυρα λόγω εικονικότητάς τους, οι δύο πρώτοι των εναγομένων κατέλαβαν έως τις 15-10-2002 τμήμα 328,17 τ.μ., το οποίο περιέκλεισαν και οικοδόμησαν, ενώ ο εναγόμενος Δήμος μετά στις 15-10-2002 προσέβαλε την κυριότητα και τη νομή του διά επιστρώσεως λεπτού στρώματος ασφάλτου σε έκταση 120 τ.μ.

του αγροκτήματος και μετέβαλε τη φυσική κατάσταση σε άλλο τμήμα 200 τ.μ. περίπου. Ότι συνεπεία των ανωτέρω παράνομων πράξεων επήλθε σ' αυτόν ζημία ύψους 1.200 ευρώ και υπέστη ηθική βλάβη. Ζητούσε δε: Α) Να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο περιγραφόμενο ακίνητο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν το καταληφθέν τμήμα.

Β) Επικουρικά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν τη νομή αυτού ιδία δε του καταληφθέντος τμήματος και να παύσουν να προσβάλλουν την κυριότητα και τη νομή του, αίροντας και τον ασφαλτοτάπητα. Γ) Άλλως και πλέον επικουρικά να αναγνωριστεί και αποδοθεί το επίδικο κατά το ποσοστό 4/20 λόγω κληρονομίας του πατέρα του και της μητέρας του και ως προς τα υπόλοιπα 16/20 να αναγνωριστεί και να αποδοθεί ανάλογο μερίδιο ενός εκάστου των υπόλοιπων νόμιμων κληρονόμων.

Δ) Να απαγορευθεί στους εναγομένους κάθε μελλοντική διατάραξη και να διέρχονται από το βόρειο τμήμα του ακινήτου με την απειλή χρηματικής ποινής 3.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης έξι (6) μηνών για κάθε μελλοντική διατάραξη. Ε) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ανωτέρω τριών συμβολαίων ως εικονικών. ΣΤ) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να του καταβάλουν το ποσό των 1.200 ευρώ άλλως έκαστος 240 ευρώ αναλόγως της ζημίας που του προξένησε και το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Με αυτό το περιεχόμενο και τα πιο πάνω αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, όσον αφορά την αγωγή διεκδικήσεως του επίδικου τμήματος των 328,17 τ.μ., από το οποίο ισχυρίζεται ο ενάγων ότι αποβλήθηκε με την κατάληψή του από τους εναγομένους φυσικά πρόσωπα, καθόσον δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν σε ποιο ακριβώς σημείο του μείζονος ακινήτου βρίσκεται το τμήμα τούτο, ούτε αναφέρονται και τα ακριβή όριά του και έτσι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά του, όπως επίσης δεν προσδιορίζεται ποιος από τους εναγόμενους κατέλαβε και κατέχει τούτο, καθόσον μόνη η αναφορά στην αγωγή ότι εκδόθηκαν και στη συνέχεια ακυρώθηκαν οι με αριθμό ......

και ...... οικοδομικές άδειες, καθώς και η ...... άδεια και η παραπομπή του ενάγοντος στα έγγραφα αυτά δεν καθιστά ορισμένη την αγωγή ως προς το καταληφθέν τμήμα, αφού μάλιστα δεν προσδιορίζεται ποια σχέση και ιδιότητα έχει καθένας από τους εναγόμενους φυσικά πρόσωπα με τις άδειες αυτές και με τα εικονικά αναφερόμενα τρία συμβόλαια, των οποίων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας, χωρίς άλλα προσδιοριστικά στοιχεία πέραν της γενικόλογης αναφοράς ότι τα συμβαλλόμενα σ' αυτά μέρη γνώριζαν όπως και οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, που επίσης δεν προσδιορίζονται, ότι κύριος του επιδίκου ήταν ο ενάγων.

Επίσης, απορριπτέα ως αόριστη είναι και η επικουρική βάση της διεκδικητικής αγωγής στηριζόμενη στο κληρονομικό δικαίωμα των γονέων του και για τον επιπλέον λόγο ότι ο ενάγων δεν κατονομάζει και τους λοιπούς συγκυρίους ως προς τους οποίους επίσης ζητεί να αναγνωριστούν συγκύριοι και να αποδοθεί κατά το κληρονομικό δικαίωμα εκάστου το αναλογούν ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ενώ επίσης δεν αναφέρει αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της πράξης αποδοχής, είτε το κληρονομητήριο επί του οποίου στηρίζουν το κληρονομικό τους δικαίωμα.

Περαιτέρω, είναι αόριστη η αγωγή και όσον αφορά την απόδοση της νομής του επίδικου ακινήτου, καθώς και η βάση της περί διαταράξεως, αφού ως προς το επίδικο τμήμα των 120 τ.μ. αναφέρεται απλώς ότι έγιναν φθορές από άγνωστους δράστες που πρέπει να αναζητηθούν μεταξύ των εναγομένων, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η υπαιτιότητα αυτών και σε ποιο σημείο του ακινήτου έγιναν οι φθορές, ενώ δεν προσδιορίζεται σε ποιο σημείο επήλθε φυσική μεταβολή και η προσβολή της κυριότητας ως προς το επίδικο των 200 τ.μ.

Εξάλλου και η σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως κατά το ποσό των 1.200 ευρώ πλέον του ποσού των 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη, καθόσον αφορά τους τρεις πρώτους εναγομένους είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εκτίθεται με σαφήνεια ότι αυτοί είναι οι υπαίτιοι της φθοράς της περίφραξης και της αυθαίρετης κοπής των δένδρων, δεν προσδιορίζεται ποια η δαπάνη αποκατάστασης της περίφραξης, το είδος αυτής, το ύψος και το μήκος της ούτε το είδος και η αξία των δένδρων.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έτσι έκρινε και απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος, έλαβε δε υπόψη το δικόγραφο της αγωγής και όλα τα αναφερόμενα σ' αυτή στοιχεία και ορθά έκρινε ότι δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση των αιτημάτων της αγωγής και κατά συνέπεια οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης κατά τα σχετικά μέρη τους, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος πρόσθετοι λόγοι κατά τα σχετικά μέρη τους, με τους οποίους προσάπτονται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, με τα άρθρα 94 παρ. 1,3 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η' του ν. 1406/1983 ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Η εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές ...". "Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή.

Στις διαφορές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ". Επίσης με τα άρθρα 104, 105 εδ.α ΕισΝΑΚ, 914 ΑΚ ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα". "Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος". "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει ".

Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και συνεπώς να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη την οποία πραγματώνει ή επ' ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημόσιας εξουσίας.

Αντίθετα, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 106 ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (105) εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ 15/1993). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 4 προκύπτει ότι αν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ έχει δικαιοδοσία για την εξέταση της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιόν του, απορρίπτει αυτή για έλλειψη δικαιοδοσίας, υποπίπτει στο σφάλμα της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και όχι της υπερβάσεως δικαιοδοσίας (Ολ.ΑΠ 293/1981).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της αγωγής, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτίθεται, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 1.600 τ.μ., ότι οι δύο πρώτοι των εναγομένων κατέλαβαν έως τις 15-10-2002 τμήμα αυτού εμβαδού 328,17 τ.μ., το οποίο περιέκλεισαν και οικοδόμησαν, ο δε τρίτος εναγόμενος Δήμος μετά τις 15-10-2002 προσέβαλε την κυριότητα και τη νομή του διά επιστρώσεως λεπτού τάπητος ασφάλτου σε έκταση 120 τ.μ.

περίπου και μετέβαλε τη φυσική κατάσταση σε άλλο τμήμα 200 τ.μ. περίπου και ότι συνεπεία των ανωτέρω παρανόμων πράξεων επήλθε ζημία 1.200 ευρώ και υπέστη ηθική βλάβη. Ζητούσε δε να υποχρεωθούν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 1.200 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας και το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

Με αυτό το ιστορικό και ειδικότερο αίτημα η σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης, όσον αφορά τον εναγόμενο Δήμο υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, διότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, οι πιο πάνω παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του εναγόμενου Δήμου, τελέστηκαν σε συνάρτηση προς τη λειτουργία των οργάνων του ως δημοτικής υπηρεσίας και εξ αιτίας αυτής, και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείρηση της περιουσίας του Δήμου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνων που ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και έτσι η σωρευόμενη αυτή αγωγή αποζημίωσης ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και οι τα αντίθετα που υποστηρίζουν πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης κατά τα σχετικά μέρη τους, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι, επίσης κατά τα σχετικά μέρη τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού σε αυτές τις περιπτώσεις το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος πρόσθετοι λόγοι, κατά τα σχετικά μέρη τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνονται και τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή (ΑΠ 985/2007). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης κατά τα σχετικά μέρη αυτών, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 του ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 481/1991). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα, ήτοι το ...... έγγραφο της Πολεοδομίας Πατρών, το από 24- 9- 2002 εξώδικό του προς τον τρίτο των αναιρεσίβλητων Δήμο, το από 19- 6- 2002 έγγραφο του αυτού Δήμου, το από 20- 6- 2002 εξώδικο των με στοιχείο 1 αναιρεσίβλητων, τις 160, 161, 162/2000 και 1373/2003 αποφάσεις του Σ.τ.Ε.

και την από 28- 8- 2002 διάταξη Δ. Εφετείου Πατρών περί αναστολής εκτελέσεως οικοδομικής άδειας, καθώς και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία των αναιρεσίβλητων που προκύπτει από το 5963/2001 συμβόλαιο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και έτσι δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η αποδιδόμενη παράβαση, το περιεχόμενο της απόφασης, από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν έχει λάβει υπόψη από το δικαστήριο, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, ποιος ήταν ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε επίκληση του δεδικασμένου και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάσθηκε το επικαλούμενο δεδικασμένο.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις 160 ή 161-162/2000 και 1373/2003 ανασταλτικές αποφάσεις του Σ.τ.Ε.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο καμία από τις ως άνω προϋποθέσεις για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις ολικά ή μερικά. Η αντίφαση των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι στο αιτιολογικό.

Η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προκείμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο (Ολ. ΑΠ 13/1995, ΑΠ 336/2004). Αν η αντίφαση εντοπίζεται στις αιτιολογίες της απόφασης, τότε δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια το δικαστήριο της ουσίας δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, καθώς και οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή με αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Έτσι, είναι αόριστος ο από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης, στον οποίο δεν αναφέρεται αν το δίδαγμα της κοινής πείρας αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου και ποιού κανόνα ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων, οπότε και μόνο δημιουργείται ο σχετικός λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1325/2008). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται η έννοια που προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Εφετείο χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο κανόνας δικαίου, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν και η συσχέτιση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, αντενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, και τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά του περί αναγνωρίσεως ζημίας αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας του ακινήτου του, καθώς και την αντένστασή του περί απορρίψεως των ενστάνσεων των ήδη αναιρεσίβλητων.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή και ως προς το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, απορριφθούν δε οι εξεταζόμενοι λόγοι ως απαράδεκτοι όσον αφορά την μη εκδίκαση της αντένστασης.

Επειδή, κατά το άρθρο 223 εδ. α' ΚΠολΔ όταν επέλθει εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η μεταβολή του καταψηφιστικού ή αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής, με αύξηση του χρηματικού ποσού που ζητείται να επιδικαστεί ή να αναγνωριστεί ως οφειλόμενο, δεν επιτρέπεται, αφού κατά το εδάφιο β' του αυτού άρθρου κατ' εξαίρεση ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις, έως ότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει το παρεπόμενο του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και αντί γι' αυτό που ζητήθηκε αρχικά, άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε (ΑΠ 287/2002).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β' ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή του ισχυρισμούς, όχι όμως και να συμπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Έτσι, όταν επεκτείνεται το αρχικό αίτημα σε μείζον επέρχεται απαγορευμένη κατά το ανωτέρω άρθρο μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 263/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του προέβη σε αύξηση του αιτούμενου με την αγωγή ποσού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από 3.000 ευρώ σε 21.000 ευρώ και ότι το αίτημα αυτό συνιστά μεταβολή του αιτήματος της αγωγής και έτσι η εν λόγω μεταβολή είναι απαράδεκτη.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 223 εδ. α' και 224 εδ. β' ΚΠολΔ απαράδεκτη την πιο πάνω μεταβολή, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, καθώς και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται στην αρχή, κατά την οποία ο δικαστής δικάζει σύμφωνα με εκείνα που αποδείχθηκαν, αφού διατάχθηκε γι' αυτά απόδειξη. Έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, καθώς και οι πρώτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι κατά τα σχετικά μέρη τους, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2008 αίτηση για αναίρεση της 727/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ