503/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated503/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Full text
Απόφαση 503 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 503/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)..... ,2).... ,3).... ,4).... και 5)..... , που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Αναπλιώτου-Βαζαίου.
Της αναιρεσίβλητης:Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "DOMINIALE BU BASSIN MEDITARRANEEN S.A (ΝΤΟΜΑΝΙΑΛ ΝΤΥ ΜΠΑΣΣΕΝ ΜΕΝΤΙΤΕΡΡΑΝΕΕΝ Α.Ε) ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗΣ ΛΕΚΑΝΗΣ Α.Ε.Ε ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ",που εδρεύει στο Vaduz Λιχτεστάϊν. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γερωνυμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 397/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-5-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 5-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2-5-2006 αίτησης αναίρεσης της 397/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ να γίνει επίκληση της συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε.
Εν προκειμένω, στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξέθετε η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, ότι με τα υπ' αριθ. 98810/21-4-1965 και 98811/21-4-1965 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Κουγκούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αγόρασε από τους 1) ..... , 2) ..... και 3) ..... δύο συνεχόμενες εδαφικές εκτάσεις εμβαδού 370 και 552 στρεμμάτων, αντίστοιχα, με την ενοποίηση των οποίων προήλθε η περιγραφόμενη στην αγωγή μεγαλύτερη έκταση, λεπτομερώς περιγραφόμενη σ' αυτή κατά θέση και όρια, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο ακίνητο, που περιγράφεται και αυτό λεπτομερώς, και ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοί της πωλητές ήταν κύριοι των εκτάσεων, που μεταβίβασαν σ' αυτήν, επικαλούμενη μάλιστα και τον τρόπο που ο καθένας από τους δικαιοπαρόχους της κατέστη κύριος των ακινήτων που στη συνέχεια πώλησε σ' αυτήν. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη ως προς την στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου βάση αυτής και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγή λόγω αοριστίας, συνισταμένης στο ότι δεν αναφέρεται ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ήταν κύριοι των πωληθέντων σ' αυτήν ακινήτων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει, σε περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, να εκτίθενται, πλην άλλων, και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996).
Υπάρχει δε ανεπαρκής αιτιολογία όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1045 ΑΚ, συνισταμένης στο ότι το Εφετείο "ουδόλως έκρινε ως προς το ζήτημα της νομής του επιδίκου. Παρά τους προβαλλόμενους από εμάς ισχυρισμούς όσον αφορά στην άσκηση πράξεων νομής επί 35 συναπτά έτη στον οικίσκο και στην γύρω από αυτόν περιοχή....το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι νομή ασκούσε η αντίδικος εταιρία με μόνη αιτιολογία ότι φέρει σχετικές αποδείξεις πράξεων νομής, όμως για το μετά το 1994 χρονικό διάστημα", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση της ως άνω διατάξεως και συγκεκριμένα οι σχετικές για το πριν το έτος 1994 παραδοχές ως προς τις πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου.
Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών "ως προς το ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής από τους αναιρεσείοντες επί του επίδικου ακινήτου και ως προς το ζήτημα της συμπλήρωσης ή μη χρησικτησίας, καθώς και ως προς την άτυπη σύμβαση χρησιδανείου", συνισταμένων στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει από ποιες πράξεις των αναιρεσειόντων προκύπτει έλλειψη της θέλησής τους να κατέχουν το επίδικο ως κύριοι ούτε αιτιολογεί γιατί οι πράξεις αυτών έγιναν χωρίς διάνοια κυρίου, προσέτι δε διότι η άτυπη σύμβαση χρησιδανείου πρόκειται για σύμβαση για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είναι απορριπτέος, ωσαύτως, ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης ούτε ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες ελλειπείς αιτιολογίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ' αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσία υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων. Η εκτίμηση αυτή, κατά τη δεύτερη από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου πέντε φωτογραφιών του ευρισκόμενου εντός του επίδικου ακινήτου οικίσκου, που είχαν ληφθεί μετά την κατά το έτος 1999 καταστροφή του οικίσκου και εμφάνιζαν αυτόν κατεστραμμένο, με το να δεχθεί (η προσβαλλόμενη) ότι από τις φωτογραφίες αυτές προέκυπτε η ανυπαρξία πράξεων νομής των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου, αγνοώντας εντελώς τόσον τις μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και οκτώ άλλες φωτογραφίες, που απεικόνιζαν τον οικίσκο σε άριστη κατάσταση πριν την κατά το έτος 1999 καταστροφή του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των πέντε φωτογραφιών, αλλά συναγωγή από το περιεχόμενό τους, που σωστά διαγνώσθηκε, συμπεράσματος διαφορετικού από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως αποδεικνυόμενο από τις λοιπές αποδείξεις, δηλαδή αποδίδεται πλημμέλεια που ανάγεται αποκλειστικά στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων.
IV. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β΄ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος εφέσεως, που αφορά αυτοτελή ισχυρισμό ή άρνηση αυτοτελούς ισχυρισμού (ΟλΑΠ 11/1996, 25/2003), και όχι ο λόγος εφέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση αιτίαση ως προς την ουσιαστική κρίση αυτής σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ΄ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης προσάπτονται, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της μη λήψεως υπόψη "του με λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων υποβληθέντος παραπόνου κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με τις φωτογραφίες", και β) της μη λήψεως υπόψη οκτώ φωτογραφιών του ευρισκομένου εντός του επίδικου ακινήτου οικίσκου, οι οποίες εμφάνιζαν την κατάσταση αυτού πριν το έτος 1999 και τις οποίες νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες. Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο μεν τέταρτος ως απαράδεκτος, διότι η μ' αυτόν αποδιδόμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, που δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο δε πέμπτος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα "και τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες", από τη βεβαίωση δε αυτή καθίσταται αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις προμνημονευόμενες οκτώ φωτογραφίες, παρόλο που δεν τις αξιολογεί χωριστά.
V. Επειδή, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ.1β΄ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρονται, εκτός των άλλων, και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να κριθεί αν παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή τους στους κανόνες δικαίου.
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτή, αποδεχόμενη τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, εσφαλμένα χρησιμοποίησε το δίδαγμα της κοινής πείρας "ότι ένα αγροτικό σπίτι, που δεν έχει νερό, ρεύμα και τουαλέτα, δεν μπορεί να χρησιμεύσει για μικρής διάρκειας παραμονή" για την ερμηνεία του άρθρου 1045 ΑΚ και τη μη υπαγωγή στο ίδιο άρθρο των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών των πράξεων νομής των αναιρεσειόντων στον επίδικο επί 35 χρόνια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να κριθεί αν παραβιάστηκε το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας με τη μη υπαγωγή τους στο κανόνα της ΑΚ 1045, ούτε προσδιορίζεται η έννοια που προσδόθηκε στον ίδιο κανόνα ουσιαστικού δικαίου από την προσβαλλόμενη καθώς και η ορθή κατά τους αναιρεσείοντες έννοια που προκύπτει από το ως άνω επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας, το οποίο η προσβαλλόμενη λανθασμένα χρησιμοποίησε.
VI. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περ.α΄ του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζει το άρθρο 24 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, η ισχύς του οποίου αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, από 1-1-2002, διαγράφηκαν από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" και συνεπώς μετά την 1-1-2002 δεν ιδρύεται πλέον λόγος αναιρέσεως διότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά μεν το πρώτο μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή της ερειδόμενης επί εκτάκτου χρησικτησίας βάσεως της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής της αναιρεσίβλητης και η απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την κατ' ουσία απόρριψη της ως άνω ενστάσεως των αναιρεσειόντων κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δηλαδή στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατάληξε χωρίς απόδειξη, κατά δε το δεύτερο μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι απέρριψε την ως άνω ένσταση και δέχθηκε την αγωγή χωρίς να διατάξει απόδειξη για τους εν λόγω ισχυρισμούς, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η κρινόμενη υπόθεση κατέστη εκκρεμής μετά την 1-1-2002 και η προσβαλλόμενη δημοσιεύθηκε στις 26-7-2005, όταν δηλαδή τέτοιος λόγος αναίρεσης δεν ισχύει σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
VII. Επειδή, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με αιτίαση από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Σύμφωνα με το λόγο αυτό η πλημμέλεια συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη, χωρίς να απορρίψει ή να αποδεχθεί τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία ουδέποτε είχε τα κλειδιά του κειμένου στο επίδικο ακίνητο οικίσκου, δέχθηκε ότι "αυτός (πέμπτος των αναιρεσειόντων) πράγματι αποχώρησε, χωρίς όμως να παραδώσει τα κλειδιά", ότι με την εν λόγω παραδοχή η προσβαλλόμενη προφανώς αναγνώρισε ότι τα κλειδιά του οικίσκου τα είχε ο πέμπτος των αναιρεσειόντων και όχι η αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου, εμμέσως πλην σαφώς, δέχθηκε ότι τον οικίσκο από το 1965 μέχρι το 1999 νέμονταν με διάνοια κυρίου οι αναιρεσείοντες, αφού ουδέποτε οχλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη, και ως εκ τούτου όφειλε να αναγνωρίσει ότι κύριοι του επίδικου ακινήτου είναι οι αναιρεσείοντες.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρει με πληρότητα όλες τις κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δεν προσδιορίζει ποιο είναι το απαιτούμενο επιπλέον στοιχείο για την επάρκεια των αιτιολογιών, επιπροσθέτως δε διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται σε επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων που δεν συνέχονται με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2006 αίτηση αναιρέσεως της 397/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ