Supreme Court allows appeal against third-party seizure refusal, remanding case for retrial with new judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against a lower court's refusal to annul a seizure order, finding the seizure procedurally invalid due to missing documentation. The State argued that the seizure lacked a formal protocol, rendering the third-party claim legally unfounded, while the lower court had previously dismissed the seizure as legally baseless. Consequently, the Court annulled the final judgment and remanded the case for retrial before a newly constituted panel, ordering the opposing parties to bear the State's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 583 and 586 of the Code of Civil Procedure; The State may exercise a third-party annulment against judgments concerning abandoned real estate without its participation if prior seizure has not been effected by competent authorities according to the relevant law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 502 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 502/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α. και 2) Δ. συζύγου Ε. Κ., το γένος Π. Μ., κατοίκων Ρ…, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/1969 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε η από ... ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, 551/1972 και 402/1981 μη οριστικές και 132/1986 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 39/1987 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κλεόβουλος - Δημήτριος Κοκκορός ανέγνωσε την έκθεση της ήδη αποχωρησάσης από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μαρίας Ανδρικοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της από ... αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περίπτ. α, 287, 291 παρ. 1 και 2 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εκτός από άλλες περιπτώσεις, αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου.
Συνεπώς, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που απεβίωσε, δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, ο σχετικός δε ισχυρισμός του απορρίπτεται, ως αλυσιτελής, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον. Ο ίδιος, όμως, διάδικος, δηλαδή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης η οποία έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή [ θανάτου ], θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης σε περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος [ κληρονόμος του ], ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν απωλέσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποίησης.
Και αυτά ανεξάρτητα από το εάν, κατά την κρίση του επισπεύδοντος [προσκαλούντος], ο κληρονόμος του αρχικού αντιδίκου του έχει ή όχι συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη, εφόσον γι' αυτό θα αποφανθεί το δικαστήριο μετά από ακρόαση και του τελευταίου. Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης [ ΑΠ 95/2021, ΑΠ 827/2017, ΑΠ 1891/2014 ].
Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της κρινόμενης υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 4/10-1-1969 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εστράφησαν κατά των Χ. Τ. ή Τ., Ι. Τ. ή Τ. και Ν. Α. του Χ. και ζήτησαν την αναγνώριση κυριότητας δια χρησικτησίας επί δύο ακινήτων ευρισκομένων στη Ρ… και συγκεκριμένα μιας οικοδομής [οικίας] αποτελούμενης εκ πέντε δωματίων και ενός αγρού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην των εναγομένων, η υπ' αριθμ. 234/1969 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία δέχτηκε την αγωγή. Την ερήμην αυτή απόφαση ανέκοψε το Ελληνικό Δημόσιο με την από ... ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 551/1972 προδικαστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία υποχρέωσε τους ενάγοντες να αποδείξουν ότι οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι ήταν υπαρκτά πρόσωπα κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής και ότι οι ίδιοι [ενάγοντες] κατείχαν και ενέμοντο διανοία κυρίου δημόσια και ειρηνικά τα επίδικα ακίνητα από το έτος 1949.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 402/1981 προδικαστική απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, η οποία υποχρέωσε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο να αποδείξει ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τα επίδικα ακίνητα ήταν εγκαταλελειμμένα. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 132/1986 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή και δέχτηκε την αγωγή όσον αφορά τους δύο τελευταίους εναγομένους και αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος χρησικτησίας στο πρόσωπο των εναγόντων - καθ' ων η ανακοπή στα επίδικα ακίνητα.
Το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της ως άνω απόφασης, ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου, την από ... έφεσή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 39/1987 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία αφού εξαφάνισε τις υπ' αριθμ. 551/1972 και 132/1986 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, απέρριψε την ανακοπή ως νόμω αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την από ... υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Διαρκούσης, όμως, της διαδικασίας και πριν την αρχική συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στο παρόν δικαστήριο, στις ... απεβίωσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε. Κ. και στις ... απεβίωσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη σύζυγός του Δ.
Κ. [βλ. τις υπ' αριθμ. ... ληξιαρχικές πράξεις του Ληξιάρχου Ρ… αντίστοιχα]. Οι αναιρεσίβλητοι δεν κατέλειπαν διαθήκη και κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου από τα τέκνα τους Δ., Σ., Ε., Α., Π., Ε., Π., Ι. και Γ., τα οποία δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία [ βλ. τα υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα και τα υπ' αριθμ....
πιστοποιητικά περί μη αποποίησης κληρονομίας αντίστοιχα]. Το τέκνο τους Θ. είχε προαποβιώσει την ..., χωρίς να αφήσει κατιόντες και το τέκνο τους Μ. απεβίωσε την ... χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα παραπάνω αδέλφια του [βλ. τα υπ' αριθμ. ... αποσπάσματα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου Ρ…, τα υπ' αριθμ. ...
πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τα υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Ρόδου περί μη αποποίησης κληρονομίας και του Ειρηνοδικείου Ρόδου, όπου αναγράφονται τριάντα τέσσερις αποποιήσεις]. Ήδη, την πρόοδο της δίκης επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αντίδικο των αποβιωσάντων, το οποίο επέδωσε στους παραπάνω κληρονόμους των τελευταίων αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο της 31-5-2021 αρχικά, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...
εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου Π. - Τ. Χ.. Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα το αναιρεσείον επέσπευσε την επανάληψη της δίκης και εμπρόθεσμα προσκάλεσε προς τούτο τους καθολικούς διαδόχους των θανόντων, αρχικά εναγόντων - καθών η ανακοπή - αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει περαιτέρω, παρά την απουσία τους (άρθρα 226 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή όσα δεν ανήκουν στην κυριότητα κανενός ανήκουν, κατά το άρθρο 972 του ΑΚ, στο Δημόσιο.
Με τις διατάξεις του άρθρου 34 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" ορίζεται: "2.Ακίνητα, εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλοτρίων", "3. Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του Προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου", "4.
Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν περίληψις του Πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων", "8.
Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβένυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον". Με την παράγραφο 11 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 623/1948 "περί συμπληρώσεως του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938", ορίζεται: "Πάσα αγωγή, επιταγή και παν ανεξαιρέτως δικόγραφον κατά των εν τη παρ. 2 αναφερομένων ιδιοκτητών, στρέφεται και κοινοποιείται επί ποινή ακυρότητος και του δικογράφου και της επιδόσεως, λαμβανομένης και αυτεπαγγέλτως υπόψει, και κατά του Δημοσίου, δυναμένου ν' ασκήσει επί δικαστηρίου ή άλλως, πάντα τα εις τον απόντα ανήκοντα δικαιώματα, ανεξαρτήτως του αν ήσκησε ταύτα ο τελευταίος ούτος ή ού.
Κατά των κατ' απόντων ιδιοκτητών ήδη εκδοθεισών ή εκδοθησομένων αποφάσεων, χωρεί ανακοπή εκ μέρους του Δημοσίου, εφ' όσον τούτο δεν εκλήθη ή δεν παρέστη κατά την συζήτησιν...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η διαχείριση από το Δημόσιο, ως διοικητή αλλοτρίων, των ακινήτων, που έχουν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους, με την πρόθεση παραίτησής τους από την κυριότητα, προϋποθέτει την κατάληψη του ακινήτου από το Δημόσιο, η οποία γίνεται διοικητικώς με τη σύνταξη του οικείου πρωτοκόλλου και ότι στην περίπτωση αυτή κάθε αγωγή που στρέφεται κατά των άνω ιδιοκτητών και αφορά το ακίνητο, του οποίου τη διαχείριση έχει, ως διοικητής αλλοτρίων, το Δημόσιο, πρέπει να κοινοποιείται και σε αυτό, με ποινή ακυρότητας του δικογράφου και της γενομένης επιδόσεως, δικαιούται δε το Δημόσιο να ασκεί όλα τα ανήκοντα στους απόντες ιδιοκτήτες δικαιώματα καθώς και τριτανακοπή κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' αυτών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 583 του ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής, κατά δε το άρθρο 586 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 583 μπορεί να ασκηθεί τριτανακοπή κατά της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ άλλων.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι τριτανακοπή μπορεί να ασκήσει κάθε τρίτος που δεν έλαβε μέρος ως διάδικος ούτε κλήθηκε να παραστεί στη μεταξύ άλλων δίκη, όταν η εκδοθείσα απόφαση προκαλεί σ' αυτόν βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, η βλάβη δε αυτή ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του δεν απαιτείται να είναι άμεση, αλλά μπορεί να είναι και απλώς έμμεση ή ενδεχόμενη.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2, 3, 4, 8 και 11 του ΑΝ 1539/1938 και 583 και 586 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να ασκήσει τριτανακοπή κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά απόντων ιδιοκτητών "εκμεταλλευομένων" ακινήτων, δεν τελεί υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης δια πρωτοκόλλου κατάληψης των ακινήτων, καθόσον, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 34 παρ. 2 και 8 του ΑΝ 1539/1938, με τις οποίες παρέχεται σ' αυτό το δικαίωμα της κατάληψης με την προσδοκία κτήσης της κυριότητας των "εγκαταλελειμμένων" ακινήτων, η εκδοθείσα μεταξύ τρίτων, χωρίς τη συμμετοχή του, απόφαση θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του.
Η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 11 του ΑΝ 1539/1938, με την οποία προβλέπεται η άσκηση ανακοπής του Δημοσίου, με την ιδιότητα του διοικητή αλλοτρίων, μετά την παρ' αυτού δια πρωτοκόλλου κατάληψη του ακινήτου, τέθηκε, προδήλως για να μη θεωρηθεί ότι αποκλείεται η άσκηση τριτανακοπής από το Δημόσιο με την προηγούμενη επίδοση της αγωγής σε αυτό και όχι με σκοπό να αποκλεισθεί ή περιορισθεί το δικαίωμα της τριτανακοπής του Δημοσίου κατά τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ (ΑΠ 1628/2002).
Εξάλλου, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ενώ εκείνος του αριθμού 14 ανακύπτει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον νια την άσκησή της (Ολομ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 29/2020, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 34 Α.Ν. 1539/1938 εχουσών ως εξής: παρ. 2 "Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλοτρίων" παρ. 3 Ή κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδική εντολήν του υπουργείου των Οικονομικών (δ/νσεως δημοσίων κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμόδιας αστυνομικής αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου", παρ. 4 Έφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμόδια υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου ...
καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου ... αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων". παρ. 5 "Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος" παρ. 8 "Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητας αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον", παρ. 11 (προστεθείσα δι' άρθρου 1 Ν.Δ. 623/1948) "Πάσα αγωγή, επιταγή και παν ανεξαιρέτως δικόγραφον κατά των εν τη παρ. 2 αναφερομένων ιδιοκτητών, στρέφεται και κοινοποιείται επί ποινή ακυρότητος και του δικογράφου και της επιδόσεως, λαμβανομένης και αυτεπαγγέλτως υπ' όψει, και κατά του Δημοσίου, δυναμένου ν' ασκήση επί δικαστηρίου, ή άλλως, πάντα τα εις τον απόντα ανήκοντα δικαιώματα, ανεξαρτήτως του αν ήσκησε ταύτα ο τελευταίος ούτος ή ου.
Κατά των κατ' απόντων ιδιοκτητών ήδη εκδοθεισών ή εκδοθησομένων αποφάσεων, χωρεί ανακοπή εκ μέρους του Δημοσίου, εφ' όσον τούτο δεν εκλήθη ή δεν παρέστη κατά την συζήτησιν... Η προσηκόντως ασκηθείσα ανακοπή έχει τας εν άρθρω 507 της Πολιτικής Δικονομίας συνεπείας". Εκ του συνδυασμού των διατάξεων τούτων σαφώς συνάγεται α) ότι εφόσον δεν εγένετο υπό του Δημοσίου κατάληψις κατά τα ανωτέρω του εγκαταλειφθέντος υπό του ιδιοκτήτου ακινήτου, ο παρά τούτου διεκδικών το ακίνητον τρίτος δεν υποχρεούται όπως απευθύνη κατά του Δημοσίου ή κοινοποιήση και εις αυτό το δικόγραφον της αγωγής του και β) ότι προϋπόθεσις της νομιμοποιήσεως του Δημοσίου ως ανακόπτοντος την εκδοθείσαν μεταξύ του διεκδικούντος το ακίνητον τρίτου και του ιδιοκτήτου αυτού απόφασιν, εν τη ιδιότητί του ως διοικητού αλλοτρίων, είναι η κατάληψις τούτου υπ' αυτού δια πρωτοκόλλου καταλήψεως και η απόδειξις της εγκαταλείψεως της νομής του ακινήτου με την πρόθεσιν της παραιτήσεώς του από της επ' αυτού κυριότητος (Α.Π 973/83, ΝοΒ 32 645, Ε.Δωδ. 199/86, 233/85, 100/85).
Κατά συνέπειαν εάν το, όπερ αφορά η μεταξύ τρίτων εκδοθείσα ερήμην του εναγομένου εκδοθείσα απόφασις, ακίνητον δεν έχει καταληφθή υπό του Δημοσίου δια πρωτοκόλλου δεν υφίσταται υποχρέωσις του ενάγοντος-καθ' ου αύτη όπως απευθύνει και κοινοποιήση την αγωγήν του και κατά του Δημοσίου και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται τούτο να ανακόψη την απόφασιν ταύτην και να αιτήσηται ασκούν τα δικαιώματα του απόντος την μετ' εξαφάνισιν της ανακοπτομένης αποφάσεως απόρριψιν της αγωγής (Ε.
Δωδ. 199/86, 233, 100/85 αδημ.). Όθεν εφ' όσον εν τη εφ' ης εξεδόθησαν αι εκκαλουμέναι αποφάσεις ανακοπή του Δημοσίου κατά της, μεταξύ του καθ' ου ως ενάγοντος και τρίτων, ως εναγομένων εκδοθείσης, υπ' αριθμ. 234/69 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δεν αναφέρεται ότι τα παρά του ενάγοντος διεκδικηθέντα εκ των ερήμην δικασθέντων τρίτων κτήματα είχαν καταληφθή υπ' αυτού (Δημοσίου) δια πρωτοκόλλου καταλήψεως αύτη ήτο αόριστος, ως μη περιλαμβάνουσα το ως άνω απαραίτητον δια την νομιμοποίησίν του στοιχείον και εντεύθεν έδει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος".
Με βάση το ανωτέρω σκεπτικό το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις και στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή ως νόμω αβάσιμη. Με την κρίση της αυτή η προσβαλλομένη υπέπεσε στην κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, καθόσον το Δημόσιο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δικαιούται σύμφωνα με τα προεκτεθέντα να ασκήσει τριτανακοπή κατά των αποφάσεων που εκδίδονται μεταξύ τρίτων χωρίς τη συμμετοχή του και αφορούν "εγκαταλελειμμένα" ακίνητα, κατά την έννοια του άρθρου 34 παρ. 2 του ΑΝ 1539/1938, και όταν δεν έχει γίνει προηγουμένως κατάληψη του ακινήτου δια των αρμοδίων οργάνων του κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου.
Επομένως, αφού η αγωγή απορρίφθηκε επειδή στο δικόγραφό της δεν εκτίθεντο τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της, είναι βάσιμος, ο πρώτος, κατά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του, από τον αριθμό 14, και απορριπτέος ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης, η οποία δεν συντρέχει όταν η αγωγή έχει απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο [ΑΠ 354/2020, ΑΠ 295/2017].
Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η ανακοπή απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη [στην πραγματικότητα ως απαράδεκτη], ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που την εξέδωσαν. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα, όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 39/1987 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ