Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court considered all evidence despite alleged omissions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Piraeus, ordering the appellants to pay the respondents' legal costs. The appellants argued the appellate court ignored specific employment documents and failed to award interest on recognized sums. The court rejected these claims, stating the lower court explicitly acknowledged reviewing all submitted evidence and that the omission of interest was not a reviewable error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 180 para.1, 183, 191 para.2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court explicitly states it considered all evidence presented, and a failure to award interest on recognized sums is not a ground for review unless it constitutes a public order violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 502 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 502/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ε. Χ. του Δ., 2) Α. Σ.-Σ. του Δ., κατοίκων ..., 3) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 4) Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουκαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Μ. του Β., χήρας Γ. Ψ., 2) Κ. Ψ. του Γ., 3) της Κοινωνίας Κληρονόμων του Γ. Ψ., που εδρεύει στον ... και αποτελείται από: α) την Ε. Μ. του Β., και β) τον Κ. Ψ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 619/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 670/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 3 Απριλίου 2020 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ'αριθμόν 670/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς . Αρχικώς οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της Κοινωνίας Κληρονόμων του αποβιώσαντος το έτος 2013 Γ. Ψ., αποτελούμενης από τους Ε. Μ. και Κ. Ψ. , ήδη πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, την από 21 Φεβρουαρίου 2014 αγωγή, αφορώσα την επιδίκαση αξιώσεων αυτών από την παροχή εξηρτημένης εργασίας.
Εξεδόθησαν η υπ'αριθμόν 619/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς , με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη η αγωγή, καθ'ό μέρος ενήγετο η Κοινωνία των Κληρονόμων, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, κατά των οποίων εκρίθη ότι ατομικώς εστρέφετο η αγωγή, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και προσθέτων λόγων από την Κοινωνία Κληρονόμων και την πρώτη και τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγιναν δεκτοί η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι, καθ'ό μέρος ασκούνταν από την Ε.
και Κ. Ψ., και μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή ως προς αυτούς η αγωγή. Εν συνεχεία, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως , συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη των άρθρων 577 παρ.3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης την παραδεκτή πρόταση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του θεμελιώνοντος τον λόγο αναιρέσεως ισχυρισμού, έστω και εάν ο εν λόγω ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως.
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 65/2017], Παρέπεται ότι, εάν η κρινόμενη υπόθεση έχει διέλθει και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και τόσον το πρωτοβάθμιο όσον και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχουν υποπέσει στην αυτή πλημμέλεια, προκειμένου να είναι παραδεκτός συμφώνως προς την ως άνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ο επί της εν λόγω πλημμελείας θεμελιούμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί η πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δια λόγου εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. (ΑΠ 853/2020, 89/2005).
Εν προκειμένω, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, που είναι συναφείς, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε απαράδεκτη την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της κοινωνίας κληρονόμων του Γ. Ψ. λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης με την αιτιολογία ότι η κοινωνία δικαιώματος δεν συνιστά ένωση προσώπων κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ.β ΚΠολΔ.
Οι εν λόγω όμως λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτοι και πρέπει ν'απορριφθούν , αφού, ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ'αριθμόν 619/2019 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, καθ'ό μέρος στρέφεται κατά της Κοινωνίας Κληρονόμων ελλείψει ικανότητος δικαίου αυτής, εν τούτοις η εν λόγω κρίση δεν προσεβλήθη δια λόγου εφέσεως ενώπιον του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Μονομελούς Εφετείου.
Και ναι μεν την από 16.4.2015 έφεση και τους από 11.4.2017 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων έχει εκδοθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκτός των εναγομένων Ε. Μ. και Κ. Θ., οι οποίοι ενήγοντο ως μέλη της Κοινωνίας Κληρονόμων του Γ. Θ. και ως προς αυτούς είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έχει συνασκήσει και αυτή η Κοινωνία Κληρονόμων, όμως στην εν λόγω έφεση και τους πρόσθετους λόγους όχι μόνο δεν περιέχεται λόγος, με τον οποίο να προσβάλλεται η κρίση ότι η Κοινωνία Κληρονόμων στερείται ικανότητος δικαίου αλλά αντιθέτως γίνεται αποδεκτή η εν λόγω κρίση.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται εκ του ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, καθ'ό μέρος ασκήθηκαν από την Κοινωνία Κληρονόμων με την αιτιολογία του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, της ελλείψεως ικανότητας δικαίου, αφού ούτε η άσκηση της εν λόγω εφέσεως ούτε η προδιαληφθείσα αιτιολογία του Μονομελούς Εφετείου αναβίωσαν την εκκρεμοδικία της αγωγής ως προς την Κοινωνία Κληρονόμων, καθ' όσον η απόρριψή της , όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει προσβληθεί με λόγο εφέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. (ΑΠ 508/2019, 1483/2019, 213/2017].
Εν προκειμένω, υπό την επίκληση των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον τρίτο λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης σχετικά με τις ώρες και ημέρες λειτουργίας του καταστήματος , το συνολικό αριθμό των απασχολουμένων , το χρόνο απασχόλησης πέραν του νομίμου ωραρίου και την απασχόληση της έκτης ημέρας ανά εβδομάδα, το δικαστήριο υπολόγισε εντελώς αυθαίρετα τις ώρες εργασίας τους, αρκούμενο σε ένα κατά μέσο όρο υπολογισμό αυτών χωρίς να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν . Ως εκ τούτου έσφαλε, γιατί δεν περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες , γι αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί. Οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα δε με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, στην απόφαση είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς μόνο η κρίση του δικαστηρίου ως προς το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρονται σαφώς οι ώρες, οι ημέρες, τα Σάββατα, οι Κυριακές και τα χρονικά διαστήματα εργασίας των αναιρεσειόντων. Το γεγονός ότι δεν αναλύει το δικαστήριο τα επιχειρήματα με βάση τα οποία οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης, γιατί αυτά δεν συνιστούν παραδοχές.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει ν'απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πιο πάνω τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη ατομικές συμβάσεις εργασίας, αναγγελίες πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, αντίγραφα εγγράφων καταγγελίας των ατομικών συμβάσεων εργασίας, αντίγραφα μισθοδοσίας, αντίγραφα λογαριασμού ασφαλισμένων, αντίγραφα Δελτίων εργατικής διαφοράς, αντίγραφο εγγράφου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιά, αντίγραφα του Πίνακα προσωπικού της επιχείρησης από το έτος 1999 έως 2013, αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου του ΙΚΑ, αντίγραφο του ημερήσιου δελτίου οχήματος του υπ'αριθ.
ΕΑ .../16.11.2013, αντίγραφο του υπηρεσιακού σημειώματος ελέγχου της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφα τιμολογίων, δελτίων αποστολής, τιμολογίων πώλησης, αντίγραφα αποδείξεων είσπραξης και παραλαβής εμπορευμάτων, φωτογραφίες του καταστήματος της επιχείρησης , αποδείξεις της επιχείρησης, αντίγραφα των υπ'αριθ. 2625, 2626 και 2627/2014 ενόρκων καταθέσεων, αντίγραφο της από 17/12/2013 βεβαίωσης εργοδότη και αντίγραφο δελτίου εργατικής διαφοράς.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Μονομελούς Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του τις υπ'αριθ. 2625, 2626, 2627/24.9.2014 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζωής Κουτρουμάλη, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των εναγομένων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα που προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι, παρά το νόμο, το Μονομελές Εφετείο, παρέλειψε να επιδικάσει τόκους στα ποσά, που αναγνώρισε ότι οφείλονται σε αυτούς παρά το γεγονός ότι ζητείτο το νομιμότοκο αυτών κατά τη μετατροπή του αιτήματος των σε αναγνωριστικό. Ο λόγος αυτός είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει ν'απορριφθεί, διότι, ενώ από την επισκόπηση της υπ'αριθμόν 619/2015 αποφάσεως προκύπτει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν επιδίκασε τόκους επί των ποσών, τα οποία επιδίκασε ως αναγνωριστικά, εν τούτοις η εν λόγω μη επιδίκαση δεν προσεβλήθη δια λόγου εφέσεως , δεν πρόκειται δε περί σφάλματος προκύπτοντος από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ή ισχυρισμού αφορώντος τη δημόσια τάξη.
Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες , ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων [που κατέθεσαν προτάσεις] κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.4.2020, με αριθ. εκθ. καταθ. 25/20.5.2020 αίτηση κατά της υπ' αριθ. 670/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή ποσού χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ