Legislator Case Law & Legislation
502/2020 AI generated

502/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 502/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

502/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

Keywords

AI generated
motor vehicle expenses financial hardship fitness to drive unfit notwithstanding health condition financing of accident insurance legal capacity
AI generated
1047/2011
Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, Της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
1174/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
209/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
1414/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
167/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου- Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 502 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 502/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Τ. του Α., 2) Α. συζ. Ι. Τ., το γένος Χ. Σ., 3) Χ. Τ. του Ι., 4) Μ. χας Α. Τ. και 5) Χ. χας Χ. Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ανδρέου, που με τις από 31-10-2018 κατατεθείσες προτάσεις του προέβη στη διόρθωση των στοιχείων ταυτότητας των ως άνω 2ης και 5ης των αναιρεσειόντων, από τα λανθασμένα που εκ παραδρομής αναγράφονται στο αναιρετήριο Α. συζ. Ι. Τ., το γένος Χ. Σ. και Χ. χας Χ. Σ., στα ορθά Α. συζ. Ι. Τ., το γένος Χ. Σ. και Χ. χας Χ. Σ., αντίστοιχα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ο. του Γ., κατοίκου ... 2) Μ. Ο. του Γ., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 6-2-2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6743/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2048/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

γ' και δ' του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (Α.Π. 483/2016 Α.Π. 314/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 31.10.2017 αίτηση για αναίρεση της 2048/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας με πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την συζήτηση της υποθέσεως η 2.11.2018. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ...

εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Α. Ε. Δ., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2.11.2018 επιδόθηκαν, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Α.

Ο. και Μ. Ο., αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατόπιν σχετικού αιτήματος υποβληθέντος από την δικηγόρο Κωνσταντίνα Αναστασίου, συνεργάτιδα της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Γούλιαρη, πληρεξουσίας δικηγόρου των ως άνω πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, στην οποία αυτοί είχαν χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ' αριθμ. 12711/ 24.10.2018 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Νικολάου Δ.

Αδάμου. Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλαν την, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση.

Επομένως, εφόσον προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν παραστεί νομίμως, κατά την πρώτη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε, με αίτησή τους, η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευσή τους για την τελευταία αυτή δικάσιμο.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη 2048/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 17-3-2013 και περί ώρα 05.00 π.μ., ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη τρίτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", εκινείτο, με ταχύτητα μεγαλύτερη των 75 χ/ω περίπου, επί της ..., με κατεύθυνση από την οδό Κουντουριώτη προς το Λευκό Πύργο.

Η παραπάνω οδός είναι μονής κατεύθυνσης με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, με πλάτος οδοστρώματος στο ύψος του οικοδομικού αριθμού … και πριν από τη διασταύρωσή της με την οδό Κομνηνών 8,30 μέτρων και πλάτος πεζοδρομίου αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων 4,50 μέτρων και δεξιά 3,40 μέτρων. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην ανωτέρω οδό είναι 50 χλμ την ώρα, αφού αυτή διέρχεται από κατοικημένη περιοχή.

Στο ύψος της προαναφερθείσας διασταύρωσης υπάρχει διαγράμμιση διάβασης πεζών, ενώ στο ίδιο σημείο υπάρχουν και φωτεινοί σηματοδότες, ρυθμιστικοί της κυκλοφορίας των οχημάτων και των πεζών. Κατά τον παραπάνω χρόνο η κατάσταση της ως άνω οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή, η κυκλοφορία των πεζών ήταν αυξημένη, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ενώ αριστερά του οδοστρώματος υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα.

Κατά τον ίδιο χρόνο στο ύψος του προαναφερόμενου οικοδομικού αριθμού και επί του πεζοδρομίου που υφίστατο δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων βρισκόταν πεζός ο Α. Τ. του Ι., υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός του τρίτου ενάγοντος και εγγονός της τέταρτης και της πέμπτης των εναγόντων. Ο ανωτέρω έχοντας πρόθεση να κινηθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο επεχείρησε να διασχίσει εκτός διαβάσεων πεζών το οδόστρωμα της προαναφερόμενης οδού, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να προβεί στην ενέργειά του αυτή με ασφάλεια και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τόσον τον εαυτό του, όσο και τους λοιπούς που χρησιμοποιούσαν την οδό αυτή.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, το οποίο εκείνη τη στιγμή προσέγγιζε την προαναφερόμενη διασταύρωση, ο οδηγός του οποίου - πρώτος εναγόμενος αντιληφθείς από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων τον ως άνω πεζό επί του οδοστρώματος και κινούμενος στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα, όπως προαναφέρθηκε, μεγαλύτερη των 75 χ/ω, να μην μπορέσει να τον αποφύγει και έτσι τον παρέσυρε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του και τον εκτίναξε αρχικά επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος αυτού, ακολούθως δε επί του οδοστρώματος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, προκαλώντας σ' αυτόν βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαριά θωρακική κάκωση και βαριά κοιλιακή κάκωση, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως μετά ο θάνατός του.

Τα σχετικά με τις συνθήκες του ως άνω ατυχήματος πραγματικά περιστατικά απορρέουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, πρωτίστως δε από το περιεχόμενο της από 17-3-2013 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και του σχεδιαγράμματος, που συνέταξε η επιληφθείσα της σύγκρουσης Αστυνόμος Ε. Κ. και της κατάθεσης του πρώτου εναγομένου στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, με αφορμή την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η παράσυρση του ως άνω πεζού έλαβε χώρα ενώ ο πρώτος εξ αυτών εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο, ως τέτοιο δε στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθούν ούτε τα ίχνη ελαστικού, μήκους 2,45 μέτρων και 3 μέτρων, που βρέθηκαν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και τα οποία έχουν αποτυπωθεί στο συνταχθέν από τα επιληφθέντα του ατυχήματος αστυνομικά όργανα σχεδιάγραμμα, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι προέρχονται από το όχημα του πρώτου εναγομένου, το οποίο, σημειωτέον, διέθετε σύστημα ABS ( σύστημα αντιμπλοκαρίσματος τροχών) και, επομένως, δεν μπορούσε να αφήσει ίχνη πέδησης επί του οδοστρώματος, αλλά ούτε και οι καταθέσεις του μάρτυρος Γ.

Τ., συνοδηγού του πρώτου εναγομένου τη στιγμή του ατυχήματος τόσον ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, καθόσον δεν συμπορεύονται α) με το περιεχόμενο των προαναφερόμενων δημοσίων εγγράφων (έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα) στα οποία οι υλικές ζημίες, τις οποίες υπέστη το όχημα του πρώτου εναγομένου εντοπίζονται στην εμπρόσθια δεξιά γωνία και στην δεξιά πλευρά και τα θραύσματα υάλων διασκορπισμένα από το μέσον της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας μέχρι το άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας στο οποίο και ανευρέθη ο πεζός Α.

Τ., β) με την τεχνική έκθεση αυτοψίας και εκτίμηση υλικών ζημιών, η οποία συντάχθηκε μετά από σχετική παραγγελία του πρώτου εναγομένου, σύμφωνα με την οποία το όχημά του εκινείτο στη μεσαία λωρίδα και γ) με την κατάθεση του πρώτου εναγομένου στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, στην οποία ο ίδιος κάνει λόγο για κίνηση του οχήματος του στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας.

Αλλά και ο ισχυρισμός των ιδίων ότι ο πρώτος εξ αυτών εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χ/ω δεν αποδείχθηκε βάσιμος, όσα δε κατέθεσαν για το ζήτημα αυτό οι εξετασθέντες με επιμέλειά του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρες για ταχύτητα η οποία άγγιζε τα 50χιλ/ωρ, αναιρούνται από το περιεχόμενο της διενεργηθείσας μετά από παραγγελία του Α' Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το όχημα του πρώτου εναγομένου, χωρίς να ληφθεί υπόψη η επιβράδυνσή του κατά το χρόνο της αντίδρασης, αλλά και το ποσοστό σφάλματος, το οποίο μπορεί να φθάσει σε 10%, ανέρχονταν σε 78,76 χ/ω.

Από τα προαναφερόμενα λοιπόν πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η παράσυρση του ως άνω πεζού και ο συνεπεία αυτής τραυματισμός του, ο οποίος συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα στην συνέχεια στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, θάνατό του, λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, βαριάς θωρακικής κάκωσης και βαριάς κοιλιακής κάκωσης, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του πρώτου εναγομένου, όσο και του ιδίου του ως άνω θανόντος, κατανεμόμενη σε ποσοστό 60% για τον πρώτο και 40% για τον δεύτερο, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας εκ μέρους των εναγομένων ένστασης συνυπαιτιότητας και του ανωτέρω πεζού στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβληθείσας εκ μέρους των ιδίων ένστασης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτού στην επέλευσή του.

Η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, την εμπειρία του και την κοινή πείρα και λογική (άρθρα 330 εδ. β" και 914 του ΑΚ).

Και τούτο, διότι οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημά του χωρίς σύνεση και δίχως να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγησή του, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα, αυξημένη κίνηση πεζών) ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αντιληφθείς δε από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων τον ως άνω πεζό Α.

Τ. να επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα της προαναφερόμενης οδού από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματός του δεν μπόρεσε να διακόψει προ αυτού την πορεία του και έτσι να αποφύγει την παράσυρσή του, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα με τον τρόπο, που προαναφέρθηκε. Εάν ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, οπωσδήποτε θα προέβαινε σε επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή έστω σε τροχοπέδηση και θα ακινητοποιούσε το όχημά του προ του πεζού Α.

Τ. και έτσι θα είχε αποτραπεί ο θανάσιμος τραυματισμός αυτού. Η αμελής αυτή συμπεριφορά του οφείλεται και στο γεγονός ότι ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατάσταση εξαιτίας της οποίας αναμφίβολα δεν μπορούσε ν' αντιληφθεί πλήρως τις εν γένει επικρατούσες συνθήκες και κατά συνέπεια τον κίνδυνο, που εγκυμονούσε η προαναφερθείσα αμελής συμπεριφορά του.

Ειδικότερα, στο αίμα του παραπάνω οδηγού και στο πρώτο δείγμα αυτού ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,68 εκ του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, ενώ στο δεύτερο δείγμα αυτού ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,64 εκ. του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος (βλ. τις από 3-4-2013 και 30-4-2013 εκθέσεις εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της ΔΕΕ Β.

Ελλάδος). Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα κατατεθέντα εκ μέρους του συνοδηγού του Γ. Τ., με τον οποίο και συνδιασκέδαζε εκείνο το βράδυ έχοντας "πιει", όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά καταθέτει "...ένα μπουκάλι στο BEDROOM και στα δύο μπαρ από ένα σφηνάκι...", αλλά και το γεγονός ότι η λήψη των προαναφερόμενων δειγμάτων αίματος, σύμφωνα με το από 17-3-2012 πρωτόκολλο αιμοληψίας έγινε στις 8.30 π.μ, ήτοι τρισήμισυ περίπου ώρες μετά το ατύχημα, ο ανωτέρω οδηγός τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ σε ποσοστό τουλάχιστον 1,10 γραμ.

ανά λίτρο αίματος. Οι ανωτέρω δε παραβάσεις εκ μέρους του (άρθρα 12 παρ. 1, 19 § 1, 2, 3, 20 παρ. 1 και 42 του ΚΟΚ), συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Η αμέλεια του πεζού Α. Τ. συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επεχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της προαναφερόμενης οδού εκτός της ευρισκόμενης σε απόσταση εννέα περίπου μέτρων και σηματοδοτούμενης διάβασης πεζών και επιπλέον χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των επ' αυτής κινουμένων οχημάτων και να βεβαιωθεί ότι στην ενέργειά του αυτή δύναται να προβεί ασφαλώς χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρησιμοποιούντων αυτήν, ενώ αν έπραττε τούτο, οπωσδήποτε θα αντιλαμβάνονταν το όχημα του πρώτου εναγομένου, το οποίο πλησίαζε και επομένως ότι εξαιτίας της ταχύτητας και της απόστασης του οχήματος αυτού από τον ίδιο, δεν προλάβαινε να διασχίσει με ασφάλεια την παραπάνω οδό.

Η αμελής αυτή συμπεριφορά του οφείλεται και στο γεγονός ότι ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατάσταση εξαιτίας της οποίας αναμφίβολα δεν μπορούσε ν' αντιληφθεί πλήρως τις εν γένει επικρατούσες συνθήκες και την επί του οδοστρώματος κατάσταση και κατά συνέπεια τον κίνδυνο, που εγκυμονούσε η προαναφερθείσα αμελής συμπεριφορά του.

Ειδικότερα, στο αίμα του παραπάνω πεζού ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό αλκοόλης σύμφωνα με το πρώτο δείγμα 2,73 γραμ. ανά λίτρο αίματος και σύμφωνα με το δεύτερο δείγμα 2,59 γραμ. ανά λίτρο αίματος (βλ. τις από 3-4-2013 και 30-4-2013 εκθέσεις εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της ΔΕΕ Β.

Ελλάδος). Οι ανωτέρω παραβάσεις εκ μέρους του (άρθρα 12 παρ. 1 και 38 παρ. 4 ΚΟΚ), συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και το θανάσιμο τραυματισμό του. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσον του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, όσο και του πεζού Α.

Τ., κατανεμόμενη σε ποσοστό 40% για τον πρώτο και 60% για τον δεύτερο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της αντέφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού Α. Τ. στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, άλλως περί συνυπαιτιότητας αυτού στο θανάσιμο τραυματισμό του σε ποσοστό 95%, εφόσον οι ανωτέρω κρίνονται συνυπαίτιοι σε ποσοστό 60% και 40%, αντίστοιχα, ο καθένας και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται για την παραδοχή εκ μέρους του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της προβληθείσας εκ μέρους των εναγομένων ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος πεζού στο θανάσιμο τραυματισμό του σε ποσοστό 60%".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2 και 3, 20 παρ. 1, 38 παρ. 4 και 42 του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του αυτοκινήτου και του πεζού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, δεν διευκρινίζεται: α) σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν ο πεζός κατά την πορεία του, όταν τον αντελήφθη ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αν δηλαδή βρισκόταν στην αρχή της κάθετης πορείας του επί της οδού ή στο ύψος της μεσαίας λωρίδας, β) αν η ...

είναι ευθεία και σε ποιο μήκος πριν από το σημείο της συγκρούσεως, γ) αν ο σηματοδότης ήταν σε λειτουργία και αν στην θετική εκδοχή είχε ένδειξη πράσινη ή κόκκινη για τα οχήματα και δ) αν η αδυναμία διακοπής της πορείας του αυτοκινήτου οφείλεται σε πλήρη αδράνεια του οδηγού του πρώτου αναιρεσιβλήτου ή σε προσπάθεια που επιχείρησε προς τούτο, χωρίς επιτυχία, αφού δεν διευκρινίζεται αν επιχείρησε τροχοπέδηση ή άλλο αποφευκτικό ελιγμό για την αποφυγή του ατυχήματος.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, προσέτι δε ως προς την τελευταία αιτίαση, υπό στοιχ.

δ', ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν προέβη ούτε σε επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ούτε σε τροχοπέδηση. Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π.

Ολομ., 10/2017, 9/2015). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανωτέρω Α. Τ. ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 29 ετών (ημερ.

γεν. 17-6-1983), ήταν υιός του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφός του τρίτου ενάγοντος και εγγονός της τέταρτης και της πέμπτης των εναγόντων. Με όλους τους ανωτέρω ενάγοντες, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην "οικογένειά" του κατά την έννοια του άρθρου 932 εδαφ. 3 ΑΚ, διατηρούσε στενούς και άρρηκτους συναισθηματικούς δεσμούς, ο ξαφνικός δε θάνατος του τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε έντονα αισθήματα θλίψης και πόνου.

Πρέπει, επομένως, να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν από το θάνατο του. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη: α) το στενό συγγενικό και ψυχικό δεσμό, που υπήρχε ανάμεσα στον θανόντα και στους προαναφερόμενους συγγενείς του, β) το βαθμό του πταίσματος του οδηγού πρώτου εναγομένου και του ιδίου του θανόντος, γ) τις εν γένει συνθήκες του ατυχήματος και δ) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (μέτρια), κρίνει ότι τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης, που οι ανωτέρω ενάγοντες δικαιούνται για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν συνεπεία του θανάτου του ως άνω συγγενούς τους ανέρχονται: 1) για τον καθένα από τους δύο πρώτους γονείς του στο ποσό των 20.000 ευρώ, 2) για τον τρίτο ενάγοντα αδελφό του στο ποσό των 10.000 ευρώ και 3) για κάθε μια από τις λοιπές ενάγουσες (γιαγιάδες από την πατρική και την μητρική γραμμή, αντίστοιχα) στο ποσό των 5.000 ευρώ.

Τα προαναφερόμενα ποσά, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 50 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκαν να αναζητήσουν οι δύο πρώτοι ενάγοντες για την ως άνω αιτία, παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο, είναι εύλογα (άρθρο 932 του Α.Κ.) και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.

και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως αυτή (η αρχή) εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του προσδιόρισε το ποσό της δικαιούμενης εκ μέρους των ανωτέρω εναγόντων χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 4.000 ευρώ για τον καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, στο ποσό των 2.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, στο ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε μια από τις λοιπές ενάγουσες αντί εκείνων, που γίνονται δεκτά από το παρόν Δικαστήριο, εσφαλμένα εκτίμησε τις σχετικές αποδείξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται ως προς το ύψος των επιδικασθέντων σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν ποσών και να απορριφθούν οι αντίστοιχοι λόγοι των αντεφέσεων με τους οποίους η αντεκκαλούσα υποστηρίζει ότι έπρεπε να απορριφθούν τα σχετικά κονδύλια, άλλως να κριθεί ότι οι ανωτέρω ενάγοντες δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, μικρότερα χρηματικά ποσά".

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, των αναιρεσειόντων στα ποσά των 20.000 ευρώ, για κάθε γονέα του θανατωθέντος, 10.000 ευρώ για τον αδελφό και 5.000 ευρώ, για κάθε γιαγιά, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ' αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2048/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ A.M