Legislator Case Law & Legislation
502/2019 AI generated

502/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 502/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

502/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σε σχέση με τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αμοιβή, με το άρθρ.92Α του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 2 ν. 1093/1980, όπως αυτό, το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 ν. 1816/1988, ορίσθηκε ότι "§1.

Keywords

AI generated
equal treatment in illegality inadequate constitutional complaint identity of claims derogation from law equal pay difference compensation
AI generated
1744/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
98/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 670/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2680/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/11/2006 αίτησή της.
2043/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
911/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Νοεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2925/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 763/2003 οριστική του Εφετείου Πειραιώς, την συμπλήρωση και διόρθωση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 3-12-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 873/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 25 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 350/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης.
603/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 502 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 502/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΜΕΣΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ", (Ε.Κ.Α.Β.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δέσποινας Καλογήρου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 264/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1736/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-01-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την διάταξη του άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005, ΑΠ 22/2013), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, συντελείται παραβίαση της αρχής της ισότητας και η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΑΠ 955/2014, 587/2011).

Ειδικότερη εκδήλωση της ως άνω κατ' άρθρ. 4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αποτελεί η καθιερουμένη από το άρθρ. 22§1 εδ. β' του Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων. Ο κανόνας αυτός προϋποθέτει, ότι οι εργαζόμενοι παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία και εργάζονται κάτω από τις ίδιες ουσιωδώς συνθήκες και με τα αυτά προσόντα και δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, με βάση διάταξη νόμου παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και οι απασχολούμενοι, ως εκ του είδους της εργασίας τους, με διαφορετικούς όρους και απολαβές (ΑΠ 696/2014, 587/2011).

Εξάλλου, σε σχέση με τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αμοιβή, με το άρθρ.92Α του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 2 ν. 1093/1980, όπως αυτό, το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 ν. 1816/1988, ορίσθηκε ότι "§1.

Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο, β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο, γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο.

§2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι" αυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος.

§3.Δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν...". Περαιτέρω, κατά το άρθρ.21 εδ.α' ν.3205/2003 "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής".

Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής και του άρθρ.2 ν. 1093/1980 εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 355), που ορίζει ότι "1. Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής, στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.ΠΔ.Δ., των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του αρθρ. 12 του Ν. 1816/1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής:

α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο 15ο Μ.Κ. β) Δικηγόροι στο Εφετείο στο 8ο Μ.Κ. γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο Ιο Μ.Κ. 2. Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν.3205/2003. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/88". Με τις παραπάνω διατάξεις ρυθμίζεται, καταρχήν, η μισθολογική κατάσταση των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση (πάγιας) έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ.

Με το άρθρο 21 του ν. 3274/2004 εισήχθη διαφορετική ρύθμιση μόνο για τους δικηγόρους που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ. Ειδικότερα: (1) Με την §2 του ως άνω άρθρ. 21 ν. 3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" που ορίζει πλέον ως προς τους δικηγόρους Δήμων και Ιδρυμάτων ότι (α) με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία (β) με τη διαδικασία της §1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους, ενώ στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (2) Επίσης, με την §3 του ίδιου άρθρ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ", το οποίο ορίζει ως προς την αντιμισθία των ούτω προσλαμβανομένων δικηγόρων, ότι (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία (β) η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι" αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία.

Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπόψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφετέρου, εφόσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας (ΑΠ 567/2011).

Περαιτέρω, κατά το εδ. γ' του αυτού άρθρ.246 ν. 1188/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ.21§3 ν.3274/2004, στους παραπάνω δικαιούχους (δηλ. τους δικηγόρους των δήμων και των ν.π.δ.δ. ή ιδρυμάτων που ανήκουν σε δήμους) χορηγούνται: (ί) Τα ποσά που προβλέπονται στο άρθρ.5§3 ν. 2685/1999, που ορίζει ότι ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακίνησης σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, με κοινή δε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, τα κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1.4.1998 σύμφωνα με την ΚΥΑ 2040222/4110/0022/1998, που προβλέπει την χορήγηση στο προσωπικό των ΟΤΑ εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης (90.000δρχ.

για το έτος 1998 και σε 120.000δρχ. από το έτος 1999) για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσης της απασχόλησης τους, η αποζημίωση δε αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των ΟΤΑ και σε καμία περίπτωση και για οποιοδήποτε λόγο τον κρατικό προϋπολογισμό και η καταβολή της γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής, τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου.

Το ποσό της αποζημίωσης για έξοδα μετακίνησης ανήλθε με την ΚΥΑ 2/6771/2004 από 1.1.2004 σε 206€ μηνιαίως (και, αφού αναπροσαρμόσθηκε επανειλημμένα, με την ΚΥΑ 2/95080/0022/2008 καθορίσθηκε από 1.1.2008 σε 365€). (ii) Το επίδομα της περ. γ' της §6 του άρθρ. 8 ν.3205/2003, δηλ. το χαρακτηριζόμενο ως επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ, το οποίο διαβαθμίζεται ανάλογα με τις κατηγορίες του προσωπικού και ανέρχεται για τους δικηγόρους των ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, σε 84€ μηνιαίως.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και η χορήγηση των προβλεπομένων απ αυτό και τις διατάξεις, στις οποίες παραπέμπει, παροχών και σε άλλες κατηγορίες δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, προϋποθέτει ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο, στο οποίο υπηρετούν, είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες (ΑΠ 2101/2014, ΑΠ 2102/2014 ΑΠ 587/201l).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 25-11-2010 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκθέτει ότι ως δικηγόρος παρ'Αρείο Πάγο δυνάμει συμβάσεως έμμισθης εντολής προσφέρει τις υπηρεσίες του ως νομικού συμβούλου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο από την 3-8-1998 και συνεχώς έκτοτε.

Ότι το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2004 έως 31-12-2008 δεν του κατέβαλε μηνιαίως ποσό 38.910,90 ευρώ της προσαύξηση ποσοστού 30% επί των αποδοχών του, βάσει του άρθρου 21 του Ν.3274/2004 που ισχύει για τους δικηγόρους που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ 2)ποσό 14.916,38 ευρώ για δαπάνες μετακίνησης που προβλέπονται από το άρθρο 5 παρ.3 Ν.2685/1999 και αφορούν δικηγόρους των ΟΤΑ 3)ποσό 4.859,22 ευρώ για επίδομα ειδικής απασχόλησης που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ.6 περ.γ'του Ν.3205/2003 και αφορά δικηγόρους των ΟΤΑ και 4)ποσό 5.932,68 ευρώ για προσαύξηση 30% επί των προαναφερομένων υπό στοιχ.1 και 2 ποσών.

Ότι η θεσπιζόμενη με τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις ειδική μισθολογική μεταχείριση των δικηγόρων που υπηρετούν στους ΟΤΑ με σχέση έμμισθης εντολής αμειβόμενοι με πάγια αντιμισθία εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση εις βάρος του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος που υπηρετεί ως δικηγόρος στο αναιρεσίβλητο (ΕΚΑΒ), αντίκειται δε στις συνταγματικές αρχές της ισότητος.

Ζήτησε δε με την αγωγή του να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 64.619,18 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή αυτή ως νόμιμη και εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: ".......Η ως άνω όμως αγωγή με το περιεχόμενο, όπως αυτό εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη και τούτο διότι για την εφαρμογή της παραπάνω αρχής της ισότητας, που αποτελεί την βάση της αγωγής, και την σύμφωνα με αυτήν επέκταση της χορήγησης των προς τους δικηγόρους των ΟΤΑ ως άνω παροχών, πρέπει ο εξαιρούμενος από την παροχή μισθωτός, δηλ.

ο ενάγων, να παρέχει εργασία ποσοτικά και ποιοτικά ίση προς εκείνη που παρέχουν οι ευνοηθέντες μισθωτοί (δικηγόροι των ΟΤΑ) και η εργασία αυτή να παρέχεται κάτω από ουσιωδώς ίδιες συνθήκες, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εδώ, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, διότι πρόκειται για συγκεκριμένες, με βάση ειδικές διατάξεις νόμων, παροχές προς τους δικηγόρους των ΟΤΑ, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία σε σχέση με τον ενάγοντα που παρέχει τις υπηρεσίες του σε διαφορετικό εργοδότη, και δη στο εναγόμενο ν.π.δ.δ., με διαφορετικούς όρους (αντικείμενο κλπ.) απασχόλησης και απολαβών.

Το πρωτόδικο δικαστήριο επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια την δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων...." Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Απαραίτητη πάντως προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης αποτελεί η κατάρτιση εκ μέρους του δικαστηρίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του ελάσσονος πρότασης εκτίμησης αποδείξεων.

Πρέπει δηλαδή το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι να απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση της μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση τυχόν σφάλμα ελέγχεται με τον λόγο εκ του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο της αίτησης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου, την από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα το Εφετείο προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων και συνεπώς ο λόγος αναίρεσης κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του λόγω αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενος ότι "...ουδόλως περιέχει αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης....ως προς το αν η προσφορά της εργασίας του....ήταν ποσοτικά και ποιοτικά ανάλογη με αυτήν ενός συναδέλφου του που προσφέρει τις υπηρεσίες του σε Δήμο....". Με το ως άνω περιεχόμενο όμως ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου οτι εν προκειμένω το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ και 22 του Ν.3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό πρσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-1-2018 αίτηση για την αναίρεση της 1736/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ