502/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated502/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 874/1996).
Full text
Απόφαση 502 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 502/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Ζερβομπεάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γιαννατσή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2017 αίτησή της και τους από 6-9-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι, δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος, δεν έγινε σπουδαίως παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής.
Εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, όπως σύμβαση εταιρείας (άρθρο 741 ΑΚ), στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητος από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος( ΑΠ 25/2016).
Επομένως, για την ακυρότητα μιας συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζομένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 563/2016).
Ειδικότερα, επί εικονικότητας, - και εξ αυτού του λόγου ακυρότητας - προσωπικής εταιρείας ασχέτως ορισμένων συνεπειών που δύνανται να επέλθουν για το παρελθόν, χάριν ιδίως του συμφέροντος των τρίτων από την πραγματική λειτουργία της εταιρίας, της οποίας αγνοούσαν την εικονικότητα (αρθρ. 139 ΑΚ), δεν δύναται να γίνει λόγος για δικαιώματα και υποχρεώσεις των εταίρων που απορρέουν από την εταιρική σύμβαση, για διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και εταιρικών μερίδων, ούτε δημιουργείται υποχρέωση για τον εντολοδόχο από σύμβαση εντολής για τη διαχείριση εταιρικών υποθέσεων εικονικής προσωπικής εταιρείας (ΑΠ 880/1980,1122/1975).
Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 874/1996).
Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της εφαρμοσθείσης διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών υφίσταται και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1829/2011 343/2003, ΑΠ 865/2002, ΑΠ 426/1993).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι, εδέχθη, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: ".. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους και συγκεκριμένα στις ...6.2007 οι διάδικοι κατάρτισαν έγγραφο συμφωνητικό, που καταχωρίστηκε νόμιμα, με αριθμό ....6.2007, στα βιβλία του Πρωτοδικείου …, με το οποίο συνέστησαν ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ε.Ε.", ομόρρυθμο μέλος τον ενάγοντα και ετερόρρυθμο μέλος την εναγομένη, έδρα το …, σκοπό "τη λειτουργία και εκμετάλλευση επιχείρησης ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων, τη λειτουργία και εκμετάλλευση επιχείρησης κάβας ποτών, ... διάρκεια αορίστου χρόνου, εταιρικό κεφάλαιο 15.000 ευρώ, από το οποίο, κατά το συμφωνητικό, ο ενάγων εισέφερε σε μετρητά 9.000 ευρώ και η εναγομένη εισέφερε επίσης σε μετρητά 6.000 ευρώ, με ποσοστό συμμετοχής του καθενός στα κέρδη και τις ζημίες αντίστοιχο εκείνου στο εταιρικό κεφάλαιο, ήτοι 60% του ενάγοντος και 40% της εναγομένης και υποχρέωση και των δύο εταίρων να προσφέρουν χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή την προσωπική τους εργασία για την ευόδωση και επιτυχία των σκοπών της εταιρείας.
Ως ταμίας, διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας ορίστηκε ο ενάγων....... Επίσης ορίστηκε ότι "Απαιτείται όμως η κοινή έγγραφη συμφωνία και των δύο εταίρων όταν η εταιρεία συνάπτει δανειακές συμβάσεις..... οπότε και οι δύο εταίροι υπογράφουν από κοινού τα σχετικά έγγραφα των συμβάσεων". Μερικά χρόνια μετά τη σύσταση της ετερόρρυθμης εταιρείας και συγκεκριμένα στις ....3.2011 προχώρησε σε διακοπή λειτουργίας, λόγω παύσης εργασιών, της ατομικής του επιχείρησης, Ακολούθως, με το από ...5.2011 συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, που καταχωρίστηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου … με αριθμό ...6.2011, τροποποιήθηκε ο σκοπός της ετερόρρυθμης εταιρείας με την πρόσθεση νέου αντικειμένου και δη την ανέγερση οικοδομών σε ακίνητο/α ιδιοκτησίας της ή των μελών της, με σκοπό την περαιτέρω εκμετάλλευσή τους (εκμίσθωση, πώληση κλπ.).
Δυο χρόνια αργότερα, σύμφωνα με το από ...9.2013 συμφωνητικό τροποποίησης, που φέρει ως συμβαλλομένους τους διαδίκους και την Σ. Σ., μητέρα του ενάγοντος, και το οποίο καταχωρίστηκε στη μερίδα της εταιρείας στο Επιμελητήριο … με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... και κωδικό αριθμό καταχώρησης ….10.2013, η εναγομένη αποχώρησε από την ετερόρρυθμη εταιρεία και μεταβίβασε στη μητέρα του ενάγοντος, η οποία εισήλθε στη θέση της, την εταιρική της ιδιότητα και την εταιρική της μερίδα, λαμβάνοντας από την εισερχόμενη εταίρο, σε μετρητά, το ποσό των 6.000 ευρώ.
Ως προς το κρίσιμο ζήτημα, ήτοι, το εάν η σύσταση της ένδικης ετερόρρυθμης εταιρείας ήταν εικονική και έγινε μόνον για φορολογικούς λόγους (πολύ μικρότερη φορολόγηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του ενάγοντος), όπως υποστηρίζει ο ενάγων, ή ήταν πραγματική, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα:...
Ενόψει αυτών των δεδομένων είναι εύλογο το ερώτημα γιατί να επιδιώξει ο ενάγων να προβεί στην πραγματική σύσταση μιας ετερόρρυθμης εταιρείας με τη σύζυγό του, αφού δεν επρόκειτο να αντλήσει χρηματοδότηση, δεδομένου του πάρα πολύ μικρού μεγέθους του εταιρικού κεφαλαίου, ούτε χρειαζόταν συμμετοχή της στην διαχείριση, την οποία άλλωστε δεν μπορούσε να προσφέρει ελλείψει ειδικών γνώσεων και εμπειρίας.
Συνακόλουθη η απορία, για ποιον λόγο η εναγόμενη με εταιρικό μερίδιο μόλις 6.000 ευρώ και χωρίς καμιά συμμετοχή στη διαχείριση της εταιρείας, θα συμμετείχε στα κέρδη (και τις ζημίες) κατά 40% των ατομικών ανθηρών οικονομικών δραστηριοτήτων του ενάγοντος, που ενέταξε αυτός στην ετερόρρυθμη εταιρεία. Το ότι κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας της η ετερόρρυθμη αυτή εταιρεία εμφάνιζε ελάχιστα κέρδη δεν εισφέρει επιχείρημα υπέρ καταφατικής, περί πραγματικής σύστασής της, απάντησης, καθώς, όπως προέκυψε, ο ενάγων μετέφερε με πώληση το σύνολο του εξοπλισμού της ατομικής του επιχείρησης σ' αυτήν, με συνέπεια να υπάρχουν υψηλές αποσβέσεις παγίων.
Πέραν των ανωτέρω δεδομένων και συνακόλουθων ερωτημάτων, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Γ. Χ., που ήταν δικηγόρος του και συνέταξε τα τρία ως άνω συμφωνητικά σύστασης, τροποποίησης και αλλαγής ετερόρρυθμου εταίρου της ετερόρρυθμης εταιρείας, και την ένορκη βεβαίωση …/2015 του Ι.
Λ., λογιστή του ενάγοντος, σαφώς προκύπτει ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο ο ενάγων επέλεξε τη σύσταση της ετερόρρυθμης εταιρείας και τον οποίο γνώριζε και αποδεχόταν η εναγομένη - η οποία έχει δηλώσει κατ' επανάληψη ότι του είχε τυφλή εμπιστοσύνη και ότι του είχε δώσει εν λευκώ εξουσιοδότηση για όλες τις ενέργειές του, όπως και για την υπογραφή του συμφωνητικού σύστασης και του συμφωνητικού πρώτης τροποποίησης της εταιρείας -, ήταν η μικρότερη δυνατή φορολόγηση των οικονομικών δραστηριοτήτων της ατομικής επιχείρησής του.
Επέλεξε δε το ποσοστό συμμετοχής της συζύγου του σε αυτήν να είναι 40%, διότι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο λογιστής Ι. Λ. στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, "φορολογικά προβλέπεται ότι ο ομόρρυθμος εταίρος λαμβάνει επιχειρηματική αμοιβή ίση με το 50% των κερδών τα οποία φορολογούνται όπως και η ατομική επιχείρηση.
Όσο μεγαλύτερο λοιπόν το ποσό των εταιρικών κερδών, δηλαδή τα κέρδη του ετερόρρυθμου και του ομόρρυθμου - ΠΛΗΝ Της ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ - τόσο μεγαλύτερο το φορολογικό πλεονέκτημα". Ο λόγος αυτός και η συνακόλουθη εικονική σύσταση της ετερόρρυθμης εταιρείας δεν αναιρείται, όπως διατείνεται η εναγομένη, από τους προαναφερθέντες όρους που τέθηκαν φαινομενικά προς ασφάλεια του ετερόρρυθμου μέλους στη συστατική πράξη, όπως η λήψη δανείων κατόπιν συμφωνίας και των δύο εταίρων και η μη μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του ενός χωρίς τη συναίνεση και του άλλου.
Τούτο δε διότι αυτοί τέθηκαν με βάση τα υπάρχοντα και κυκλοφορούντα υποδείγματα συμφωνητικών σύστασης ετερόρρυθμης εταιρείας, η δε ύπαρξή τους συνάδει σε κάθε περίπτωση με το αληθοφανές της σύστασης της ετερόρρυθμης εταιρείας που επιδίωκαν τα μέρη. Υπέρ της πιο πάνω δικανικής πεποίθησης στην οποία οδηγείται το Δικαστήριο συνηγορεί και το ότι δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο στοιχείο (όπως σχετική απόδειξη ή εντολή εκταμίευσης του ποσού από τράπεζα) με βεβαιότητα ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ ως συμμετοχή της στο εταιρικό κεφάλαιο, παρά τη βεβαίωση του πατέρα της Α.
Α. και της αδελφής της Σ. Α. στις με αριθ. …/2015 και …/2015 ένορκες βεβαιώσεις τους αντίστοιχα ότι το έλαβε από τον πατέρα της και το έδωσε στον ενάγοντα. .... Επομένως, με βάση τ' ανωτέρω, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και να αναγνωριστεί ότι η από 2.6.2007 σύμβαση σύστασης της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και έδρα το …, που καταχωρίστηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου … με αριθ.
….6.2007, είναι άκυρη λόγω εικονικότητας..."Έτσι που έκρινε και με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 138 και 180 του ΑΚ, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, δεχθείσα τη συνδρομή των απαιτουμένων για την απόδειξη της προταθείσας εικονικότητας της συστάσεως της ενδίκου εταιρείας προϋποθέσεων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι, σύμφωνα με το έγγραφο συμφωνητικό της συστάσεως της επίδικης ετερόρρυθμης εταιρείας, ο ενάγων, που ήταν το ομόρρυθμο μέλος αυτής, ορίστηκε ως ταμίας, διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής, ότι αυτός είχε δικαίωμα να διενεργεί τις αναφερόμενες, πράξεις (ήτοι έκδοση, αποδοχή και οπισθογράφηση συναλλαγματικών, αναλήψεις χρημάτων κλπ), πλην, προκειμένου για τη σύναψη δανειακών συμβάσεων της εταιρείας με Τράπεζες ή φυσικά πρόσωπα, απαιτείτο κοινή έγγραφη συμφωνία και των δύο εταίρων, οπότε και οι δύο εταίροι υπογράφουν από κοινού τα σχετικά έγγραφα των συμβάσεων, προσέτι δε κανείς από τους εταίρους δεν μπορούσε να πωλήσει το μερίδιό του σε τρίτο χωρίς τη συναίνεση του άλλου εταίρου.
Στη συνέχεια δε, η προσβαλλόμενη δέχεται ότι, η εικονική σύσταση της εταιρείας δεν αναιρείται από τους προαναφερθέντες όρους, που τέθηκαν φαινομενικά προς ασφάλεια του ετερόρρυθμου μέλους στη συστατική πράξη, με την αιτιολογία ότι "αυτοί τέθηκαν με βάση τα υπάρχοντα και κυκλοφορούντα υποδείγματα συμφωνητικών σύστασης ετερόρρυθμης εταιρείας, η δε ύπαρξή τους συνάδει σε κάθε περίπτωση με το αληθοφανές της σύστασης της ετερόρρυθμης εταιρείας που επιδίωκαν τα μέρη".
Όμως, οι παραδοχές αυτές είναι αντιφατικές, καθ' όσον δεν είναι δυνατόν οι όροι αυτοί να είναι φαινομενικοί και, συγχρόνως, να έχουν τεθεί προς ασφάλεια του ετερόρρυθμου μέλους της εταιρίας, καθώς, σε περίπτωση εικονικότητας της εταιρείας, δεν υπήρχε ανάγκη εξασφαλίσεως του ετερόρρυθμου μέλους. Εξ άλλου, η αυτή απόφαση ενώ δέχεται ότι υπέρ της δικανικής της πεποιθήσεως περί της εικονικότητας της επίδικης εταιρείας, συνηγορεί και το ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ ως συμμετοχή της στο εταιρικό κεφάλαιο, συγχρόνως, αλλά αντιφατικώς δέχεται ότι με το από …-9-2013 συμφωνητικό τροποποιήσεως, η εναγομένη απεχώρησε από την ετερόρρυθμη εταιρεία και μετεβίβασε στη μητέρα του ενάγοντος, η οποία εισήλθε στη θέση της, την εταιρική της ιδιότητα και την εταιρική της μερίδα, λαμβάνοντας από την εισερχόμενη εταίρο, σε μετρητά, το ποσό των 6.000 ευρώ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, μετά από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας (ότι επρόκειτο περί πραγματικής εταιρείας), με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι : "Υπέρ της πιο πάνω δικανικής πεποίθησης στην οποία οδηγείται το Δικαστήριο συνηγορεί και το ότι δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο στοιχείο (όπως σχετική απόδειξη ή εντολή εκταμίευσης του ποσού από τράπεζα) με βεβαιότητα ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ ως συμμετοχή της στο εταιρικό κεφάλαιο, παρά τη βεβαίωση του πατέρα της Α.
Α. και της αδελφής της Σ. Α. στις με αριθ. …/2015 και …/2015 ένορκες βεβαιώσεις τους αντίστοιχα ότι το έλαβε από τον πατέρα της και το έδωσε στον ενάγοντα. Η ενδοιαστική αυτή διατύπωση έχει την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν είναι αναμφίβολο, αλλά έχει απλώς τη μεγαλύτερη πιθανότητα ορθότητας.
Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της ερεύνης του τρίτου και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος παραβόλου.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ