502/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 502 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated502/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 502 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 502 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 502/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Διαμαντάκου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Π., 2) Ο. Δ. του Β., 3) Ο. Γ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Καψόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1355/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6129/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 9/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημήτριου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως κατά της 6129/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 6129/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 6-6-2011 έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε κατά το αρθρ.528 ΚΠολΔ την ερήμην αυτής εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1355/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 3-3-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου πραγματοποίησης της ένδικης σύμβασης πώλησης, προκύπτει ότι επί πώλησης κινητού πράγματος, το οποίο κατά το χρόνο της παράδοσής του από τον πωλητή στον αγοραστή έχει πραγματικά ελαττώματα, και στερείται των ομολογημένων ιδιοτήτων παρέχεται στον αγοραστή το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Ειδικότερα, η άσκηση του δικαιώματος μείωσης του τιμήματος, αντικείμενο και αίτημα έχει τη μείωση αυτού κατά τη διαφορά της αξίας του πράγματος με και χωρίς το ελάττωμα, οπότε η σύμβαση ανατρέπεται στο βαθμό που μειώνεται η υποχρέωση του αγοραστή ως προς το τίμημα, η άσκηση δε του δικαιώματος αυτού γίνεται είτε με δήλωση του αγοραστή, η οποία από την περιέλευσή της στον πωλητή επιφέρει τη διαμόρφωση του μειωμένου τιμήματος, είτε με σχετική αγωγή είτε κατ’ ένσταση (ΑΠ 754/2005). Για να είναι ορισμένη και επιδεκτική δικαστικής εκτίμησης η σχετική αγωγή πρέπει ο ενάγων αγοραστής να επικαλεσθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τη σύμβαση πώλησης, την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, δηλαδή τη σχετική με την ιδιοσυστασία και την κατάσταση του πράγματος ατέλεια του, η οποία ασκεί αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα του, την ευθύνη του πωλητή, ανεξαρτήτως πταίσματος αυτού για τα ελαττώματα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δηλαδή κατά το χρόνο παράδοσης του πράγματος, τη, συνεπεία του ελαττώματος, μειωμένη αξία του πράγματος και τον προσδιορισμό της. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός της μείωσης της αξίας του πράγματος από την παραπάνω αιτία υπολογίζεται με βάση την αναλογική σχέση, που υπάρχει, κατά το χρόνο μετάστασης του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής του ελαττωματικού πράγματος και αυτής χωρίς ελαττώματα (ΑΠ 796/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούν ότι δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../27-12-2006 και .../28-9-2006 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άρτεμης Χατζηγιαννάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αγόρασαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που αναφέρονται στην αγωγή, σε πολυκατοικία, η οποία είχε κατασκευαστεί από την αναιρεσείουσα με το σύστημα της αντιπαροχής, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../20-7-2005 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, αντί τιμήματος 275.000 δραχμών ο πρώτος εξ αυτών και 310.000 δραχμών οι δεύτερος και τρίτη, ότι οι αγορασθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, παρά τα συμφωνηθέντα, εμφάνισαν τις περιγραφόμενες στην αγωγή ελλείψεις, καθόσον η αναιρεσείουσα εργολάβος δεν κατασκεύασε την αριστερή εξωτερική πόρτα πλάτους 2,25 μ. που χρησιμεύει αποκλειστικά για τη διέλευση των ενoίκων της πολυκατοικίας και των οχημάτων τους, καθώς και για τη διέλευση των επισκεπτών της πολυκατοικίας, αλλά μόνο τη δεξιά εξωτερική πόρτα που χρησιμεύει για την είσοδο σε αποκλειστικής χρήσης χώρο, αλλά ούτε κατασκεύασε τον φυτεύσιμο χώρο εκατέρωθεν της ράμπας εισόδου, καθώς και το πρόσθετο τοιχείο του πίσω ακαλύπτου χώρου και ότι συνεπεία των συγκεκριμένων ελλείψεων η αγοραία αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αγόρασαν μειώθηκε κατά ποσοστό 10%. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει για την αιτία αυτή 27.500 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών και 15.500 ευρώ στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, για τη νομική της θεμελίωση στοιχεία, καθόσον στο δικόγραφο της αναφέρονται η ύπαρξη δύο έγκυρων συμβάσεων πώλησης, η έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, η ύπαρξη των ελλείψεων κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου και η συνεπεία αυτών (ελλείψεων) μειωμένη αξία των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αγόρασαν οι αναιρεσίβλητοι, καθώς και το ποσοστό της μείωσης του τιμήματος της αγοράς τους. Το Εφετείο λοιπόν, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την περί αοριστίας της αγωγής ένσταση της αναιρεσείουσας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός, κατ’ εκτίμηση, 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β’ , 346 και 453 §1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, στα οποία γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Α’ Ολομ. AΠ 23/2008). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 § 2), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α’ έως γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1310/2012, 1419/2007). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη τα υπ’ αριθμ. .../2006 και .../2006 οριστικά συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών, Αρτέμιδος Χατζηγιαννάκη, την υπ’ αριθμ. .../2006 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου, την υπ’ αριθμ. .../2005 πράξη και την από 20-7-2005 Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων της ιδίας συμβολαιογράφου, την υπ’ αριθμ. .../2005 οικοδομική άδεια και τα αντιστοίχως εγκριθέντα από την εν λόγω Υπηρεσία Σχέδια και την από 19-11-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πολ. Μηχανικού, Α. Δ., έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν νόμιμα ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η παράλειψη της μη νόμιμης επίκλησης των συγκεκριμένων εγγράφων προβλήθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αφενός μεν, με δεδομένη την προσκομιδή του εγγράφου, η προβολή της μη επίκλησης τους ήταν δυνατή, αφετέρου δε δεν επρόκειτο για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Πέραν όμως τούτου, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου και οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται (ΚΠολΔ 561 § 2), στο κείμενο αυτών γίνεται σαφής αναφορά σε καθένα από τα παραπάνω έγγραφα και στα προσδιοριστικά τους στοιχεία.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις (και κατά τις ειδικές διαδικασίες κατ’ άρθρο 591 § 1 του Κ.Πολ.Δικ.) με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή και μόνο στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 925/2011). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο προσδιόρισε χωρίς απόδειξη το ύψος της μείωσης της αξίας των πωληθέντων πραγμάτων. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων ήτοι "....της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αυτή περιέχεται στα επικαλούμενα και σε επίσημο αντίγραφο προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πιο πάνω Δικαστηρίου, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα είτε για να ληφθούν αυτοτελώς υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συσχέτιση και αλληλουχία με τις πιο πάνω καταθέσεις..." και δεν ήταν αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ