502/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated502/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 502 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 502/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "AIG ΕΛΛΑΣ ΑΕ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νομίμου αντιπροσώπου στην Ελλάδα της εταιρείας "National Union Fire Insurance Co of Pitsburgh PA", που εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-7-2010 και 3-3-2011 αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή αντίστοιχα, των από κοινού ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε κόρης τους - ήδη αναιρεσείουσας, γονέων της Α. Δ. του Ι. και Ε. Χ. του Β., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3389/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6811/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 20-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθ. 873/2014 αιτήσεως αναιρέσεως της 6811/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει, ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης έγιναν δεκτά τα εξής: "... Στις 7-12-2009 και περί ώρα 8.10' π.μ. η πρώτη εναγομένη οδηγούσε το ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον ως άνω χρόνο ως προς την ευθύνη για τις ζημιές και σωματικές βλάβες που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την λειτουργία του στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κατέβαινε με αυτό κινούμενη επί της οδού Μπίμπιζα στο Ίλιον Αττικής με ταχύτητα 30 - 35 χιλιόμετρα την ώρα με κατεύθυνση από Λεωφόρο Ιλίου προς λεωφόρο Χασιάς στην αριστερή από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της.
Στο δεξί άκρο του οδοστρώματος υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα σε συνεχή σειρά, ενώ την συγκεκριμένη χρονική στιγμή η κίνηση ήταν αυξημένη. Η οδός Μπίμπιζα στο σημείο εκείνο έχει πλάτος οδοστρώματος 7,10 μέτρα, είναι μονής κατευθύνσεως, είναι ευθεία, δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών και φωτεινοί σηματοδότες και το όριο της μέγιστης ταχύτητας, τών επ' αυτής κινουμένων οχημάτων καθορίζεται σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως λόγω κατοικημένης περιοχής, τα δε οχήματα κινούνταν σε δύο παράλληλες λωρίδες χωρίς σχετική διαγράμμιση.
Κατά την ίδια χρονική στιγμή η ηλικίας 13 ετών θυγατέρα των εναγόντων Α. Χ. κινούμενη πεζή έναντι του αριθμού 9 της ως άνω οδού, εκτός διαβάσεως πεζών και φωτεινών σηματοδοτών, όπου είχε μεταβεί με τις συμμαθήτριές της Ε. Π. και Β. Τ. για να συναντήσουν την διαμένουσα στην οικία της ως άνω διεύθυνσης συμμαθήτριά τους Ι. - Ε.
Β., προκειμένου να μεταβούν όλες μαζί στο σχολείο τους, προπορευόμενη των ανωτέρω συμμαθητριών της και με χαρακτηριστική επιπολαιότητα των οδικών κινδύνων στους οποίους υπέβαλε τόσο τον εαυτό της όσο και τους οδηγούς των οχημάτων άρχισε να διασχίζει καθέτως την οδό Μπίμπιζα με πρόθεση να διεκπεραιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμια.
Έχοντας διασχίσει καθέτως την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού, επιχείρησε αιφνιδίως να διασχίσει καθέτως και την άλλη λωρίδα κυκλοφορίας της ίδιας οδού, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου και αφού διήλθε μπροστά από το λεωφορείο, το οποίο ήταν προσωρινά ακινητοποιημένο λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης που επικρατούσε επιχείρησε να διασχίσει και την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν θα παρεμποδίσει κατ' αυτόν τον τρόπο την κυκλοφορία των επί αυτής κινούμενων οχημάτων.
Αποτέλεσμα αυτής της ανέλεγκτης κίνησης της θυγατέρας των εναγόντων ήταν να επιπέσει η ανωτέρω παθούσα στο πλάγιο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του διερχομένου αυτοκινήτου της πρώτης εναγόμενης το οποίο την στιγμή του ατυχήματος διήρχετο μπροστά της και δίπλα και παράλληλα από το σχολικό λεωφορείο, το οποίο, (αυτοκίνητο της πρώτης εναγόμενης), δεν αντελήφθη εξαιτίας του σχολικού λεωφορείου και λόγω της επαφής της με τον δεξιό καθρέφτη του αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης να χάσει την ισορροπία της και από την πτώση της στο οδόστρωμα να υποστεί επιπλεγμένο (ανοικτό) γ' βαθμού κάταγμα αριστερής κνήμης και περόνης.
Υπό τα πλήρως ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικώς υπαίτια για τον ένδικο τραυματισμό της είναι η ίδια η θυγατέρα των εναγόντων, Α. Χ., η οποία από μη ενσυνείδητη αμέλειά της και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσήκουσας, (απαιτουμένης), επιμέλειας και προσοχής την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων της και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, ως μέση συνετή και ευσυνείδητη (άρθρο 330 του ΑΚ) και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος, αν και ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει την διάβαση πεζών που υπήρχε σε απόσταση μόλις 20 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος, εντούτοις δεν συμμορφώθηκε με την υπόχρεωσή της αλλά κινούμενη ανελέγκτως, επιχείρησε αιφνιδιαστικά να διασχίσει καθέτως την οδό Μπίμπιζα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου και μάλιστα μπροστά από το ακινητοποιημένο λεωφορείο που περιόριζε την ορατότητά της, σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, (η οποία όπως αναφέρθηκε ήδη, βρισκόταν σε απόσταση 20 μέτρων), και σε σημείο που δεν ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή η παρουσία της από την πρώτη εναγόμενη που εκινείτο επί της αριστερής λωρίδος οχημάτων λόγω της υπάρξεως του ως άνω λεωφορείου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, όπως αποδείχθηκε, την κίνηση των οχημάτων που εκινούντο σε αυτήν, (αριστερή λωρίδα), και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους, εάν δηλαδή ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσει την διέλευση ακινδύνως, και, κυρίως διότι δεν ανέμενε να διέλθει πρώτα το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης προκειμένου η ίδια να διασχίσει ύστερα και την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, την πορεία του οποίου δεν αντελήφθη.
Εκ των προεκτεθεισών εσφαλμένων πράξεων και παραλείψεων της θυγατέρας των εναγόντων οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 917 ΑΚ δύνανται να καταλογιστούν σε αυτήν, που λόγω της ηλικίας της και της κτηθείσας κοινωνικής εμπειρίας από την άνευ συνοδείας ενηλίκου μετάβασή της στο σχολείο γνώριζε, όφειλε και ηδύνατο να τηρεί τους παραβιασθέντες από την ίδια βασικούς κανόνες κυκλοφορίας πεζών (ΑΠ 1446/2009 Χρ.
ΙΔ 2010, 342 και ΑΠ 1410/2006 ΝοΒ 2007, 335) και οι οποίες τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα του τραυματισμού της και συνιστούν σαφή παράβαση της διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 4 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) η θυγατέρα των εναγόντων, κατά την στοιχειοθέτηση της αμέλειάς της, δεν προείδε το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν απέτρεψε τον τραυματισμό της.
Στοιχεία τα οποία να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν εκ των οποίων, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η επέλευση του επίδικου τροχαίου δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή της. Και τούτο, διότι αυτή οδηγούσε το όχημά της κανονικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της, με ταχύτητα που δεν αποδείχθηκε μεγαλύτερη των 35 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, η οποία ήταν κατώτερη του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου των 50 χιλιομέτρων ωριαίως, λόγω του ότι η κίνηση των οχημάτων ήταν αυξημένη, όταν, αιφνιδίως και απρόοπτα εμφανίστηκε η θυγατέρα των εναγόντων μπροστά από σταματημένο λεωφορείο και έπεσε πάνω στο πλάγιο εμπρόσθιο δεξιό του αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη.
Η τελευταία δεν μπορούσε να αντιληφθεί από μεγαλύτερη απόσταση την παθούσα διότι την χρονική στιγμή του ατυχήματος διήρχετο δίπλα και παράλληλα από το λεωφορείο. Η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν σε καμία περίπτωση, εντός των ορίων της επιμέλειας μέσου συνετού οδηγού, σε θέση να προβεί σε κάποια αποτρεπτική του ατυχήματος ενέργεια, εφόσον η πεζή εισήλθε αιφνιδίως στο ρεύμα πορείας της και μάλιστα από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, χωρίς να ελέγξει καθόλου αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο από αριστερά της και να επιπέσει στο πλάγιο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της πρώτης εναγόμενης.
Σημειωτέον, ότι στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος καταγράφεται ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη έφερε υλικές ζημιές στο εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό του μέρος ήτοι δεξιός καθρέπτης (αποκόλληση) καπώ (πάνω δεξί μέρος αυτού). Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα η παθούσα και οι συμμαθήτριές της Ε.
Π. και Β. Τ. κατέθεσαν, κατά την προανακριτική τους κατάθεση, την 13, 18 και 13/2/2010 αντίστοιχα, η μεν πρώτη εξ αυτών, ότι η μεν πρώτη εναγόμενη "κράταγε με το ένα της χέρι το "hands free" και με το άλλο το κινητό της μαζί με το τιμόνι" η δεύτερη και τρίτη εξ αυτών ότι η πρώτη εναγόμενη την στιγμή του ατυχήματος "μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο ενώ έτρεχε και πάρα πολύ".
Οι καταθέσεις αυτές δεν κρίνονται αξιόπιστες διότι τόσον η παθούσα όσο και οι συμμαθήτριές της οι οποίες την στιγμή του ατυχήματος ευρίσκοντο πιο πίσω από την προηγηθείσα παθούσα όπως προαναφέρθηκε δεν είχαν αντιληφθεί το διερχόμενο αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να δεχτεί ότι τόσον η ανήλικη όσο και η πρώτη εναγόμενη είναι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα έσφαλε και κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η αντέφεση των εναγομένων να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί η έφεση των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας απορριπτέα την αγωγή, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330, 914 ίδιου Κώδικα που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων, αφενός μεν, διότι δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση από την παραδοχή ότι στην οδό Μπίμπιζα στο σημείο εκείνο δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών με εκείνη ότι η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει την διάβαση που υπήρχε σε απόσταση 20 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος, αφού, προφανώς η έλλειψη διάβασης πεζών αναφέρεται στο σημείο που έγινε το ατύχημα, ενώ, στο δεύτερο ότι η διάβαση πεζών από την οποία έπρεπε να διέλθει ήταν σε απόσταση μόλις 20 μέτρων από αυτό, ενώ, προσδιορίζεται επαρκώς η ταχύτητα με την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη κινείτο πριν το ατύχημα καθώς και το σημείο επαφής της αναιρεσείουσας με το αυτοκίνητο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ο άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.
πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά, το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι, το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται:
α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, με επίκληση, και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Από την βεβαίωση, όμως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε, πλην άλλων, και σε όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη παράλληλα προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα εν λόγω έγγραφα, καταλήγοντας, μετά από ορθή ανάγνωσή τους, σε συναγωγή διαφορετικού πορίσματος από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, αναφορικά με το επίμαχο θέμα της υπαιτιότητάς της μετά από αξιολόγηση μάλιστα και του λοιπού υπάρχοντος στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτικού υλικού, με άμεση δικονομική συνέπεια ο προβαλλόμενος εκ του αριθμού 559 αριθ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να ελέγχεται κατά τούτο ως αβάσιμος.
Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 873/2014 αίτηση αναίρεσης της 6811/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα).
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ