Legislator Case Law & Legislation
502/2011 AI generated

502/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 502/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 502 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 502/2011

Legislator headnote

AI generated

502/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 502 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 502/2011

Keywords

AI generated
lack of signature right of deposit time of filing bill payable after sight consignment of debt fixed-date transaction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 502 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 502/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. Σ. του Ι. και 2 Ι. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανδρουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Στην παραπάνω δήλωση αναφέρεται ότι η κόρη του 1ου και 2ου αναιρεσειόντων Ιωάννη και Ναυσικάς Σταυροπούλου ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της Μαρίας Σταυροπούλου, ενηλικιώθηκε, και συνεχίζει ατομικώς την δίκη.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Πολυγύρου, νομίμως εκπροσωπουμένου από το Δήμαρχο αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του Προσθέτως Παρεμβαίνοντος: Γ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1998 αγωγή των Μ. Σ., Ι. Σ. και Γ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2436/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-11-2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 25-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου τρίτου και τετάρτου λόγου της αίτησης και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 81 § 1 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 § 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 1/1996, 1/1998, 8/1998). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδαφ. α' και 215 § 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 § 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Γ. Τ. του Β., ομόδικος των αναιρεσειόντων στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 21-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων και κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου Πολυγύρου, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο απευθύνεται, ορίστηκε δε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης από την Πρόεδρο του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 15-12-2010 και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 10 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών. Όμως η πρόσθετη παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε σε κανένα από τους κυρίως διαδίκους, αφού δεν προσκομίζεται από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα καμία έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης, ούτε οι παριστάμενοι κυρίως διάδικοι προσκομίζουν το τυχόν επιδοθέν σ' αυτούς αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.

Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης σ' όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, ως απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 1747 ΑΚ, μυστική διαθήκη άκυρη, ισχύει ως ιδιόγραφη, αν είναι έγκυρη ως ιδιόγραφη. Για να είναι έγκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη απαιτείται κατά το άρθρο 1721 ΑΚ να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και να υπογράφεται από αυτόν. Περαιτέρω από το άρθρο 1764 ΑΚ προκύπτει ότι η μεταγενέστερη διαθήκη του διαθέτη καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ' αυτήν. Αν η μεταγενέστερη διαθήκη ανακληθεί η προηγούμενη ενεργεί σαν να μην είχε καταργηθεί.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Με τα 144/1997 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την 188/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της Σ. Γ. του Β., κατοίκου, όσο ζούσε, Ν. Μουδανιών Χαλκιδικής, η οποία απεβίωσε στις 4-6-1997 άγαμη και χωρίς να αφήσει κληρονόμους. Με τη διαθήκη αυτή, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, η πιο πάνω Σ. Γ. εγκατέστησε αποκλειστικό κληρονόμο επί της περιουσίας της τον εναγόμενο Δήμο, για ευγενή σκοπό και συγκεκριμένα για την κατασκευή γηροκομείου και ορφανοτροφείου που θα έφεραν το όνομά της. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 9-2-1997, συνέταξε νέα ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 164/1997 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την 164/1997 απόφαση του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής). Με τη διαθήκη αυτή, εγκατέστησε αποκλειστικούς κληρονόμους τους ενάγοντες-εκκαλούντες, από τους οποίους οι δύο πρώτες ενάγουσες ήταν κόρες του ανεψιού της Ι. Σ. και ο τρίτος (ενάγων) Γ. Τ. - με τη σύζυγό του - της προσέφερε διάφορες υπηρεσίες στην οικία της, στο χωριό .... Με την μεταγενέστερη πιο πάνω, από 9-2-1997, ιδιόγραφη διαθήκη, της οποίας το περιεχόμενο εναντιώνεται στην προαναφερθείσα από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη, ανακάλεσε σιωπηρά την τελευταία. Αργότερα, όμως, και συγκεκριμένα στις 12-2-1997, η Σ. Γ. κατέθεσε στο συμβολαιογράφο Ν. Μουδανιών Ιωάννη Τσάνη, μέσα σε κλειστό φάκελο, την από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της και του δήλωσε ενώπιον τριών μαρτύρων ότι αυτή αποτελεί τη διαθήκη που η ίδια συνέταξε και υπέγραψε. Για τη δήλωση αυτή συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 37528/12-2-1997 πράξη του ως άνω συμβολαιογράφου, που μνημονεύει ρητά τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά. Ότι δηλαδή, αποκλειστικό κληρονόμο της εγκαθιστά τον εναγόμενο Δήμο. Ο εν λόγω συμβολαιογράφος, ωστόσο, παρέλειψε να σημειώσει πάνω στον προσκομιζόμενο από τη διαθέτιδα φάκελο τη χρονολογία εγχείρησής του και να καλέσει αυτή και τους μάρτυρες να υπογράψουν τη σχετική σημείωση. Ειδικότερα, κατά την κατάρτιση της ως άνω διαθήκης δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1738 και 1742 Α.Κ., με συνέπεια η κατατεθείσα διαθήκη να είναι άκυρη ως μυστική (αρθρ. 1718 και 1742 Α.Κ.). Στο σημείο αυτό, κρίσιμο είναι το ζήτημα αν η άκυρη αυτή διαθήκη μπορεί να ισχύει ως ιδιόγραφη. Από την εν λόγω διαθήκη, για να ισχύσει ως ιδιόγραφη, λείπει πράγματι η ημεροχρονολογία σύνταξής της. Η έλλειψη, όμως, αυτή, συγχωρείται να αναπληρωθεί και αποσαφηνιστεί από στοιχεία έξω από το κείμενό της. Στην προκειμένη περίπτωση, η έλλειψη αυτή αναπληρώνεται από την πράξη καταθέσεως της διαθήκης στον ως άνω συμβολαιογράφο, η οποία φέρει ημεροχρονολογία την 12-2-1997. Δηλαδή, η χρονολογία που φέρει η διαθήκη δεν είναι άλλη από εκείνη της πράξεως καταθέσεως στον συμβολαιογράφο (12-2-1997), η οποία (πράξη κατάθεσης) αποτελεί πλήρη απόδειξη ως δημόσιο έγγραφο (άρθρ. 438 Κ.Πολ.Δ.) και τη μόνη βεβαία χρονολογία που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Συνεπώς, ως χρονολογία της διαθήκης της διαθέτιδος Σ.ς Γ., πρέπει να θεωρηθεί η πιο πάνω 12-2-1997, όταν κατατέθηκε η ιδιόγραφη διαθήκη της στον Συμβολαιογράφο Ν. Μουδανιών Ι. Τσάνη. Από τα πιο πάνω προκύπτει και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η αληθινή βούληση της διαθέτιδος ήταν να ισχύσει τελικά αυτή η διαθήκη και μόνο, δηλαδή η διαθήκη που συνέταξε στις 25-9-1990 και κατέθεσε στον συμβολαιογράφο στις 12-2-1997, χωρίς να επέμβει καθόλου στο κείμενο της και το αλλοιώσει, ώστε με τον τρόπο αυτό να γίνει σαφής η βούλησή της για τη διάθεση της περιουσίας της μετά το θάνατό της. Δεδομένου δε, ότι η μεταγενέστερη αυτή ιδιόγραφη διαθήκη, με ημεροχρονολογία πλέον την 12-2-1997, εναντιώνεται με το περιεχόμενό της στην από 9-2-1997 προηγούμενη ήδη, ιδιόγραφη διαθήκη, γίνεται σαφές ότι η αληθινή βούληση της διαθέτιδος Σ. Γ. ήταν να επανισχύσει, σαν να μην είχε καταργηθεί, η από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία εγκαθιστούσε αποκλειστικό κληρονόμο της τον εναγόμενο Δήμο.

Συνεπώς, μόνη ισχυρή διαθήκη παραμένει η από 25-9-1990, με ημεροχρονολογία 12-2-1997, ιδιόγραφη διαθήκη της ως άνω διαθέτιδος και όχι η από 9-2-1997 προηγούμενη ιδιόγραφη, με την οποία οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν ως αποκλειστικοί κληρονόμοι στην περιουσία της, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με την αγωγή τους. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των εναγόντων ως αβάσιμες κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε απορρίψει την αγωγή με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί: 1)η ακυρότητα της από 12-2-1997 μυστικής διαθήκης της διαθέτιδας Σ.ς Γ. και 2) η εγκυρότητα και η ισχύς της από 9-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης της ίδιας διαθέτιδας. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε, ότι η άκυρη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1728 και 1742 ΑΚ, από 25-9-1990 μυστική διαθήκη της θανούσας, είναι έγκυρη ως ιδιόγραφη, μολονότι στερείται της "ημεροχρονολογίας σύνταξής της", έλλειψη αναπληρούμενης από την πράξη κατάθεσης της εν λόγω διαθήκης στο συμβολαιογράφο, η οποία φέρει "ημεροχρονολογία της 12-2-1997" και, επομένως, είναι μεταγενέστερη της ένδικης από 9-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης της ίδιας θανούσας, ενώ, περαιτέρω, δέχθηκε ότι η πρώτη από τις προαναφερόμενες ιδιόγραφες διαθήκες φέρει στο κείμενό της πλήρη και υπαρκτή χρονολογία, δηλαδή βέβαιη χρονολογία (25-9-1990), -που τέθηκε από τη διαθέτιδα και δεν αμφισβητήθηκε ποτέ- και, επομένως, εσφαλμένα, προσέφυγε σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης της τελευταίας και, ειδικότερα, σε στοιχεία εκτός του κειμένου της διαθήκης προς το σκοπό αποσαφήνισης και αναπλήρωσης της δήθεν ελλείπουσας χρονολογίας της. Επομένως οι πρώτος και τέταρτος σχετικοί λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση του Γ. Τ. του Β. που ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υπέρ των αναιρεσειόντων και κατά του αναιρεσιβλήτου.

Αναιρεί την 2436/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ