Greece Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds under Civil Procedure Code Article 561.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims establishing the causal link between the defendant's behavior and the plaintiff's damages. The court ruled that these claims were already examined and rejected by the lower court, meaning they had been taken into account. Consequently, the appeal was dismissed because the arguments concerned the evaluation of evidence, which is not subject to appellate review under Article 561 of the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Appeals are inadmissible when they challenge the trial court's evaluation of evidence or the rejection of claims already considered by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 502 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 502/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τάντση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε" και τον διακρικτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Απριλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 844/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 963/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 30-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι .
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005) .Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) Ολ.
ΑΠ 1/1999. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 K.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος το άρθρο 197 ΑΚ ορίζει ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ κατά την ΑΚ 198 εδ. α' όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση, δεν καταρτίσθηκε.
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσέφερε τις υπηρεσίες του ως τραπεζικός υπάλληλος, στην Ιονική Τράπεζα, στην περιφέρεια Κρήτης, από του έτους 1964. Τον Μάιο 1999 και ενώ ακόμη εργαζόταν στην πιο πάνω Τράπεζα, άρχισε να συζητά με στελέχη της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα με τον δεύτερο εναγόμενο...
και μη διάδικο στη παρούσα δίκη , για πρόσληψή του στην πρώτη εναγομένη, ως Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας, με έδρα το .... Η πρώτη επικοινωνία ήταν τηλεφωνική κατά τον πιο πάνω μήνα και στη συνέχεια, τον Ιούνιο συναντήθηκαν στην Κρήτη όπου και συζήτησαν για την επικείμενη πρόσληψη και τον Ιούλιο, ο ενάγων μετέβη στην ..., στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, όπου και συναντήθηκε με τον τρίτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ..., Γενικό Διευθυντή της, προκειμένου να συζητήσουν για το ίδιο ζήτημα.
Μετά τις εν λόγω συναντήσεις, ο ενάγων ανέμενε την πρόσληψή του, πλην όμως αυτό δεν γινόταν. 'Ετσι απέστειλε προς τον δεύτερο εναγόμενο την από 6-3-2000 επιστολή του, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες εναγόμενοι και με την οποία ζητούσε εξηγήσεις για τη μη πρόσληψή του και στη συνέχεια, κοινοποίησε στους τελευταίους την από 28-5-2000 εξώδικη δήλωση, με την οποία τους καλούσε να του γνωστοποιήσουν τις προθέσεις τους σχετικά με το ζήτημα.
Στην πρόσκληση αυτή, απάντησε με την από 7-6-2000 "Εξώδικη απάντηση", η πρώτη εναγομένη, με την οποία του γνωστοποιούσε ότι οι σχετικές συζητήσεις έλαβαν χώρα για να διερευνηθούν αποκλειστικά και μόνο οι πιθανότητες συνεργασίας και έκτοτε, σταμάτησε κάθε συζήτηση μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, υπέβαλε την 19-8-1999 αίτηση προς την Ιονική Τράπεζα, με την οποία της γνώριζε ότι από 30-9-1999 παραιτείται οικειοθελώς από την υπηρεσία του για να συνταξιοδοτηθεί (όπως αναφέρεται στην αίτηση).
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η ενέργειά του αυτή, η αποχώρησή του δηλαδή από την εν λόγω Τράπεζα, ήταν, αποκλειστικά, συνέπεια της συμπεριφοράς των εναγομένων και δη των διαβεβαιώσεων αυτών ότι θα προσληφθεί από την πρώτη τούτων και της αντίστοιχης πεποίθησης αυτού, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, και όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, την απόφαση για αποχώρησή του από την Ιονική, την είχε λάβει ήδη ο ενάγων και γι' αυτό προφανώς άρχισε να συζητά για πρόσληψή του είτε από την πρώτη εναγομένη είτε από την Τράπεζα Πειραιώς.
Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν σαφώς από την από 6-3-2000 προαναφερόμενη επιστολή του, στην οποία μεταξύ άλλων επί λέξει αναφέρει "Εξηγώντας σας ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο σκεφτόμουν την αποχώρησή μου από την ΙΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, επειδή συζητούσα μια πάρα πολύ σοβαρή πρόταση άλλου Τραπεζικού Ομίλου...
σας τόνισα ότι μπορούμε να συζητήσουμε μόνο εάν αυτή τη φορά η συνεργασία μας προχωρήσει άμεσα... Τότε εσείς μου ζητήσατε επίμονα να σταματήσω κάθε άλλη συζήτηση και να απορρίψω οποιαδήποτε άλλη πρόταση". Σε άλλο επίσης σημείο (προς το τέλος) της επιστολής αυτής αναφέρει "Σας δηλώνω επίσης ότι πέραν από το αεροπορικό εισιτήριο, του οποίου το αντίτιμο παρακαλώ να μου εμβάσετε, επιφυλάσσομαι για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου που έχει σχέση με διαφυγόντα κέρδη (εξαιτίας σας δεν αποδέχτηκα σοβαρή πρόταση άλλης τράπεζας)... ".
Είναι φανερό από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής ότι ο ενάγων δίδει περισσότερη έμφαση στη διακοπή των φερομένων διαπραγματεύσεών του με την Τράπεζα Πειραιώς, συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων, ενώ, όσον αφορά την Ιονική Τράπεζα, αναφέρει ότι του ζήτησε ο δεύτερος εναγόμενος να προχωρήσει στη διαπραγμάτευση σχετικά με την αποχώρησή του από αυτή, καθώς και ότι υπό την πίεση των εναγομένων, διαπραγματεύτηκε (για την αποχώρησή του) από θέση αδυναμίας και όχι από θέση ισχύος.
Το ότι την εποχή εκείνη ο ενάγων διαπραγματευόταν και με την Τράπεζα Πειραιώς για πρόσληψή του από αυτή, το αναφέρει ο ίδιος και στην ένδικη αγωγή, όπου, επίσης επιρρίπτει ευθύνες στους εναγόμενους για την διακοπή των συζητήσεων με την εν λόγω Τράπεζα, καθώς επίσης το καταθέτει και ο μάρτυράς του ... (βλ.
πρακτ. συνεδριάσεως), στις ενέργειες δε αυτές δεν θα προέβαινε ο ενάγων, εάν δεν είχε αποφασίσει την αποχώρησή του από την Ιονική Τράπεζα, στην οποία είχε συμπληρώσει 35ετή υπηρεσία. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο ενάγων δεν αποχώρησε από την Ιονική Τράπεζα συνεπεία των φερόμενων διαβεβαιώσεων των εναγομένων, περί της πρόσληψής του από την πρώτη τούτων και της εντεύθεν πεποίθησής του ότι θα προσληφθεί, αλλά αυτό το είχε ήδη αποφασίσει προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί και συνεπώς, η ένδικη ζημία του ενάγοντος, συνεπεία της αποχώρησής του από την πιο πάνω Τράπεζα, δεν συναρτάται προς τη συμπεριφορά αυτή των εναγομένων.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγομένων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει διαφορετικά και δεχόμενη την αγωγή είχε επιδικάσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 285.606 ευρώ ως αποζημίωσή του από τις διαπραγματεύσεις για τη ζημία που αυτός υπέστη από την απώλεια των αποδοχών του από την Ιονική Τράπεζα κατά το από 30-9-1999 έως 31-12-2006 χρονικό διάστημα ,λόγω εσπευσμένης αποχώρησής του από αυτή(Τράπεζα) ,και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ. καθόσον με βάση τις ανωτέρω παραδοχές δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, ενώ παράλληλα δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε, αφού στήριξε το απορριπτικό πόρισμα στην έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλουμένης ζημίας και της συμπεριφοράς των εναγομένων, δεχόμενο, ειδικότερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο ενάγων αποχώρησε από την Ιονική Τράπεζα, όπου εργαζόταν, διότι αυτό το είχε ήδη αποφασίσει, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, και όχι συνεπεία των φερομένων διαβεβαιώσεων των εναγομένων περί προσλήψεώς του από την πρώτη τούτων και της εντεύθεν πεποιθήσεώς του ότι θα προσληφθεί από αυτή.
Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και τρίτος κατά το μέρος τους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό μέρος τους με αιτιάσεις κατά των περί την εκτίμηση των αποδείξεων αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο της ουσίας η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά(άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π.1308/2007,194/2005).
Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ` αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Στη προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε μαζί με όλα τ' άλλα αποδεικτικά στοιχεία(μάρτυρες και έγγραφα) και την ως άνω από 6-3-2000 επιστολή του ενάγοντος προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την οποία παρατίθενται στην απόφαση και ορισμένες περικοπές κατά λέξη και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του στην εν λόγω επιστολή.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του πρώτου σκέλους από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι προεχόντως για το λόγο τούτο. Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και διότι σε σχέση μεν με τις κατά λέξη παρατιθέμενες περικοπές δεν υπάρχει σφάλμα περί την ανάγνωση αλλά και περαιτέρω, λαμβανόμενες υπόψη οι περικοπές αυτές και σε συνδυασμό με τις φερόμενες ότι παραλείφθηκαν ν' αναγνωσθούν, δεν προσδίδουν στο έγγραφο αυτό (επιστολή) περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει τούτο.
Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά( άρθρο 561 παρ.1Κ.Πολ.Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ'ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη οι στο λόγο αυτό αναφερόμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί που οριοθετούσαν τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας του ενάγοντος από την υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος .
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος καθόσον οι δι'αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1. Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθ. 963/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ