Legislator Case Law & Legislation
502/2007 AI generated

502/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 502/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

502/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν όχι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά διατάξεις δικονομική δικαίου, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται μόνο με τους ειδικούς λόγους που για συγκεκριμένες περιπτώσεις προβλέπονται για παραβιάσεις διατάξεων δικονομικού δικαίου στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 502 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 502/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Δήμου Βριλησσίων Αττικής, που εδρεύει στα Βριλήσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούνα.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: ....(αναφέρονται 4 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Καρακατσάνη και 5) Ιερού Ναού ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-1995 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και με την από 25-1-1999 πρόσθετη παρέμβαση του 5ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12384/1995 μη οριστική, 5660/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8468/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-6-2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 301/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 7-2-2007 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Στέφανος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 14-12-2005 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 8468/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσιάν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασής του.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης, θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου και συνεπώς να αναφέρεται και η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη νόμου που παραβιάσθηκε, αφού διαφορετικά δεν εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γεγονός που σημαίνει ότι αν, παρά την μη εξειδίκευση αυτή, θεωρούνταν ορισμένος ο σχετικός λόγος, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης, αλλά και η διατύπωση αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της βασικής δικονομικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ) της διάθεσης.

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν όχι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά διατάξεις δικονομική δικαίου, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται μόνο με τους ειδικούς λόγους που για συγκεκριμένες περιπτώσεις προβλέπονται για παραβιάσεις διατάξεων δικονομικού δικαίου στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε την μερική ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να παρατίθενται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι εφαρμοστέες, κατ' αυτόν, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες αναφέρει στο αναιρετήριο.

Περαιτέρω, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, είναι οι δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, χωρίς στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σε σχέση με την εφαρμογή ή μη εφαρμογή των οποίων αποδίδονται σφάλματα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου.

Τέλος, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, είναι οι δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 334, 393, 106, 107, 341, 359, 360 και 270 του ΚΠολΔ.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης και συνεπώς ιδρύεται και όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης, αφού και τότε δεν μπορεί να ελεγχθεί εάν κατ΄ ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου κατέληξε στο διατακτικό της απόφασής του το δικαστήριο.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και ενέργεια του δεδικασμένου από αυτήν.

Εάν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, δε δημιουργείται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενδέχεται δε, όπως προαναφέρθηκε, να υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. Τέτοια αντίφαση, ωστόσο δεν υπάρχει, όταν στην περιγραφή του υλικού αντικειμένου της δίκης, όπως είναι το επίδικο ακίνητο, σε περίπτωση διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αυτού αγωγής, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο σκεπτικό και στο διατακτικό είτε της ίδιας της απόφασης του Εφετείου είτε της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία αυτή επικύρωσε, η διαφορά όμως αυτή, συνιστάμενη είτε στην λεπτομερέστερη περιγραφή είτε στο σκεπτικό είτε σο διατακτικό ή στη διευκρίνιση, είτε στο ένα είτε στο άλλο, κατά τρόπο πιο ακριβή, ορισμένων στοιχείων προς περιγραφή του, δε δημιουργεί αμφιβολία για το ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο, που αποτέλεσε το αντικείμενο της αγωγής και ως προς το οποίο αυτή έγινε δεκτή.

Η κατά τον τρόπο αυτό διαφοροποίηση της περιγραφής του ακινήτου σε σχέση με την περιγραφή αυτού που γίνεται με την αγωγή, η οποία δεν δημιουργεί αμφιβολία ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, αλλ' ούτε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν επιδίκασε κάτι που δε ζητήθηκε, ούτε επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ούτε άφησε αίτηση αδίκαστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5660/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αρνητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει διαφοροποίηση στην περιγραφή του επίδικου ακινήτου έναντι εκείνης που υπάρχει στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης και της αγωγής. Ωστόσο, η διαφοροποίηση αυτή, συνιστάμενη σε λεπτομερέστερο καθορισμών των συνόρων του ακινήτου δεν γεννά την παραμικρή αμφιβολία ότι τόσο το περιγραφόμενο στην αγωγή, όσο και το περιγραφόμενο στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώθηκε ακίνητο, ταυτίζεται απολύτως με το ακίνητο που περιγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 8 (περ. α΄) του ΚΠολΔ, αφού η ενυπάρχουσα διαφοροποίηση δεν είναι τέτοια που να καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της εφαρμογής των σχετικών με την απόκτηση κυριότητας στο ακίνητο διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ούτε συνιστά την πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, την οποία, όπως εκτιμάται, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων, αλλ΄ ούτε και υπό την εκτίμηση ότι πράγματι ο αναιρεσείων προσάπτει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ενέχει κάποια από τις εμπίπτουσες στη διάταξη αυτή πλημμέλειες.

Ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αντίφαση ανάμεσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και το διατακτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που επικυρώθηκε με αυτήν, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ.

Τέλος, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος, καθώς και ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την αποδεικτική βαρύτητα των επί μέρους αποδεικτικών μέσων.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δε γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 (περ. γ΄) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για το σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε εν μέρει βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αβάσιμη την ένσταση απόκτησης δικής του κυριότητας από αυτόν στο επίδικο ακίνητο, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που αυτός είχε επικαλεστεί και προσκομίσει :

α) την 4214/3-5-1984 απόφαση της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, β) το από 4-6-1988 πρωτόκολλο διοικητικής εγκατάστασης της ίδιας Νομαρχίας, γ) το υπ' αριθμ. 1/1990 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της ίδιας Νομαρχίας, δ) την 561/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου και ε) την 1789/ 1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα αυτά.

Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου, στον κανόνα της, κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, ελεύθερης εκτίμησης, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 387 του ΚΠολΔ, και η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο. Επομένως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, αποδίδει, όπως εκτιμάται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση της από 20-7-1998 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της.....

που είχε διορισθεί ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να εξάρει ιδιαιτέρως αυτήν έδωσε "μείζονα αποδεικτική δύναμη" σε αυτήν έναντι των άλλων εγγράφων, ως "αποδεικτική δύναμη" εξυπονοώντας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου, την αποδεικτική βαρύτητα που έδωσε σε αυτή το Εφετείο.- Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 περ.

β΄ του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, απαιτείται να εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ακυρότητα, η έκπτωση από συγκεκριμένο δικαίωμα και το απαράδεκτο, και να αναφέρεται ότι σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το απαράδεκτο, ούτε αναφέρεται σε αυτό ότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει σχετικό ισχυρισμό για απαράδεκτο στο δικαστήριο της ουσίας.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 περ.

β΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 εδ. 4, 566 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της προηγούμενης δίκης, τα ζητήματα που κρίθηκαν με αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των σχετικών με το δεδικασμένο διατάξεων των άρθρων 321 επ.

του ΚΠολΔ. Έτσι σε περίπτωση που με την πρώτη απόφαση απορρίφθηκε αγωγή ως νομικά αβάσιμη, θα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ποία ήταν η ιστορική και νομική αιτία της αγωγής, το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτήν και το αντικείμενό της και ποία περιστατικά στα οποία θεμελιωνόταν η αγωγή έκρινε το δικαστήριο ότι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου, ώστε να την απορρίψει ως νομικά αβάσιμη.

Επίσης πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ποία ήταν η ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής, το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή και το αντικείμενό της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν ορθώς ή εσφαλμένως το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση, ως προς το νομικά αβάσιμο της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 2316/1995 προηγούμενη απόφασή του, με την οποία είχε απορριφθεί τελεσιδίκως, ως νομικά αβάσιμη, προηγούμενη αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων κατ΄ αυτού, η οποία είχε αντικείμενο την κυριότητα αυτών στο ίδιο ακίνητο, για το οποίο ζητήθηκε η προστασία της κυριότητάς τους με τη νέα αγωγή για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Ωστόσο, στο αναιρετήριο, εκτός από την ταυτότητα του αξιούμενου δικαιώματος και του υλικού αντικειμένου και στις δύο αγωγές, δεν εκτίθεται ποία ήταν η ιστορική και νομική αιτία της πρώτης αγωγής, ποία τα περιστατικά της ιστορικής της βάσης έκρινε το δικαστήριο ότι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις συγκεκριμένων διατάξεων νόμου, ώστε να την απορρίψει ως νομικά αβάσιμη και ποία είναι η ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής, ώστε να κριθεί εάν αυτές ταυτίζονται με τις αντίστοιχες της πρώτης αγωγής και να μπορεί έτσι να κριθεί εάν ορθώς ή εσφαλμένως δέχτηκε το Εφετείο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την πρώτη απόφασή του, σχετικά με τη νέα αγωγή.

Επομένως, λόγω της αοριστίας του, είναι απορριπτέος, κατά το μέρος αυτό, ως απαράδεκτος, ο λόγος αυτός (έκτος) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2004 αίτηση του Δήμου Βριλησσίων Αττικής για αναίρεση της 8468/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, την καταβλητέα από κοινού στους τέσσερις πρώτους από τους αναιρεσιβλήτους και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, την καταβλητέα στο πέμπτο αναιρεσίβλητο.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ