Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for lack of substantive grounds regarding will invalidity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a will invalidity dispute. The appellants argued the lower court's reasoning was contradictory and insufficient, but the court found these claims inadmissible as they pertained to the court's unfettered assessment of facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeals based on alleged contradictions or insufficiency in reasoning when such arguments target the trial court's discretionary evaluation of factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 501 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. Π. (H. K. P.), χήρας Δ. Π., το γένος Μ. (B.), κατοίκου ..., 2) Σ. Ζ. (S. Z.) του Δ., το γένος Π., κατοίκου ..., 3) Κ. Σ. Π. (K. S. P.) του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πασχάλη Λαμπρόπουλο, που ανακάλεσε την από 13-3-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Δ., χήρας Κ. Δ., το γένος Ι. και Π. Θ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Ιατρόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3398/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1882/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη από 14.09.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1882/11.04.2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 17.11.2020 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 3398/21.10.2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 16.09.2019 αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ενάγοντες (Χ. Κ. Π. (H. K. P.), χήρας Δ. Π., το γένος Μ. (B.), Σ. Ζ. (S. Z.) του Δ., το γένος Π., Κ. Σ. Π. (K. S. P.) του Δ.) ήγειραν κατά της εναγόμενης την από 16.09.2019 αγωγή τους, την οποία απηύθηναν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζήτησαν (κυρίως) την αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης. Η άνω αγωγή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3398/21.10.2020 οριστική απόφασή του με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλαν με την απευθυνθείσα στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και στραφείσα κατά των εφεσίβλητων - εναγόμενων από 17.11.2020 έφεσή τους οι εκκαλούντες - ενάγοντες, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της άνω οριστικής αποφάσεως. Η άνω έφεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1882/11.4.2022 τελεσίδικη απόφασή του με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες - εκκαλούντες - ενάγοντες άσκησαν την απευθυνθείσα στο Δικαστήριο τούτο και στραφείσα κατά των αναιρεσίβλητων - εφεσίβλητων - εναγόμενων από 14.09.2022 αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν την αναίρεση της άνω τελεσίδικης αποφάσεως για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού προέβη στις ακόλουθες, κατά λέξη, παραδοχές: "Στις ..., απεβίωσε στην Αθήνα η Α. - Χ. Π., ... ετών, άγαμη και άτεκνη, κάτοικος ... Πλησιέστερος συγγενής της ήταν ο Δ. Π., αδερφός της, κάτοικος ... , ο οποίος απεβίωσε μετά από ... περίπου, στις ..., στην πόλη ..., δίχως να καταλείπει διαθήκη.
Πλησιέστεροι δε συγγενείς αυτού και συνάμα εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι οι ενάγοντες, και ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα είναι η σύζυγός του (σε β' γάμο) και οι άλλοι δύο ενάγοντες είναι τα τέκνα του (από τον α' γάμο) (βλ. το με αριθμό ... κοινό - ενιαίο κληρονομητήριο, νόμιμα μεταφρασμένο, σε συνδυασμό και με την περίληψη ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, νόμιμα μεταφρασμένη).
Η προαναφερόμενη αποβιώσασα (Α. - Χ. Π.) όταν πέθανε κατέλειπε την από 17.5.2010 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, με το με αριθμό ... πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε νόμιμα στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών (στον τόμο ... και με Α.Α. ...) (βλ.
το με αρ. πρωτ. 37040/19.7.2019 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών /Τμήμα Διαθηκών). Με την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη η αποβιώσασα εγκατέστησε ως κληρονόμο της, την εναγομένη, με την οποία συνδεόταν με στενή φιλία και συγκεκριμένα κατέλειπε σε αυτήν κατά πλήρη κυριότητα: α) ένα (1) διαμέρισμα ισόγειου ορόφου, επιφάνειας 110 περίπου, β) ένα (1) διαμέρισμα του β' πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 120 τ.μ. , γ) δύο αποθήκες και το δικαίωμα του υψούν, όλα κείμενα επί τριώροφης οικοδομής, κτισμένης σε οικόπεδο στη θέση "..." στην Αθήνα επί της οδού ..., τα οποία αποτελούν τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου.
Οι παραπάνω ιδιοκτησίες, οι οποίες είναι αυτοτελείς και οριζόντιες ιδιοκτησίες, αποτελούσαν το σύνολο της περιουσίας της αποβιώσασας κατά το χρόνο θανάτου της, είχαν περιέλθει δε σε αυτήν από κληρονομιά του πατρός της, Σ. Π., ενώ ο αδερφός της, Δ. Π., ήταν κύριος του 1/3 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, ομοίως από κληρονομιά του πατρός τους.
Η εναγομένη αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά με τη με αριθμό ....2016 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. - Λ. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένης και καταχωρημένης στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου των βιβλίων του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου. Την διαθήκη αυτή και την επακόλουθη πράξη κληρονομιάς προσβάλλουν ως αντίθετη στα χρηστά ήθη οι ενάγοντες έχοντες έννομο συμφέρον προς τούτο ως κληρονόμοι του αδερφού της αποβιώσασας, ο οποίος θα καλούνταν στην κληρονομιά της αδερφής του (εάν δεν υπήρχε διαθήκη) ως ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της.
Όσον αφορά δε τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αποβιώσασα καταγόταν από εύπορη οικογένεια, ήταν απόφοιτη της Νομικής και της Σχολής Ξεναγών, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στο Παρίσι και πολύγλωσση (μιλούσε 4 γλώσσες), εργαζόταν δε επί σειρά ετών ως ξεναγός με πολύ καλές αποδοχές ενώ ως άγαμη ελάμβανε επί μακρόν και τη σύνταξη του πατέρα της, που ήταν υποστράτηγος εν αποστρατεία.
Επρόκειτο για δραστήρια και κοινωνική γυναίκα, η οποία διαχειριζόταν τις υποθέσεις της καθώς και τις υποθέσεις του αδερφού της στην Ελλάδα, ζήτημα για το οποίο θα γίνει λόγος αναλυτικότερα στη συνέχεια. Ζούσε μόνη της στο διαμέρισμά της επί της προαναφερθείσας οικοδομής, επί της οδού ... στους ..., έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2007, οπότε υπέστη, λόγω αρτηριοσκλήρυνσης εγκεφάλου, εγκεφαλικό παροδικό επεισόδιο, με δεξιά ημιπάρεση.
Μετά δε από ολιγοήμερη νοσηλεία της στο Νοσοκομείο (από 12.9.2007 έως 20.9.2007) και ολιγοήμερη παραμονή σε οίκο ευγηρίας, τη φροντίδα της ανέλαβε η εναγομένη, με την οποία γνωρίζονταν από το έτος 1994 και είχαν αναπτύξει σταδιακά ισχυρό συναισθηματικό δεσμό. Συγκεκριμένα η εναγόμενη ανέλαβε την διαθέτιδα από τον οίκο ευγηρίας, κατόπιν παράκλησής της (διαθέτιδος), και τη φιλοξένησε μέχρι το θάνατό της στην οικία της επί της οδού ..., όπου διέμενε με τον σύζυγό της και τον μικρότερο από τους δύο υιούς της, Ι.
Δ. Μάλιστα η εναγομένη αρχικά είχε προτείνει στον αδερφό της να αναλάβει εκείνος τη φροντίδα της, ο τελευταίος όμως αρνήθηκε και αντιπρότεινε την περίθαλψή της σε οίκο ευγηρίας, ωστόσο η διαθέτιδα δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Η διαθέτιδα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διέμενε με την εναγομένη διατηρούσε επαφή με τον αδερφό της, όπως και πριν (σημειωτέον ότι δεν είχε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τους ενάγοντες και πριν υποστεί το εγκεφαλικό επεισόδιο), ενώ το γεγονός της φιλοξενίας της από την εναγομένη ήταν γνωστό και στο φιλικό και κοινωνικό της περιβάλλον, με το οποίο διατηρούσε επαφή, και οι συγγενείς και φίλοι της διαθέτιδας είχαν τη δυνατότητα να την επισκέπτονται χωρίς περιορισμό στο σπίτι της εναγομένης, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγόντων.
Τα ανωτέρω προκύπτουν κατ' αρχάς από την κατάθεση της Μ. Κ. Μ., συζύγου του πρώτου ξαδέρφου της διαθέτιδας, Γ. Μ., που περιέχεται στη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση (που λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης) αλλά επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση της μάρτυρος Β. - Β. Π., που περιέχεται στην με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση (που λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων), η οποία καταθέτει ότι αφότου ο πατέρας της, Γ.
Π., φίλος της Α. - Χ. Π. από τα φοιτητικά τους χρόνια και δικηγόρος της, απέστειλε επιστολή το έτος 2009 στον αδερφό της, Δ. Π., αναζητώντας την επειδή δεν είχε νέα της, αυτή επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και τον ενημέρωσε ότι διαμένει πλέον στην οικία της εναγομένης, όπου και την επισκέφτηκε η ίδια (μάρτυρας).
Επιπροσθέτως, ο αδερφός της Δ. Π. με ειδικά πληρεξούσια κατά τα έτη 2011 και 2012, σε χρόνο δηλαδή που η διαθέτιδα διέμενε με την εναγομένη, την είχε καταστήσει πληρεξούσιά του, προκειμένου αυτή να προβαίνει σε πωλήσεις - μεταβιβάσεις ακινήτων του στην Ελλάδα και σε άλλες νόμιμες ενέργειες όσον αφορά τα ακίνητα αυτά (βλ.
τα με αριθμούς ... πληρεξούσια ενώπιον του αναπληρούντος τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στο Ντίσελντορφ, Χ. Γ. Ρ.), εισέπραττε δε το εκάστοτε τίμημα με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του. Αλλά και ο τρίτος ενάγων με το με αριθμό ....2011 του ιδίου ως άνω αναπληρούντος τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στο Ντίσελντορφ, είχε καταστήσει τη διαθέτιδα πληρεξούσια του για συγκεκριμένη πράξη.
Περαιτέρω οι ενάγοντες αμφισβητούν την "συνειδησιακή ακεραιότητα και πνευματική διαύγεια" της διαθέτιδας, επικαλούμενοι ότι το εγκεφαλικό επεισόδιο που αυτή είχε υποστεί και η συνακόλουθη δεξιά ημιπάρεση, είχαν επαχθέστατες οργανικές συνέπειες στο λόγο της και την έκφρασή της αλλά και στην αποτύπωση της οποιασδήποτε βούλησής της, καθιστώντας την έτσι ευεπηρέαστη και άβουλη προς την εναγομένη, υπό την καθοδήγηση και την ποδηγέτηση της οποίας τελούσε, κατά τρόπον ώστε, εκτός του ότι κατέλειπε αυτή ως μοναδική κληρονόμο της και δη επί του ακινήτου που προερχόταν από την πατρική περιουσία, είχε προβεί και σε άλλες μεταβιβάσεις ακινήτων προς την εναγομένη και την οικογένειά της είτε με ευτελές τίμημα είτε χαριστικώς.
Με άλλα λόγια ότι η όλη συμπεριφορά της διαθέτιδος ήταν απόρροια έμμεσου εξαναγκασμού εκ μέρους της εναγομένης, που εκμεταλλεύτηκε την κακή της υγεία και την ευάλωτη συναισθηματική της κατάσταση. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα είναι τα ακόλουθα : Κατ' αρχάς, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η διαθέτιδα δεν είχε αποκοπεί ούτε από τον αδερφό της ούτε από το φιλικό και κοινωνικό της περίγυρο, ο δε αδερφός της ουδέποτε αμφισβήτησε τη νοητική της κατάσταση και την πνευματική της διαύγεια, άλλως δεν θα προέβαινε στη χορήγηση των προαναφερόμενων πληρεξουσίων προς αυτήν.
Ακόμη, από την από ....2010 ψυχιατρική βεβαίωση του ψυχίατρου Γ. Τ., προκύπτει ότι κατά το χρόνο της εξέτασης (που είναι η 16.5.2010) η κρίση, η βούληση και η αντίληψή της ήταν σε πάρα πολύ καλό επίπεδο, γεγονός που την καθιστούσε ικανή να λαμβάνει αποφάσεις για τη ζωή της. Η βεβαίωση αυτή δεν αντικρούεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, μάλιστα είχαν ήδη παρέλθει τρία περίπου έτη από το εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά αντίθετα επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι, όπως ανωτέρω έγινε λόγος, τα έτη 2011 και 2012, ο αδερφός της Δ.
Π. την έκρινε ικανή για να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του στην Ελλάδα προβαίνοντας προς τούτο στη σύνταξη των προαναφερόμενων ειδικών αλλά και γενικών πληρεξουσίων. Ακόμη, όσον αφορά τον σχετιζόμενο ισχυρισμό ότι η εξάρτηση της διαθέτιδος από την εναγομένη είχε ως συνέπεια να προβεί στην εκποίηση ενός ακινήτου ιδιοκτησίας του αδερφού της εξ αδιαιρέτου προς τον υιό της εναγομένης και τον Λ.
Τ. αντί του ευτελούς τιμήματος των 100.000€, ενώ η αντικειμενική του αξία ήταν 454.934,29€ και ήταν στην πραγματικότητα ανώτερης εμπορικής αξίας, διαπιστώνεται ότι με το με αριθμό ....2012 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. - Λ. Λ. η διαθέτιδα ενεργώντας δυνάμει του (προαναφερόμενου) με αριθμό 56589/2012 πληρεξουσίου στο όνομα και για λογαριασμό του αδερφού της προέβη στην πώληση ενός οικοπέδου στο συνοικισμό Τερψιθέας Γλυφάδας αντικειμενικής αξίας 454.932,29€ με αγοραστές τον Λ.
Τ. και τον Α. Δ. αντί τιμήματος 100.000€. Το τίμημα όμως αυτό είχε οριστεί ρητώς στο ως άνω ειδικό πληρεξούσιο ως τίμημα για την αγοραπωλησία και επομένως η διαθέτιδα ενήργησε σύμφωνα με τις εντολές του αδερφού της και όχι τελώντας υπό την επιρροή της εναγομένης. Ο δε ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο Δ. Π. πρέπει να εξαπατήθηκε ως προς την αξία του ακινήτου αντιφάσκει προς τον αμέσως προηγούμενο ισχυρισμό τους ότι η νοητική κατάσταση της διαθέτιδος δεν ήταν καλή.
Εξάλλου, ο Δ. Π. επί σειρά ετών είχε εργαστεί ως υπάλληλος σε πιστωτικά ιδρύματα - Τράπεζες στην Γερμανία, ήταν επομένως γνώστης οικονομικών θεμάτων, αλλά και επισκεπτόταν κατά καιρούς την Ελλάδα οπότε και γνώριζε ότι τα ακίνητα στην περιοχή της Γλυφάδας ήταν (και είναι) υψηλής εμπορικής αξίας. Ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να εξαπατηθεί από οποιονδήποτε για να προβεί στην πώληση του ακινήτου σε ιδιαίτερα χαμηλό τίμημα και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας οι λόγοι που τον οδήγησαν στην απόφασή του να επιδιώξει το παραπάνω τίμημα (τυχόν άμεση και πιεστική οικονομική ανάγκη, αναγραφή τιμήματος διαφορετικού από αυτό που πράγματι καταβλήθηκε κ.λ.π.).
Αντίστοιχα δε ο Δ. Π. και με το ως άνω με αριθμό 56590 ειδικό πληρεξούσιο είχε ορίσει ως τίμημα για την πώληση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του επί ακινήτου το ποσό των 1.000€. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι όταν το έτος 2013 ο Δ. Π. πληροφορήθηκε ποια ήταν η πραγματική αξία του παραπάνω ακινήτου διέρρηξε τη σχέση του με την αδερφή του και προς αποκατάσταση των σχέσεων αυτών η διαθέτιδα του υποσχέθηκε ότι θα άφηνε σε αυτόν και στα παιδιά του το μερίδιό της από την πατρική τους περιουσία ενόσω μάλιστα είχε ήδη συντάξει και την ένδικη διαθήκη.
Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα είχε αποστεί ψυχικά από τον αδερφό της, χωρίς όμως και να διαρραγούν οι σχέσεις τους, όταν ο τελευταίος εν αγνοία της προέβη σε ανάληψη χρηματικών ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς όπου η τελευταία τον είχε καταστήσει συνδικαιούχο, μετά δε από το συμβάν αυτό η διαθέτιδα διέγραψε τον αδερφό της από συνδικαιούχο στους τραπεζικούς της λογαριασμούς.
Ειδικότερα περί του γεγονότος αυτού καταθέτει η μάρτυρας στην με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση ενώ στο συμβάν αυτό αναφέρθηκε η διαθέτιδα σε χειρόγραφο σημείωμά της, στο οποίο αναφέρει τα εξής (απευθυνόμενη στον αδερφό της σε δεύτερο πρόσωπο) : "Γυρνώντας από το Γηροκομείο μαζί με την Κ. μου και πηγαίνοντας σπίτι, ημέρα Κυριακή, μπαίνοντας στο σαλόνι Δ., πήρα στα χέρια μου τα βιβλιάρια Τραπεζών και είδα Δ.
μου, ότι είχες πάρει τα χρήματα από την Γενική που είχαμε βάλει με την Κ. πωλώντας το θυμάμαι. Είχες πάρει τα χρήματα από την Αγροτική και την Εθνική. Δεν είχες αφήσει ούτε μία δραχμή. Ευτυχώς, πουλήσαμε την Ανάβυσσο και έβγαλα τα χρέη μου όλα, κάρτες, Εφορίες και λοιπές υποχρεώσεις μου. Δεν έπρεπε να το κάνεις.
Κόντεψα να τρελαθώ. Κ.". Επίσης, σε χειρόγραφα σημειώματά της η διαθέτιδα αναφέρεται και στη σχέση της με την εναγομένη και συγκεκριμένα: Στο από 10.8.2009 σημείωμα αναφέρει τα εξής: "Σήμερα, την 10η Αυγούστου του έτους 2009, εγώ η Α. Χ. Π., κάτοικος ..., έχουσα καλά τα λογικά μου, δηλώνω οριστικά και υπεύθυνα ότι όσο ζω και είμαι μαζί με την Α.
Δ. κατοίκου ..., όλες μου τις συντάξεις θα τις παίρνει και θα τις διαχειρίζεται εν λευκώ όπως θέλει και κρίνει. Επίσης, μετά τον θάνατόν μου ό,τι είναι στο όνομά μου και στο όνομά της σε Τράπεζες χρηματικά ποσά θα τα πάρει η ίδια να κάνει τα σχετικά της κηδείας και ό,τι, μείνει θα τα πάρει δικά της. Ουδείς δικαιούται να διεκδικήσει κάτι.
Αυτή είναι η επιθυμία μου στην γυναίκα που μου στάθηκε κοντά στη ζωή μου στην αρρώστιά μου και κοιμάται δίπλα μου και με φροντίζει σαν αδελφή της. Όσο ζω την ευγνωμονώ". Ακόμη στο από ....2010 αναφέρει τα εξής: "Εγώ η Α. -Χ. Π. του Σ. και της Ε., γράφω την παρούσα επιστολή με πλήρη συνείδηση του τι κάνω. Θέλω από τα βάθη της ψυχής μου να ευχαριστήσω την Α., σύζυγο Κ.
Δ., και αν δεν μου στεκόταν σαν αδελφή μου, εγώ σήμερα δεν θα ζούσα. Με προσέχει, με πάει στους γιατρούς μου, δίνει τα φάρμακά μου στην ώρα μου, πάμπολες φορές κοιμάμαι στο κρεββάτι της, μας μαγειρεύει τα εκλεκτότερα φαγητά. Γενικά έχει γίνει θυσία για μένα. Την Κ. μου, την κοπέλλα μου, την αδελφούλα μου, την ευγνωμονώ από τα βάθη της καρδιάς μου.
Δίνω σε όλη την οικογένειά της πολλές ευχές. Ο δε γιός της Α. Δ., ο οποίος είναι γιατρός, με παρακολουθεί καθημερινά. Μου παίρνει την πίεσή μου το οξυγόνο μου και ό,τι, άλλο χρειάζομαι. Επίσης, θέλω ακόμα να πω ότι οι δωρεές που τους έκανα και θα κάνω είναι ελάχιστο δείγμα της ευγνωμοσύνης μου". Αλλά και στο από 1.3.2011 σε ένδειξη της εκτίμησης και της ευγνωμοσύνης που ένιωθε προς την εναγομένη αναγράφει τα εξής: "Αγαπημένη μου Κ., θέλω να σ' ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου και την ψυχή μου για το καλό που μου έκανες, εσύ προσωπικά αλλά και η οικογένειά σου.
Με πήρες από το γηροκομείο με την περιπέτεια της υγείας μου. Στάθηκες δίπλα μου καλλίτερα από μάνα, αδελφή, κόρη. Αν με άφηνες, θα είχα πεθάνει από μαρασμό και ασιτία. Μ' έφερες στο σπίτι σου, κοιμόσουνα δίπλα μου, δεν σε άφηνα να κοιμηθείς καθόλου. Μου έφερες γιατρούς καθηγητές, με πήγες στην καλλίτερη κλινική και με γιάτρεψες.
Με πλένεις σαν μικρό παιδί. Τα φάρμακα στην ώρα μου, το καλλίτερο φαγητό, το γλυκό μου, τα καλλίτερα μου ρούχα. Όλα στην εντέλεια και στην ώρα τους. Το λιγότερο που μπορώ να κάνω εγώ για σένα είναι ότι σε αφήνω γενικό κληρονόμο μου σε ό,τι μου ανήκει, ακίνητο και κινητό. Να ζήσεις, να έχεις υγεία με την οικογένειά σου, τον κύριο Κ., τον Α., που είναι κάθε μέρα δίπλα μου, τον Γ.
που με ρωτάει κάθε μέρα, τι θέλεις Κα Κ., και με προσέχουν καλλίτερα από αν είχα εγγόνια δικά μου. Σ' αγαπώ πολύ Κ. μου". Αντίστοιχα και στην διαθήκη της η διαθέτιδα αναφέρει για την εναγομένη ότι "... Αφήνω στην Κ., σύζυγον Κ. Δ. , κάτοικον ..., στην κοπέλλαν μου που με πρόσεξε καλλίτερα από παιδί μου, την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 100 τοις εκατό των διαμερισμάτων μου, δηλαδή ..." (σημειωτέον ότι δεν προσκομίζεται από την εφεσίβλητη το επικαλούμενο από 11.3.2011 σημείωμα προς τον αδερφό της με αρ.
σχετικού 19). Τα παραπάνω δε χειρόγραφα σημειώματα προσκομίζονται σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας της επικυρούσας δικηγόρου (Αικατερίνης Ιατροπούλου) πρωτοτύπου με ημερομηνία επικύρωσης την 18.12.2009 το πρώτο από αυτά και 2.12.2019 τα λοιπά. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτά δεν στάλθηκαν στον αδερφό της ώστε αυτός να μπορεί να τα αντικρούσει κατά περιεχόμενο και ζητούν να προσκομιστούν σε πρωτότυπο ώστε να αποδειχθεί ότι πράγματι έχουν συνταχθεί, άλλως ζητούν να μην ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα διότι δεν νοείται επικύρωση εγγράφου μη ευρισκόμενου στην κατοχή του επικυρώντος δικηγόρου.
Κατ' αρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2 περ. γ' Ν. 4194/2013 (Κώδικας Περί Δικηγόρων), ο δικηγόρος δικαιούται να προβαίνει στην έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδους εγγράφων και τα αντίγραφα αυτά έχουν πλήρη ισχύ ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, καθώς και έναντι ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων.
Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, αντίγραφα των οποίων η ακρίβεια βεβαιώνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις επομένως τα ως άνω προσκομιζόμενα σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου χειρόγραφα σημειώματα έχουν αποδεικτική δύναμη ως πρωτότυπα και συνεπώς το αίτημα να προσκομιστούν αυτά σε πρωτότυπο είναι απορριπτέο ως αλυσιτελές.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων εμπεριέχει αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους, που πρέπει επομένως να ερευνηθεί. Από τη μακροσκοπική δε εξέτασή τους από το παρόν Δικαστήριο και τη σύγκρισή τους με την ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη (της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται και ούτε ποτέ αμφισβητήθηκε) αλλά και με το από 17.10.2002 ιδιόγραφο σημείωμα της διαθέτιδος που προσκομίζουν οι εκκαλούντες, διαπιστώνεται ότι τα υπό εξέταση σημειώματα , η διαθήκη και το από 17.10.2002 ιδιόγραφο σημείωμα έχουν γραφεί με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα και ότι όλα έχουν γραφεί από άτομο μεγαλύτερης ηλικίας που γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα, καθώς χρησιμοποιεί το πολυτονικό σύστημα, ο γραφικός χαρακτήρας είναι κάπως καλλιγραφικός και χρησιμοποιούνται λέξεις όπως χρησιμοποιούνται συνήθως από μορφωμένα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (ενδεικτικά:
με πλένεις "σα" μωρό αντί "σαν" μωρό, τα εκλεκτότερα φαγητά, μετά τον "θάνατόν" μου αντί μετά το "θάνατό" μου, καλλίτερα αντί καλύτερα, να τρελλαθώ αντί να τρελαθώ), επιπροσθέτως δε το σημείωμα προς τον αδερφό της είναι γραμμένο ανάμεσα σε άλλες σημειώσεις που αφορούν σε έξοδα της διαθέτιδος και στην κατάσταση της υγείας της.
Εξάλλου, ουδέποτε η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι τα σημειώματα αυτά έχουν αποσταλεί από τη διαθέτιδα στον αδερφό της αλλά εκθέτει ότι η τελευταία τα τηρούσε εν είδει ημερολογίου, ισχυρισμός που κρίνεται πειστικός καθώς η δικηγόρος που τα επικύρωσε βεβαιώνει ότι ήταν στην κατοχή της.
Συνεπώς αποδεικνύεται ότι τα υπό εξέταση σημειώματα έχουν πράγματι γραφεί από τη διαθέτιδα. Από όλα τα προαναφερόμενα επομένως αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα ένοιωθε βαθιά ευγνωμοσύνη για την εναγομένη που της παρείχε φιλοξενία μαζί με τη δική της οικογένεια και καθημερινή φροντίδα σε όλους τους τομείς (υγεία, διατροφή, ένδυση κ.λ.π.) επί μακρόν (περίπου εννέα έτη), όπως και για τον υιό της εναγομένης, Α.
Δ., παθολόγο ιατρό, ο οποίος ήταν και προσωπικός της ιατρός και τον οποίο, επίσης, εκτιμούσε πολύ και επιθυμούσε να τον ανταμείψει για τις υπηρεσίες και τη φροντίδα που τής παρείχε. Μάλιστα όσο ήταν ακόμη εν ζωή προέβη σε δωρεές ακινήτων με συμβολαιογραφικές πράξεις προς την εναγομένη και τον υιό της, όπως άλλωστε είχε αναφέρει ότι και στο από ....2010 σημείωμά της (βλ.
το αριθμό ....2010 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή αγροτεμαχίου κατά πλήρη κυριότητα, της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Α. Π., το με αριθμό ....2010 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή αγροτεμαχίου - ελαιοπεριβόλου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ε. Α. Π., και το με αριθμό ....2010 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή αγροτεμαχίου άρτιου κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου).
Ακόμη η διαθέτιδα είχε προβεί και σε πωλήσεις ακινήτων ιδιοκτησίας της σε τρίτους (βλ. με το με αριθμό ....2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Κ. - Λ. και το με το με αριθμό ....2008 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Δ., το με αριθμό ....2013 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πλαταμώδους, Δ.
Κ. Γ.). Είναι δε σαφές ότι στην ενέργειά της αυτή προέβη αφενός για να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες της, και ιδίως στις αυξημένες ιατρικές της δαπάνες, όπως αμοιβές για τις κατ' οίκον επισκέψεις ιατρών (καθηγητών) αλλά και αγορά αναλώσιμων (όπως πάνες ακράτειας) καθώς και προκειμένου να συνεισφέρει στη λειτουργία του οίκου της εναγομένης, η οποία την φιλοξενούσε, αλλά και να είναι συνεπής στις οικονομικής - φορολογικής φύσης υποχρεώσεις της απέναντι στο Κράτος και τις Τράπεζες.
Άλλωστε επρόκειτο για ιδιαίτερα ευκατάστατη γυναίκα, της οποίας όμως οι αποδοχές περικόπηκαν δραματικά συνεπεία της γενικότερης μείωσης του ύψους των συντάξεων λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και λόγω της διακοπής της σύνταξης του πατρός της, που λάμβανε ως άγαμη θυγατέρα στρατιωτικού, ως εκ τούτου είναι λογικό να επιθυμεί να διατηρήσει, κατά το δυνατόν, το καλό οικονομικό της επίπεδο.
Είχε δε καταστήσει την εναγομένη συνδικαιούχο στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ώστε αυτή να προβαίνει για λογαριασμό της σε όλες τις απαραίτητες ταμειακές συναλλαγές με την επιθυμία οποιοδήποτε ποσό υπάρχει στους λογαριασμούς αυτούς να περιέλθει στην εναγομένη μετά το θάνατό της (βλ. το από 10.8.2009 χειρόγραφο σημείωμά της).
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί το αίτημα των εκκαλούντων να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της προκειμένης δίκης ώστε να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να προσκομίσει έγγραφα αφορώντα στην κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών, στους οποίους η διαθέτιδα την είχε καταστήσει συνδικαιούχο. Σε κάθε δε περίπτωση το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο και για το λόγο ότι η τύχη των λογαριασμών αυτών δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας, υπάρχει δε πληθώρα αποδεικτικού υλικού και δεν ανακύπτουν κενά ή αμφίβολα σημεία για την επίλυση των οποίων να απαιτείται η προσκομιδή των παραπάνω εγγράφων.
Και με βάση επομένως τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα ένοιωθε ειλικρινή ευγνωμοσύνη για τη διαθέτιδα (αλλά και την οικογένειά αυτής) που την περιέθαλπε στην οικία της, τη συνέδραμε ψυχικά, και μεριμνούσε για την ικανοποίηση των αναγκών της. Επίσης διατηρούσε επαφή τόσο με τον αδερφό της όσο και με το φιλικό - οικογενειακό της περιβάλλον, από τους οποίους ουδόλως η εναγομένη επιχείρησε να την αποκόψει, ενώ η υψηλή της μόρφωση και η μεγάλη της κοινωνική εμπειρία σε συνδυασμό και με την πνευματική της κατάσταση μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο της επέτρεπαν να έχει αντίληψη του περίγυρου της αλλά και επίγνωση των αναγκών της και της οικονομικής της κατάστασης.
Εξάλλου διαπιστώνεται ότι ενεργώντας συνειδητά προς εξασφάλισή της διατήρησε μέχρι το θάνατό της το κυριότερο περιουσιακό της στοιχείο (δηλαδή τα διαμερίσματα που κατέλειπε με την ένδικη διαθήκη στην εναγομένη), το οποίο και κατέστησε κληρονομιαίο, ενώ προέβη σε εκποιήσεις και δωρεές αγροτεμαχίων και οικοπέδων που ήταν απρόσοδα για αυτήν.
Τέλος ο αδερφός της διαθέτιδος όσο ήταν εν ζωή (περίπου 2 1/2 έτη μετά το θάνατό της) δεν αμφισβήτησε το κληρονομικό δικαίωμα της εναγομένης, αντίθετα, σεβόμενος τη βούληση διαθέτιδος, με το με αριθμό ....2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.-Λ. Λ. χορήγησε στην εναγομένη καθώς και στον υιό της, Α. Δ. αλλά και στη δεύτερη ενάγουσα - θυγατέρα του, πληρεξούσιο για να προβούν αυτοί για λογαριασμό του, ενεργώντας μεμονωμένα, ακόμη και με αυτοσύμβαση, στην πώληση του 1/3 εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας του επί της οικοδομής στην οδό ..., ήτοι του πρώτου ορόφου και της ανήκουσας σε αυτόν υπόγειας αποθήκης.
Ο δε ισχυρισμός των εναγόντων ότι όταν ο ανωτέρω χορήγησε το πληρεξούσιο αγνοούσε τη διαθήκη αντίκειται στην κοινή λογική, καθώς εάν θεωρούσε ότι ο ίδιος ήταν ο κληρονόμος θα ανέμενε να προβεί πρώτα σε αποδοχή κληρονομιάς ώστε να αποκτήσει και τα υπόλοιπα 2/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και στη συνέχεια θα ενεργούσε για να προβεί στην πώληση του ακινήτου συνολικά.
Η συμπεριφορά του δε αυτή καταδεικνύει ότι δεν θεώρησε ότι η εγκατάσταση της εναγομένης ως κληρονόμου της Α. - Χ. Π. ήταν απόρροια ποδηγέτησης της κληρονομούμενης εκ μέρους της ή ότι με τον τρόπο αυτό η διαθέτιδα επέδειξε αδικαιολόγητη περιφρόνηση προς το πρόσωπό του και ούτε ανέμενε να περιέλθει σε αυτόν το υπόλοιπο της οικοδομής σύμφωνα με υπόσχεση της τελευταίας.
Από όλα τα ανωτέρω επομένως προκύπτει ότι η διαθέτιδα ανεπηρέαστα έλαβε την απόφαση να καταστήσει την εναγομένη κληρονόμο της στην εναπομείνασα κατά το θάνατό της περιουσία της, χωρίς να τελεί υπό τον (έστω και έμμεσο) εξαναγκασμό της τελευταίας προκειμένου να διαθέσει την περιουσία της μετά το θάνατό της κατά ορισμένο τρόπο.
Την επιθυμία της δε αυτή την είχε εκφράσει πολλάκις, χωρίς όμως να προβαίνει σε απρεπείς ή απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος του (μοναδικού) αδερφού της.
Συνεπώς η ένδικη η ιδιόγραφη διαθήκη δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή στο συναίσθημα που είχε για την ηθική, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος άνθρωπος. Τούτο δε δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το καταληφθέν στην εναγομένη ακίνητο προερχόταν από την πατρική περιουσία της διαθέτιδος, αφού η διαθέτιδα είχε το δικαίωμα να το διαθέσει κατά την ελεύθερη βούλησή της και δεν οδηγήθηκε στη σύνταξη της διαθήκης από ηθικά επιλήψιμους λόγους, ενώ ουδέποτε είχε υποσχεθεί στον αδερφό της ότι θα καταλείπει σε αυτόν το εν λόγω ακίνητο ούτε και η εγκατάσταση της εναγομένης σε αυτό ως κληρονόμου συνιστά αδικαιολόγητη περιφρόνηση εκ μέρους της διαθέτιδος προς αυτόν, ο οποίος θα καλείτο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της εάν δεν υπήρχε η διαθήκη.".
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ., η διάταξη της τελευταίας βουλήσεως, είναι άκυρη, αν το περιεχόμενο αυτής αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Για την κρίση ως προς την αντίθεση διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς τα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διατάξεως, τα αίτια, που κίνησαν τον διαθέτη, ο σκοπός, τον οποίο αυτός επιδιώκει και, γενικώς, το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών, που συνοδεύουν τη διάταξη. Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710§2 και 1712 του Α.Κ. προκύπτει ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στον χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας συνιστά το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη βούληση του, την τύχη της περιουσίας του για τον χρόνο μετά τον θάνατο του, με τους περιορισμούς φυσικό των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και τον φραγμό της διατάξεως του άρθρου 178 του Α.Κ. (Α.Π. 850/2021, Α.Π. 370/2017).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται με αυτή είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά και όταν ο τρόπος της καταλήψεως ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, ή η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρονήσεως του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του (Α.Π. 850/2021, Α.Π. 370/2017). Επίσης, προσκρούει στα χρηστά ήθη, η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, εάν με τον τρόπο που έγινε, συνιστά προϊόν απόλυτης ψυχικής και συναισθηματικής εξαρτήσεως (Α.Π 370/2017), παρά το γεγονός, βέβαια, ότι η βούληση του διαθέτη, πρέπει να είναι ανεπηρέαστη από οποιοδήποτε, έστω και έμμεσο, εξαναγκασμό, προκειμένου αυτός να ρυθμίσει, με τη διαθήκη του, κυρίως τις περιουσιακές του σχέσεις, όπως εκείνος επιθυμεί για τον χρόνο μετά τον θάνατό του (Α.Π. 1273/2011).
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, είναι ζήτημα νομικό, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και, συνεπώς, η σχετική κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 850/2021, Α.Π. 754/2019, Α.Π. 403/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία, δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχτηκαν ή δεν αποδείχτηκαν (Α.Π. 850/2021, Α.Π. 19/2020).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμέλειας αυτής συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν την απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, όπως ανωτέρω αναφέρεται, ότι: Η διαθέτιδα διατηρούσε συγγενικό δεσμό, αλλ' όχι πραγματικά αδελφικό, με τον κοινό δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, με τους οποίους δεν διατηρούσε οποιονδήποτε δεσμό (συγγενικό, συναισθηματικό).
Ότι αισθανόταν, από ένα χρονικό σημείο και πέρα, "προδομένη" από τον αδελφό της, επειδή αυτός είχε αποσύρει από κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους ποσά χρημάτων, που δεν του ανήκαν. Ότι το αρνητικό αυτό αίσθημα εντάθηκε περαιτέρω όταν ο αδελφός της την εισήγαγε σε οίκο ευγηρίας, όταν αυτή (διαθέτιδα) ασθένησε και αδυνατούσε να επιμεληθεί των καθημερινών αναγκών της.
Ότι η αναιρεσίβλητη, μετά της οποίας η διαθέτιδα δεν διατηρούσε συγγενικό δεσμό, αλλά κοινωνικό τέτοιο, παρέλαβε αυτή από τον οίκο ευγηρίας και την εγκατέστησε στην οικία της, όπου έτυχε περιθάλψεως και φροντίδας ως συγγενής της οικογένειας αυτής (αναιρεσίβλητης). Ότι ο γιος της αναιρεσίβλητης, ιατρός παθολόγος το επάγγελμα, έδειχνε καθημερινά επιμέλεια για το πρόσωπο της διαθέτιδας.
Ότι η αναιρεσίβλητη, ακόμη και όταν ορίστηκε συνδικαιούχος των λογαριασμών της διαθέτιδας, έκανε καλή χρήση των οικονομικών αυτής. Ότι τόσο η αναιρεσίβλητη όσο και τα μέλη της οικογενειάς της ουδέποτε χειραγώγησαν ή επηρέασαν τη διαθέτιδα προς την κατεύθυνση της συντάξεως της επίδικης διαθήκης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Ότι η διαθέτιδα διατηρούσε τις από την ηλικία και την κατάσταση της υγείας της δυνάμεις, ώστε να φροντίζει ορθοφρόνως τα εαυτής. Και. Ότι ο αδελφός της διαθέτιδας, αρχικός μοναδικός εξ αδιαθέτου συγγενής της, επί μακρό χρονικό διάστημα δεν προσέβαλε τη διαθήκη της. Με αυτά λοιπόν που δέχθηκε το Εφετείο, όπως παραπάνω αναφέρονται και έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν το δικαστήριο παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π 25/2003, Ολ.Α.Π 3/1997).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολ.Α.Π 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα" δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση αποδείξεως του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του.
Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (Ολ.Α.Π 3/1997, Α.Π. 107/2020). Επιπλέον, δεν αποτελούν δε "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. και δεν ιδρύουν τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως επουσιώδεις ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αιτημάτων αναβολής της δίκης και αυτοπρόσωπης εμφανίσεως και καταθέσεως των διαδίκων (Α.Π. 838/2008, Α.Π. 1084/1993, Α.Π. 412/1976).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (Α.Π. 357/2024, Α.Π. 917/2020, Α.Π. 19/2020).
Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξεως, όπως είναι και η αίτηση επιδείξεως εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450§2 και 451§1 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι σ' αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 827/2020, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 409/2016).
Το ως άνω αίτημα μπορεί να υποβληθεί με τις προτάσεις, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Α.Π. 409/2016, 168/2015). Η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στο αίτημα επιδείξεως εγγράφων δεν ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως καθότι το αίτημα επιδείξεως εγγράφων δεν είναι "πράγμα", αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η λήψη ή μη λήψη υπόψη να ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (Α.Π. 357/2024, Α.Π. 203/2022, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 233/2011, Α.Π. 94/2008) αλλά ιδρύει τον από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου λόγο αναιρέσεως υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση είναι παραδεκτή και νόμιμη (Α.Π. 353/2020, Α.Π. 696/2019, Α.Π. 1536/2014).
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός μεν ότι η αίτηση υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 687/2017, Α.Π. 1750/2013, Α.Π. 1479/2009) αφετέρου δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση αυτή (Α.Π. 203/2022, Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 873/2019, Α.Π. 1750/2013).
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τη σχετική αίτηση και την απέρριψε, για οιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 357/2024, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 1180/2017). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που επιχειρείται να βρει νομικό έρεισμα στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη σχετική αναιρετική πλημμέλεια, της πλημμέλειας συνιστάμενης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους λόγους εφέσεώς του με τους οποίους παραπονούνταν για τον λόγο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αιτήσεις τους περί επιδείξεως στο ακροατήριο των εγγράφων (πρωτότυπων και αντίγραφων) που στο αναιρετήριο αναφέρονται και, επιπλέον, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το αίτημά τους να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριό του επί της εφέσεώς τους, ώστε να εμφανιστεί ενώπιόν του η αναιρεσίβλητη για να καταθέσει σχετικά, προσκομίζοντας τα εν λόγω έγγραφα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στον αριθμό 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι στον αριθμό 8 του αυτού άρθρου του αυτού Κώδικα είναι προεχόντως απαράδεκτος και τούτο διότι το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων, τις απέρριψε για ουσιαστικό λόγο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχτεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 146/2022, Α.Π. 8/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ., αυτός ο λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 59/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, της πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο κοινός δικαιοπάροχός τους είχε αφαιρέσει από κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε με τη διαθέτιδα ποσά που δεν του ανήκαν, χωρίς να προσκομιστούν τραπεζικά αποδεικτικά έγγραφα όπως είχαν ζητήσει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την έκθεση των παραδοχών του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης προέκυψε ως βάσιμος από την εξέταση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, το οποίο εισφέρθηκε στο πλαίσιο της δίκης.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ.
εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019) και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του, ώστε να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του (Α.Π. 146/2022, Α.Π. 1079/2019). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδάφ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ενσωματωμένο (σε φωτοτυπικό αντίγραφο) έγγραφο προσκομιδής της αναιρεσίβλητης, το οποίο στερούνταν των στοιχείων εγκυρότητας αυτού για να ληφθεί από το Δικαστήριο ως τέτοιο (έγγραφο). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και τούτο διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι προέβαλαν τον σχετικό ισχυρισμό ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Αλλά και υπό την αντίθετη εκδοχή ότι χώρησε τέτοια προβολή (βλ. σελίδα 39 του αναιρετηρίου in fine), ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το αμφισβητούμενο έγγραφο μαζί με τα λοιπά και αξιολόγησε αυτό στο πλαίσιο της έμμεσης αποδείξεως.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος προκαλείται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (Α.Π. 1023/2019, Α.Π. 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ.
αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 200/2018, Α.Π. 775/2017). Η αποδεικτική αξία και, συνεπώς, η επίδραση στο αποδεικτικό πόρισμα καθενός από τα αποδεικτικά μέσα απόκεινται στην κυριαρχική και, επομένως, μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ε) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε στη δίκη το αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 579/2024, Α.Π. 1038/2019, Α.Π. 462/2019, Α.Π. 126/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι έλαβε υπόψη και εξήρε ιδιαίτερα την από ....2010 βεβαίωση του ιατρού ψυχιάτρου Γ. Τ., από το οποίο (αποδεικτικό μέσο) συνήγαγε πλήρη απόδειξη των αρνητικών ισχυρισμών της αντιδίκου τους, παρακάμψαν την αποδεικτική αξία της από 20.09.2007 ιατρικής γνωματεύσεως του Νευρολογικού Τμήματος του Π.Γ.Ν. Αθηνών "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.". Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν εκθέτει όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, είναι και αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των ως άνω εγγράφων (από τα οποία το πρώτο δεν ήταν αναγκαίο κατά νόμο να φέρει περισσότερα, από όσα έφερε, στοιχεία για την εγκυρότητά του), αλλά, αφού έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ' άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ. και κατέληξε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για την ικανότητα της διαθέτιδας να συντάξει έγκυρη ιδιόγραφη διαθήκη.
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021). Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην απόφασή του διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με ισχυρισμούς αυτών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του που αφορά δήθεν αντιφατικές αιτιολογίες είναι απαράδεκτος και τούτο διότι αναφέρεται σε επιχείρημα του Δικαστηρίου σχετικά με την ανάγκη της διαθέτιδας να προβεί στην εκποίηση ακινήτων κυριότητάς της. Περαιτέρω, και ως προς το έτερο σκέλος του, αυτό περί ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι ομοίως απαράδεκτος και τούτο διότι, υπό το πρόσχημα υπάρξεως αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης), λόγω της ήττας τους, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.09.2022 αίτηση των Χ. Κ. Π. (H. K. P.), χήρας Δ. Π., το γένος Μ. (B.), Σ. Ζ. (S. Z.) του Δ., το γένος Π., Κ. Σ. Π. (K. S. P.) του Δ. κατά της Α. Δ., χήρας Κ. Δ., το γένος Ι. και Π. Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1882/11.04.2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της καταθέσασας προτάσεις αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ