Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the ground was not properly proposed as an appeal argument in the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State and the Independent Public Authority against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The State argued the appeal was inadmissible because the lower court failed to declare the lawsuit inadmissible regarding the first defendant due to improper service of process. The court ruled this ground inadmissible because the specific claim regarding service defects was not formally proposed as an appeal argument in the lower court proceedings. Consequently, the appeal was rejected without examination of its merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the underlying claim was not lawfully proposed as an appeal argument before the court of first instance, unless an exception applies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 501 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ..., με ΑΦΜ ..., 2) Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, με ΑΦΜ ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε.-Μ. Κ. του Κ. και της Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Π. του Π. και της Π., κατοίκου ..., 3) Π. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Κοινοποιούμενη στο νπδδ με την επωνυμία Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης ο ΕΦΚΑ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14749/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2046/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, η υπ' αρ. 2046/2021, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, επιλαμβανόμενο εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αρ. 14749/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί ακύρωσης λόγω πλάνης πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ως προς την δεύτερη των αναιρεσειόντων- εναγομένων και ως ουσία αβάσιμη ως προς τον πρώτο τούτων.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφήρμοσε τον νόμο (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 675/2021, ΑΠ 272/2020).
Επομένως ο λόγος αναίρεσης υπ' αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται αλλά απορρίπτεται ως απαράδεκτος όταν αφορά παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων, καθόσον ο λόγος αυτός μπορεί να ευδοκιμήσει μόνον αν υπάρχει αποδεικτικό πόρισμα, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει το ένδικο βοήθημα ή τον λόγο ανακοπής ή την ένσταση ως απαράδεκτο, αόριστο ή μη νόμιμο (ΑΠ 537/2018 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης, ως προς την δεύτερη των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσείουσα ΑΑΔΕ, πρέπει, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν υπεισήλθε ως προς αυτή στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως (ΑΠ 121/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Δικονομικοί κανόνες η παραβίαση των οποίων ελέγχεται κατά τον αρ.14 του άρθρου 559 του ως άνω Κώδικα, θεωρούνται εκείνοι που καθορίζουν τον τρόπο, την διαδικασία, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων από το ουσιαστικό δίκαιο.
Κατά συνέπεια κανόνες που αναφέρονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, όπως είναι και η άσκηση της αγωγής κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, αποτελούν δικονομικούς κανόνες. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται ότι "Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της", ενώ στο άρθρο 36 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν.
Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή, αντί του Υπουργού των Οικονομικών" και τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του ίδιου νόμου "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2017". Εξάλλου, η αγωγή με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομιάς, η οποία επήλθε στο πρόσωπο του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1813 επ, 1847 επ ΑΚ, αφορά σε έννομες σχέσεις που στηρίζονται στις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου με έμμεσες συνέπειες που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ.
Τούτο δε, διότι, η τυχόν ευδοκίμηση σχετικής αγωγής θα έχει ως συνέπεια, την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του δημοσίου από το πρόσωπο του ενάγοντα, η τυχόν δε απόρριψη αυτής την επιδίωξη από το Δημόσιο της είσπραξης της απαίτησής του εις βάρος του ενάγοντα οφειλέτη στην οποία θα προβεί αρμοδίως η ΑΑΔΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια που ερείδεται στον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 36 παρ.1 του Ν. 4389/2016, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας ΑΑΔΕ.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 4-12- 2018 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ, ζήτησαν την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς του αποβιώσαντος θείου τους Γ.
Ι., οφειλέτη κατά τον χρόνο του θανάτου του, ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, προερχόμενων από φόρους εισοδήματος, πρόστιμα, προσαυξήσεις ΦΠΑ, ΚΒΣ, επειδή η μη εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομιάς του τελευταίου, από τους ίδιους, η οποία περιήλθε σε αυτούς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, οφειλόταν σε ουσιώδη πλάνη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αρ. 14749/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση του εναγομένου - αναιρεσείοντος περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης έφεση οι: 1) το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών και 2) η ΑΑΔΕ ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προαναφέρθηκε απορρίφθηκε η έφεση όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και όσον αφορά την ΑΑΔΕ ως απαράδεκτη, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής όσον αφορά το απαράδεκτο τα εξής: "Περαιτέρω η με αριθμό κατάθεσης........έφεση των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου και ΑΑΔΕ στρέφεται κατά της με αριθμό 14749/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ωστόσο η δεύτερη εκκαλούσα ΑΑΔΕ απαραδέκτως στρέφεται κατά της εκκαλουμένης, καθόσον αυτή είναι ανεξάρτητη αρχή που έχει ως αποστολή τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της, χωρίς όμως να έχει η ίδια νομική προσωπικότητα, έτσι ώστε να νομιμοποιείται αυτοτελώς ενεργητικά σε σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 1 παρ.1 ν. 4389/2016) και ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέα".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την έφεση ως προς την εκκλούσα - αναιρεσείουσα ΑΑΔΕ, δεν παραβίασε τον κανόνα του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, καθόσον από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο, σε δίκες όπως η προκείμενη που αφορά έννομη σχέση ερειδόμενη στις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου, εναγόμενο ως δανειστής της κληρονομιάς από φόρους εισοδήματος κλπ, από την οποία δίκη θα προκύψουν έμμεσες συνέπειες, όπως προαναφέρθηκε, που εντάσσονται στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ, εκπροσωπείται, ήδη από την 1-1-2017 αυτοτελώς από την τελευταία (ΑΑΔΕ), η οποία όμως δεν υποκαθιστά το Ελληνικό Δημόσιο ως προς την νομιμοποίησή του ως διαδίκου, καθόσον η ίδια δεν καθίσταται αυτοτελώς διάδικος, άλλωστε η ΑΑΔΕ δεν ήταν διάδικος ούτε στην πρωτοβάθμια δίκη.
Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, την οποία δεν αφορούν οι διατάξεις περί επίδοσης.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει να αναγράφεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, ότι ο ισχυρισμός ο οποίος θεμελιώνει τον λόγο αναίρεσης, προβλήθηκε με λόγο έφεσης.
Επομένως το κυρίαρχο στοιχείο εξ απόψεως παραδεκτού δεν είναι άλλο από την νόμιμη προβολή του ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 115/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς το πρώτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν ολοκληρώθηκε ως προς αυτό η επίδοσή της, επειδή η αγωγή επιδόθηκε μόνο στον διοικητή της ΑΑΔΕ ως νόμιμο εκπρόσωπο του και όχι και στον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ, όπως κατά το αναιρεσείον ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 36 του ν.4389/2016 με αποτέλεσμα να είναι άκυρη η επίδοση της αγωγής, να μην παράγει αυτή έννομες συνέπειες και να θεωρείται λόγω της παράλειψης αυτής της διπλής επίδοσης ως μη ασκηθείσα.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος τον στηρίζει, και συναρτάται και με την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από το αναιρεσείον, ως εκκαλούν, νομοτύπως, ως λόγος έφεσης, καθώς δεν συντρέχει εν προκειμένω, καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Παρεκτός του ότι είναι και αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, διότι η επίδοση του δικογράφου έγινε νομότυπα στον Διοικητή της ΑΑΔΕ όπως απαιτείτο μόνο κατ' άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 4389/2016, ως ισχύει. Κατόπιν αυτών και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, χωρίς διάταξη περί δικαστικής δαπάνης ελλείψει σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-01-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και της ΑΑΔΕ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2046/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ