Supreme Court allows appeal against excessive damages award violating proportionality principle under Article 25 of Constitution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision awarding excessive damages for moral harm. The plaintiff argued the 30,000 euro sum was disproportionately high compared to similar cases and violated the principle of proportionality. The Court agreed, finding the amount exceeded the limits of judicial discretion and ordered the case remitted to a new panel to recalculate the reasonable compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 25(1) of the Constitution: An appeal based on violation of substantive law is admissible when a court exceeds the limits of judicial discretion in awarding damages, thereby violating the constitutional principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 501 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "YARMOUTH HOLDINGS LIMITED", που εδρεύει στην Αγγλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Πέτρου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Κ. του Τ. , κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Θεοδώρας Πέτρου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Λ. , κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αγγέλου Νικόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3921/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4554/2017 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4353/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/11/2018 αίτηση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής.
Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν ελήφθη υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως ελήφθη υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1083/2013).
Εξ άλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 28, 3/1997, 5/1994).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 265/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: «[…] Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, με επιμέλεια των εναγομένων - εκκαλούντων, η οποία περσέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Τόσο ο ενάγων, όσο και η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος, είναι ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών της κειμένης στη ... Αττικής και στην οδό ... πολυκατοικίας, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει της υπ' αριθ. ... /1997 "πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμός σχέσεων συνιδιοκτητών πολυκατοικίας" της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Αντωνίας Κατρίτση-Φρέρη, που έχει μεταγραφεί νομίμως. Ειδικότερα, ο μεν ενάγων είναι ιδιοκτήτης του με στοιχεία Γ-1 διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, της με στοιχεία ΑΠ-6 αποθήκης του υπογείου και της με στοιχεία Ρ-4 κλειστής Θέσης στάθμευσης στην πυλωτή, η δε πρώτη εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια του με στοιχεία Δ-1 διαμερίσματος του τέταρτου ορόφου, της με στοιχεία Χ-1 χωριστής ιδιοκτησίας (δώματος), της με στοιχεία ΑΠ-2 αποθήκης του υπογείου και των με στοιχεία Ρ-1 και Ρ-7 θέσεων στάθμευσης του υπογείου.
Τον Απρίλιο 2000 και ενώ η πρώτη εναγομένη είχε λάβει από το Πολεοδομικό Γραφείο Μαρκοπούλου Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής την υπ' αριθ. ... /2000 οικοδομική άδεια, ο δεύτερος εναγόμενος, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, του νομίμου εκπροσώπου αυτής, ξεκίνησε για λογαριασμό της εργασίες εσωτερικής διαμόρφωσης του ανωτέρω Δ-1 διαμερίσματος, χωρίς ωστόσο να έχει παραδώσει στο διαχειριστή της οικοδομής βεβαίωση του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού σχετικά με το είδος και την έκταση των εργασιών, που επρόκειτο να γίνουν, και τη διαβεβαίωση ότι οι προς εκτέλεση εργασίες δεν θα έβλαπταν τις λοιπές ιδιοκτησίες.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, δια του δευτέρου εναγομένου, προέβη σε αυθαίρετες και παράνομες οικοδομικές εργασίες που δεν καλύπτοντο από την προαναφερόμενη οικοδομική άδεια, και επιπλέον έγιναν κατά παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας και χωρίς την έγκριση της ΓΣ. Κάποιες δε από τις εργασίες αυτές αλλοίωναν την αρχιτεκτονική όψη της οικοδομής και κάποιες ήταν επικίνδυνες γι' αυτήν.
Κατόπιν των ανωτέρω, οι λοιποί ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, μεταξύ αυτών και ο ενάγων, προέβησαν σε καταγγελίες προς την Πολεοδομία Μαρκοπούλου και άσκησαν κατά της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-07-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και την από 24-07-2000 αγωγή.
Επί της τελευταίας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2637/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν άσκησης εφέσεων κατ' αυτής, η υπ' αριθ. 770/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού έγινε δεκτό ότι η πρώτη εναγομένη προέβη σε αυθαίρετες, παράνομες και αντίθετες προς τον κανονισμό της πολυκατοικίας οικοδομικές εργασίες, υποχρεώθηκε αυτή, μεταξύ άλλων, να προβεί στις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση εργασίες αποκατάστασης των αυθαιρεσιών.
Οι ανωτέρω ενέργειες των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας και ταυ ενάγοντος, ειδικότερα, αποτέλεσαν την αρχή μακράς δικαστικής αντιδικίας μεταξύ αυτών και των εναγομένων.
Έτσι, μετά την έκδοση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 2637/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, προέβη στις ακόλουθες δικαστικές ενέργειες σε βάρος του ενάγοντος:
Α) Υπέβαλε σε βάρος του τις ακόλουθες μηνύσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών:
1) στις 05-09-2002 υπέβαλε την από 30-08-2002 μήνυση για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι στις 24-06-2002 ο ενάγων απευθυνόμενος στον επιβλέποντα τα συνεργεία που εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες στο διαμέρισμα της πρώτης εναγομένης, Γ. Δ. , ζητώντας να του επιδείξει τη σχετική οικοδομική άδεια, εξύβρισε τις ελληνικές υπηρεσίες και είπε "είναι μαϊμού η άδεια, έπιασε 5 φράγκα ο Κ. (δηλαδή ο δεύτερος εναγόμενος) και νομίζει ότι κάτι είναι, είναι πλαστή η άδεια κάποιος τα ‘πιασε για να του βγάλει την άδεια", ακολούθως δε ότι στο ΑΤ Βάρης ενώπιον των αστυνομικών είπε "η οικοδομική άδεια είναι πλαστή, μαϊμού, ότι λάδωσε για να βγάλει την άδεια".
2) στις 10-10-2002 υπέβαλε την από 10-10-2002 μήνυση για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων με την από 26-08-2002 εξώδικη απάντηση-δήλωση που του κοινοποίησε και της οποίας έλαβαν γνώση ο δικαστικός επιμελητής που την επέδωσε και οι συνεργάτες του εναγομένου, ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τους ότι είναι ψευδής και αναληθής ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου ότι ο ενάγων κατέχει τα κλειδιά του διαμερίσματός του και δεν τα επιστρέφει.
Ισχυρίσθηκε επίσης, ο δεύτερος εναγόμενος, με την εν λόγω μήνυση ότι ο ενάγων, με την ίδια εξώδικη δήλωση ισχυρίσθηκε ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) απέστειλε τη δική του εξώδικη δήλωση για τη δημιουργία εντυπώσεων με τη μορφή αντιπερισπασμού, με σκοπό τη δημιουργία εγγράφων επί των οποίων στοχεύει να στηρίξει αβάσιμες αξιώσεις.
3) στις 20-01-2008 υπέβαλε την από 22-10-2007 μήνυση για την αξιόποινη πράξη της εκτέλεσης αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, για τον ενάγοντα, επικαλούμενος την ιδιότητά του, ως δικηγόρου: "αυτός λοιπόν έχει κατασκευάσει παράνομα και αυθαίρετα στην ανατολική και νότια εξωτερική όψη της πολυκατοικίας, αλλοιώνουν ουσιωδώς την εξωτερική όψη της πολυκατοικίας, κτίσμα επί του εξώστου του διαμερίσματός του, ενώ έχει τοποθετήσει αυθαίρετα διαχωριστικό στον εξώστη του διαμερίσματός του προς τη βόρεια πλευρά και εξωτερική όψη της πολυκατοικίας. Το κτίσμα έχει διαστάσεις 2,70μ Χ 5μ Χ 2,50 μ. με κάλυψη ικανοτάτου αριθμού τετραγωνικών μέτρων που δεν μπορούμε να υπολογίσουμε επακριβώς με αλουμινοκατασκευή και υαλοστάσια. Είναι αυτός που με απειλεί με εκτέλεση της εφετειακής. Αυτός που έπρεπε να έχει εντονότερη υπευθυνότητα, κατάφωρα παρανομών με περισσή θρασύτητα και άκρατη υποκρισία ... ".
4) στις 31-07-2009 υπέβαλε την από 12-07-2009 μήνυση για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, σε σχέση με την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών υπ' αριθ. ... /14-5-2009 ένορκη βεβαίωση του Γ. Χ. , που κατέθεσε επί πραγματικών περιστατικών που αφορούσαν οικοδομικές εργασίες των εναγομένων στο δώμα και σε κοινόχρηστους χώρους της εν λόγω πολυκατοικίας, κατά παράβαση του κανονισμού αυτής. Ειδικότερα, με την εν λόγω μήνυση ο δεύτερος εναγόμενος ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων και οι λοιποί συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας "προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους παράνομους στόχους τους τον έβαλαν (το Γ. Χ. ) να βεβαιώσει ενόρκως ό,τι ήθελαν".
5) στις 31-07-2009 υπέβαλε την από 15-07-2009 μήνυση για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και της απόπειρας παραπλάνησης των αρχών, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, για τον ενάγοντα ότι απευθυνόμενος στις αρμόδιες αρχές "τους δυσφήμησε ζητώντας την ανάκληση των οικοδομικών αδειών ότι αποπειράθηκε να παραπλανήσει τις αρχές με σκοπό να τους βλάψει, ότι πρωτοστατεί στις εναντίον τους διώξεις για ανύπαρκτες παραβάσεις τους επειδή με το "έτσι θέλω" επιδιώκει να τους καταταλαιπωρεί … ότι έχει προβεί με καταφανώς παράνομο και αυθαίρετο τρόπο στην κατασκευή δύο δωματίων στους εξώστες του διαμερίσματός του... ότι προσυπογράφει τις έγγραφες αναφορές του με την ένδειξη "Δικηγόρος π. Δικαστής ... " για επηρεασμό των αρχών και για εκφοβισμό τους ότι έχει καταστήσει τους λοιπούς συνιδιοκτήτες συνενόχους του στο αδίκημα της παραπλάνησης των αρχών με μοναδικό στόχο του να βλάψει τους εναγομένους, μη μπορώντας να αποδεχθεί ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) απολαμβάνει τη θέα της θάλασσας του Σαρωνικού, ενώ εκείνος ευρισκόμενος στον τρίτο όροφο βλέπει τον τοίχο της απέναντί του πολυκατοικίας".
Β) άσκησε σε βάρος του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δύο αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, την από 03-06-2010 και την από 20-6-2010 αίτηση, στις οποίες, μεταξύ άλλων, αναφέρει για τον ενάγοντα ότι πρωτοστατεί στις εναντίον τους διώξεις, ότι ενεργεί από κακότητα, ότι έχει προβεί παρανόμως σε κατασκευή τριών (3) δωματίων στους εξώστες του διαμερίσματός του, ότι συνεχίζουν, ο ενάγων και οι λοιποί συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, τη βρώμικη τακτική τους εναντίον του. Επιπλέον στο σημείωμα που κατέθεσαν οι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση αίτησής του περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων, αναφέρουν μεταξύ άλλων, για τον ενάγοντα: "ποιος τον πιάνει τον Κ. πλέον, με κορύφωση τον παραλογισμό του να αναφέρεται σε έλλειψη εγγράφων (που όλα υπάρχουν) για τον πέμπτο όροφο και του ιδίου, να αποδέχεται την μη ύπαρξη του πέμπτου ορόφου στην πολυκατοικία. Δηλ. τρελλαίνει κόσμο ο άνθρωπος".
Γ) άσκησε σε βάρος του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών:
1) την από 11-03-2009 αγωγή στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει για τον ενάγοντα: "πρωτοστατεί στις εναντίον μας διώξεις, έχει προβεί σε καταφανή παράνομο αλουμινοκατασκευή με υαλοστάσια, έχει δημιουργήσει δύο ακόμη δωμάτια, ενώ είχε προβεί και σε διαχωρισμό της βόρειας όψης του διαμερίσματός του ομοίως με υαλοστάσια".
2) την από 15-10-2009 αγωγή, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, για τον ενάγοντα: "ο άνθρωπος που του εμπιστευτήκαμε τα κλειδιά του διαμερίσματός μας αφού μας κατήγγειλε στην Πολεοδομία Μαρκοπούλου, άνοιξε στους αρμοδίους υπαλλήλους της για να επιδείξει τις παρανομίες μας προσβάλλει και συμπεριφέρεται (ο ίδιος και οι λοιποί συνιδιοκτήτες) άκοσμα και προκλητικά στους κατά καιρούς συνεργάτες μας [...] όταν έχει επισκέπτες (ο δεύτερος εναγόμενος) κάποιος ή κάποιοι εκ των συνενοίκων (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ενάγων) κλειδώνουν την πόρτα της κυρίας εισόδου της πολυκατοικίας, ώστε να υποχρεούται ο δεύτερος εναγόμενος να κατεβαίνει από τον τέταρτο όροφο στο ισόγειο της πολυκατοικίας, προκειμένου να ξεκλειδώσει την πόρτα, ώστε να μπορέσουν να φύγουν οι επισκέπτες του [...] ότι πρωτοστατεί στις εναντίον τους διώξεις (για ανύπαρκτες παραβάσεις) επειδή με το "έτσι θέλω" τους καταταλαιπωρεί [...] ότι δημιούργησε παρανόμως δύο ακόμη δωμάτια αλλοιώνοντας την εξωτερική όψη της πολυκατοικίας [...] ότι είχε δηλώσει στο δεύτερο εναγόμενο, σε ανύποπτο χρόνο, ότι θα εκμεταλλευθεί χώρους των εξωστών του, προκειμένου μετά την περίκλεισή τους από υάλινα διαχωριστικά να δημιουργήσει "ατελιέ" για τη σύζυγό του [...] ότι για να καλύψει τις παράνομες κατασκευές του έχει σταθερά κατεβασμένες τις τέντες, ώστε να μη φαίνονται από τους διερχόμενους τα δύο δωμάτια των εξωστών [...] ότι δυσφημεί και συκοφαντεί τους εναγομένους [...] ότι θέτει τη σφραγίδα του με την ένδειξη "Δικηγόρος π.
Δικαστής ... ", αυτό το κάνει για επηρεασμό των αρχών ή προς εκφοβισμό τους [...] ότι καθιστά τους λοιπούς συνιδιοκτήτες συνενόχους του στο αδίκημα της παραπλάνησης των αρχών με τις διαδοχικές και άσκοπες ενέργειές του, με μοναδικό στόχο να βλάψει τους εναγομένους, μη μπορώντας να αποδεχθεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος απολαμβάνει τη θέα της θάλασσας του Σαρωνικού, ενώ εκείνος βλέπει τον τοίχο της απέναντι του πολυκατοικίας ότι στον τρίτο όροφο βλέπει τον τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας ότι διέπραξε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των εναγομένων διαδίδοντας εγγράφως δυσμενείς γι' αυτούς πληροφορίες εν γνώσει της αναλήθειάς τους [...] ότι διέπραξε το αδίκημα της απόπειρας παραπλάνησης των δημοσίων αρχών απευθύνοντας προς αυτές έγγραφα άνευ ουσίας, στην προσπάθειά του να τις εμπλέξει σε άσκοπη και άδικη ταλαιπωρία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ισχυρίσθηκε σε βάρος τον ενάγοντος, διά των προαναφερομένων δικογράφων, ο δεύτερος εναγόμενος ενεργώντας όπως προεκτέθηκε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, είναι ψευδή. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι η εκδοθείσα για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο διαμέρισμα της πρώτης εναγομένης είναι πλαστή "μαϊμού", ότι ο δεύτερος εναγόμενος "λάδωσε για να την βγάλει" και ότι "κάποιος τάπιασε για να του βγάλει την άδεια".
Επίσης ουδέποτε ο ενάγων διέδωσε σε βάρος των εναγομένων εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, ούτε επιχείρησε να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές με ανακριβείς καταγγελίες για εκτέλεση αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου.
Αντιθέτως, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος πράγματι προέβη παρανόμως στην εκτέλεση αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών στο διαμέρισμα της πρώτης εναγομένης, κάποιες από τις οποίες αλλοιώνουν την εξωτερική μορφή της πολυκατοικίας και κάποιες άλλες είναι επικίνδυνες για τις λοιπές ιδιοκτησίες, όπως τούτο έγινε δεκτό με την προεκτεθείσα υπ' αριθ. 770/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επομένως, καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων, όπως και οι λοιποί ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας, με τις καταγγελίες τους προς τις αρμόδιες αρχές, τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και την αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων αποσκοπούσαν στο να προστατεύσουν τα απορρέοντα από το νόμο και τον κανονισμό της πολυκατοικίας δικαιώματά τους, τα οποία οι εναγόμενοι παραβίασαν και όχι να δυσφημήσουν τους τελευταίους.
Κατά μείζονα δε λόγο, εφόσον οι εναγόμενοι προέβησαν πράγματι στην εκτέλεση αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών, είναι ψευδής ο ισχυρισμός τους ότι ο ενάγων, μη αποδεχόμενος το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος, σε αντίθεση με αυτόν (ενάγοντα), απολαμβάνει από το διαμέρισμά του τη θέα του Σαρωνικού, αφενός μεν πρωτοστατούσε επιδεικνύοντας μάλιστα περισσή θρασύτητα, υποκρισία, κακότητα και ακολουθώντας βρώμικες πρακτικές, με συνενόχους τους λοιπούς συνιδιοκτήτες στην καταταλαιπώρησή αυτών (εναγομένων), αποδίδοντάς τους ανύπαρκτες παραβάσεις, αφετέρου δε ότι έπεισε τον Γ.
Χ. να προβεί σε ψευδή ένορκη βεβαίωση περί της εκτέλεσης από τους εναγομένους αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών. Ψευδής είναι επίσης ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων υπέγραφε ως δικαστής των ... να σκοπό να επηρεάσει ή να εκφοβίσει τις αρχές στις οποίες απευθυνόταν, καθόσον αποδείχθηκε ότι με τις καταγγελίες, που ήταν αληθείς, ο ενάγων και οι λοιποί συνιδιοκτήτες διεκδικούσαν υφιστάμενα νόμιμα δικαιώματά τους, χωρίς για την ικανοποίησή τους να παρίσταται ανάγκη επηρεασμού ή εκφοβισμού των αρχών.
Περαιτέρω είναι ψευδής, αφού δεν αποδείχθηκε, ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου ότι παρέδωσε στον ενάγοντα τα κλειδιά του διαμερίσματος της πρώτης εναγομένης και ότι ο τελευταίος τα χρησιμοποίησε για να εισέλθουν στο διαμέρισμα οι υπάλληλοι της αρμόδιας Πολεοδομίας. Ψευδής είναι επίσης ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου ότι ο ενάγων προέβη στην αυθαίρετη κατασκευή τριών δωματίων στους εξώστες του διαμερίσματός του, καθόσον αποδείχθηκε ότι προέβη μόνο στην τοποθέτηση ρολών προσωρινής χρήσης, που δεν υπάγονται στην κατηγορία των μόνιμων κατασκευών.
Τέλος αποδείχθηκε ότι είναι ψευδής, αφού δεν αποδείχθηκε, ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου ότι ο ενάγων συμπεριφερόταν άκομψα και προκλητικά στους συνεργάτες αυτού (δευτέρου εναγομένου), καθώς και ότι κλείδωνε την πόρτα εισόδου της πολυκατοικίας για να δυσχεραίνει την έξοδο των επισκεπτών του δευτέρου εναγομένου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος διέδωσε τα ανωτέρω ψευδή πραγματικά περιστατικά, των οποίων έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα, γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Τέλεσε, επομένως την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Επιπλέον αποδείχθηκε ότι με τις προαναφερόμενες πέντε μηνύσεις ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας, όπως ανωτέρω, κατεμήνυσε τον ενάγοντα εν γνώσει του ψευδώς αποδίδοντας του την τέλεση των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, με σκοπό να πετύχει την ποινική του δίωξη γι' αυτές, την οποία πέτυχε. Ειδικότερα, κατόπιν των εν λόγω μηνύσεων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις, ήδη δε εκδόθηκαν επί των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των προαναφερομένων μηνύσεων τα υπ' αριθ. 2335/2005, 3627/200 3549/2011 και 4717/2012 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αντίστοιχα, με τα οποία το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος ενάγοντος, ενώ επί της τέταρτης μήνυσης εκδόθηκε η υπό στοιχεία ΕΓ36-12/186/77Δ/2012 απορριπτική αυτής διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η κατ' αυτής δε ασκηθείσα προσφυγή του δευτέρου εναγομένου απερρίφθη με την υπ' αριθ. 70/2013 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα πραγματικά περιστατικά που ισχυρίσθηκε σε βάρος του ενάγοντος δια των προαναφερομένων δικογράφων ο δεύτερος εναγόμενος είναι αληθή, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ισχυρισμός τους ότι προέβησαν στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό, όχι να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά να διαφυλάξουν και να προστατεύσουν νόμιμα δικαιώματά τους, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως μη νόμιμος, καθόσον οι προαναφερόμενες δυσμενείς και προσβλητικές εκφράσεις που περιέχονται στα ανωτέρω δικόγραφα, όπως προεκτέθηκε, περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, με αποτέλεσμα να μην αίρεται, για τον ανωτέρω επικαλούμενο λόγο, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης (άρθρο 367 παρ. 2 σε συνδ.
με παρ. 1 ΠΚ).
Εν όψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος με την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του, που συνιστά τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης, προσέβαλε παρανόμως και υπαιτίως την τιμή, την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητα του ενάγοντος, ο οποίος υπέστη μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία, καθόσον ενεπλάκη ανυπαιτίως σε μακρό δικαστικό αγώνα και έγινε αποδέκτης των ανωτέρω ψευδών και ιδιαιτέρως απαξιωτικών εκδηλώσεων που υποδηλώνουν έντονη αμφισβήτηση της τιμής και της υπόληψής του εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου.
Έτσι ο τελευταίος, ενεργώντας ως ανωτέρω, ατομικά και με την ιδιότητά του ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, προκάλεσε στον ενάγοντα ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται αυτός χρηματική ικανοποίηση. Το ποσό αυτής πρέπει να ορισθεί σε 20.000 ευρώ, (σημ. ότι το ποσό αυτό διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4353/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε 30.000 ευρώ), το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων, ειδικότερα δε των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της εξακολουθητικής συμπεριφοράς του δευτέρου εναγομένου, της εμμονής του να ασκεί σε βάρος του ενάγοντος αβάσιμα δικόγραφα περιέχοντα εν γνώσει του ψευδείς και προσβλητικούς ισχυρισμούς, ακόμη και μετά την έκδοση της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 770/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως η εκτέλεση εκ μέρους αυτού (δευτέρου εναγομένου) αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών στο διαμέρισμα της πρώτης εναγομένης και, επομένως, η αλήθεια των ισχυρισμών του ενάγοντος, του βαθμού πταίσματος του δεύτερου εναγόμενου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση|».
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, που είχαν δικασθεί ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, εν μέρει και δη για το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ και ΠΚ (πλην της 932 ΑΚ, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα), η δε απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, αναφέρεται, με πληρότητα και σαφήνεια, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων (εναγομένων) στις αναφερόμενες σ' αυτή μηνύσεις, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων και αγωγές τους, κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, ήταν ψευδείς και έγιναν από αυτούς εν γνώσει της αναληθείας τους, ότι η δυσφήμηση που προκάλεσαν αυτοί εις βάρος του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) υπήρξε συκοφαντική και ότι, με αυτές, απέβλεπαν στην ποινική του δίωξη, (την οποία και επέτυχαν), την ταλαιπωρία του και τον επαγγελματικό και κοινωνικό του στιγματισμό και ως εκ τούτου η συμπεριφορά τους αυτή, εξαιτίας της οποίας προσβλήθηκε η προσωπικότητα του τελευταίου, κρίθηκε ως αδικοπρακτική, γεγονός, που δικαιολογεί την παροχή σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το γεγονός δε, ότι η συμπεριφορά των αναιρεσειόντων (εναγομένων) περιέχει τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, κωλύει την εφαρμογή της διάταξης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής, σε περίπτωση, που η τελευταία είχε εκδηλωθεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον των αναιρεσειόντων (εναγομένων), κάτι, όμως, που απέκλειαν οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το χαρακτήρα της ανωτέρω συμπεριφοράς και δικαιολογούν την, κατ' ουσίαν, παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της εκ της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1 Π Κ ενστάσεως των αναιρεσειόντων, εναγομένων.
Ενώ, περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη και άλλων παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, για να αιτιολογηθεί η εκ μέρους των αναιρεσειόντων - εναγομένων γνώση του ψευδούς των αποδοθέντων στον αναιρεσίβλητο, με τα προαναφερθέντα διαδικαστικά έγγραφα (μηνύσεις, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, αγωγές), γεγονότων ως προϋπόθεσης της ένδικης συκοφαντικής συμπεριφοράς τους, ούτε έπρεπε, για την πληρότητά της, να αναφέρονται και τα κίνητρα, που ώθησαν τους αναιρεσείοντες να προβούν στις επίμαχες πράξεις τους, διότι αυτά είναι αδιάφορα για την εφαρμογή των ανωτέρω νομικών διατάξεων, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόσθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, οι επιμέρους αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (υπαγόμενες όλες στον επιγραφόμενο στο αναιρετήριο ως "1ο λόγο Αναίρεσης"), με τις οποίες οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Ενώ, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του και συγκεκριμένα περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνισταμένης στη συναγωγή των πραγματικών περιστατικών, που υπήχθησαν στις ανωτέρω, εφαρμοσθείσες, ουσιαστικές διατάξεις, κατόπιν εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων και των αποδεικτικών εγγράφων, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, έτσι, πλήττεται, ευθέως, η εκτίμηση των αποδείξεων, που κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δεδομένου ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, οποιαδήποτε εκ των εξαιρετικών περιπτώσεων, που αναφέρονται στην διάταξη αυτή.
Εξ άλλου, η αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, περιέχει όλα τα ουσιώδη στοιχεία των προαναφερθεισών διατάξεων, που την καθιστούν ορισμένη, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ και είναι αντίστοιχα αυτών, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ήτοι την παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος ενεργούσε, εν προκειμένω, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης, συνισταμένη στη συκοφαντική δυσφήμηση, με προβολή, εν γνώσει αυτού, ψευδών ισχυρισμών σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος και την, εντεύθεν, προσβολή της προσωπικότητάς του.
Ειδικότερα, αναφέρονται στο ένδικο αγωγικό δικόγραφο τα, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ψευδή πραγματικά περιστατικά, που οι εναγόμενοι επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση των σε βάρος του μηνύσεων, αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και αγωγών, η γνώση τους περί της αναλήθειας αυτών (ισχυρισμών), η πρόθεσή τους να προκαλέσουν (διά των μηνύσεων και δικογράφων) την ποινική του δίωξη, καθώς την προσβολή της τιμής, της υπόληψης και εν γένει της προσωπικότητάς του, και, τέλος, ότι συνεπεία της προσβολής αυτής προκλήθηκε, σ' αυτόν, ηθική βλάβη.
Συνεπώς, το Εφετείο που δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ορισμένη, δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και, η περί του αντιθέτου διατυπούμενη, στο αναιρετήριο δικόγραφο σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη.
[ΙΙ] Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Επομένως, η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον από το άρθρο 367 ΠΚ ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα των πράξεών τους, αφού με αυτές απέβλεπαν στην προστασία πληγέντων από τον αναιρεσίβλητο, νομίμων δικαιωμάτων τους, είναι αβάσιμη, καθόσον, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τον επίμαχο ισχυρισμό και, ρητώς, τον απέρριψε.
Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον αντιφάσκει προς την προηγούμενη, με την οποία αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης του ίδιου ισχυρισμού.
[ΙΙΙ] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο δεν εισήλθε στην εκτίμηση των αποδείξεων αλλ' απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή απαράδεκτο (ΑΠ 376, 380, 381/2008, ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1385/2006). Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω, η σχετική αναιρετική αιτίαση, με την οποίαν αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη, συνισταμένη στην παραδοχή ως αληθινής, χωρίς απόδειξη, της από το άρθρο 367 παρ. 2 αντένσταση (βλ.
ΑΠ 1462/2005) του ήδη αναιρεσίβλητου, κατά την οποία οι ήδη αναιρεσείοντες, εναγόμενοι προέβησαν στις επίμαχες πράξεις τους, παρότι αυτές δεν ήταν αναγκαίες για τη διαφύλαξη νομίμων δικαιωμάτων τους, είναι αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω, από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας σχετικής αντένστασης του αντιδίκου τους, ενώ, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.
Έτσι, ο λόγος αυτός, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με σχετική αιτίαση της κρινόμενης αίτησής τους, από τον αριθμό 11 γ' ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερθέν πόρισμα, παρέλειψε να λάβει υπόψη του σειρά εγγράφων, τα οποία αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, προς ανταπόδειξη, αλλά και απόδειξη της από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ένστασής τους. Και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη:
1) την από 23-07-2014 ένορκη βεβαίωση του Γ. Δ. .
2) Τις ένορκες βεβαιώσεις ... και ... των Ι. Κ. του Α. και Ι. Κ. .
3) Τις από 25-10-2010 έγγραφες εξηγήσεις του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών εφαρμογών Μαρκοπούλου Μεσογαίας, Μ. Ν. , σε συνδυασμό με την περιγραφή της από 11-05-2009 έκθεσης αυτοψίας των υπαλλήλων Σ. Π. και Α. Δ. και την από Ιουνίου - Ιουλίου δικαστική πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Δ. Α. .
4) Την από Ιανουαρίου 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Λ. .
5) Την από 22-04-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διπλ. Ηλεκτρολόγου μηχανικού Γ. Π. .
6) Την από 28-04-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου προς το Γ. Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, Νομαρχία Ανατ. Αττικής, ΥΠΕΧΩΔΕ,.
7) Το από 20-05-2009 συμπληρωματικό υπόμνημα του ήδη αναιρεσίβλητου.
8) Το από 29-05-2009 προς τους Νομάρχη, Αντινομάρχη, Γεν. Διευθυντή της Νομαρχίας Ανατολικής Ατικής, συνυπογραφόμενο και από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της ένδικης πολυκατοικίας, έγγραφο, που προσυπογράφει ο ήδη αναιρεσίβλητος ως "τ. Δικαστής ... ".
9) Τις ... και ... /2009 αιτήσεις του ήδη αναιρεσιβλήτων και των λοιπών προς την Πολεοδομία Μαρκοπούλου.
10) Την 882/2013 απόφαση Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
11) Την 883/2013 απόφαση, επίσης, του ανωτέρω Δικαστηρίου.
12) Το από 24-02-2009 υπόμνημα του ήδη αναιρεσιβλήτου προς τον Εισαγγελέα πρωτοδικών Αθηνών, με την από 20-05-2009 ένστασή του προς το ΤΠ και ΤΕ Μαρκοπούλου Μεσογαίας, καθώς και το από 27-02-2009 αίτημα του αναιρεσιβλήτου προς το διευθυντη του Πολεοδομικού γραφείου Μαρκοπούλου Αττικής, το οποίο υπογράφει ως "Δικηγόρος τ. Δικαστής ... ".
13) Την από Ιουνίου - Ιουλίου πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Δ. Α. .
14) Τις από 22-02-2016 προτάσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
15) Την από 04-09-2009 αίτηση ακύρωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
16) Τη 44 σελίδα των ανωτέρω προτάσεων του ήδη αναιρεσίβλητου.
17) Τις σελ. 18 και 53 των ίδιων, ως άνω, προτάσεων. Και,
18) την από 18-11-2010, ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος, όμως, αυτός κατά τις αιτιάσεις του ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο την ένδικη αγωγή και τις προτάσεις στο Εφετείο του ήδη αναιρεσείοντος (ως άνω αναφερόμενα με αριθμούς: 14, 16, 17 και 18), κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον αυτά αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και όχι αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια των αναφερομένων στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας απόφασης δικονομικών διατάξεων. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος λόγος, είναι αβάσιμος, διότι, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση ότι, το Εφετείο, συνήγαγε το πόρισμά του: «| […] Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, με επιμέλεια των εναγομένων- εκκαλούντων, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται [...]|», σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα προαναφερόμενα, που φέρεται ότι αγνοήθηκαν.
[V] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1592/18, ΑΠ 293/2009, ΑΠ 1612/2005, ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1376/1996).
Με σχετική αναιρετική αιτίαση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα αναφερόμενα, προς θεμελίωση του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11 γ' ΚΠολΔ, έγγραφα, την καθοριζομένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, αναφορικά με τη νομιμότητα των αδειών τους και την εκ μέρους τους έγκαιρη αποκατάσταση των μικροϋπερβάσεων, κατά τις υποδείξεις των αρμοδίων Υπηρεσιών, τα οποία οδηγούσαν στην παραδοχή των ανταποδεικτικών ισχυρισμών τους και, εντεύθεν, στην απόρριψη της, εναντίον τους, ένδικης αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον αντιφάσκει προς τον προηγούμενο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε, καθόλου, υπόψη του τα ίδια έγγραφα, στα οποία, κατά τον παρόντα λόγο, δεν προσέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, ισοδύναμα, όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα επίμαχα, πλην, βεβαίως, των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης δίκης, τα οποία, όπως και ανωτέρω σημειώθηκε, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα και, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό τους και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως μιας αποφάσεως, αν το δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά παράβαση νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση, που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Με την έννοια του δεδικασμένου νοείται η δεσμευτικότητα της αναγνωριζόμενης στην απόφαση ως επελθούσης έννομης συνέπειας. Έτσι, η εσφαλμένη παραδοχή της αποφάσεως ως προς την ύπαρξη ή όχι τέτοιας δεσμευτικότητας δημιουργεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως. O παρών λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διαπιστώσει ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο (ΑΠ 1173/12, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 4/2007, ΑΠ 514/2002).
Επομένως, η αναιρετική αιτίαση, από την προαναφερθείσα διάταξη, με την οποία οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερθέν πόρισμα αυτού, δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του ήδη αναιρεσίβλητου για τις πράξεις, που τον καταμήνυσαν, καθώς και από την 70/2013 απορριπτική διάταξη του εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για την τέταρτη των μηνύσεών τους κατά του αντιδίκου τους, είναι αβάσιμη.
Και τούτο διότι, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το επικαλούμενο δεδικασμένο.
[VII] Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όμως δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 391/2001 1425/2002 1813/2005, 300/2006 355/2008 1289/2011), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.
Αντίθετα συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βεβαία ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002). Δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 τou άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003 402/2004 832/2009 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993 194/2005).
Με την κρινόμενη αίτησή τους, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων προς θεμελίωση των προαναφερθεισών, από τους αριθμούς 11 γ' και 12 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εγγράφων. Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον:
α) τα αναφερόμενα ανωτέρω με αριθμούς 14, 16, 17 και 18 (προτάσεις στο Εφετείο και ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου) δεν συνιστούν, κατά τα προαναφερθέντα, αποδεικτικά έγγραφα και, συνεπώς, έγγραφα κατά την έννοια του παρόντος αναιρετικού λόγου, όπως, επίσης, δεν αποτελούν τέτοια και οι εκθέσεις αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης και, επομένως, δεν ιδρύεται.
β) Σε σχέση με τα υπόλοιπα έγγραφα δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο τους (κατά λέξη παραστιθέμενο), ούτε το διαφορετικό περιεχόμενο, που κατά τους ίδιους (αναιρεσείοντες) προσέδωσε σε καθένα από αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στοιχεία που είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αναγκαία για να μπορεί να θεωρηθεί ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος και, ως εκ τούτου, είναι αόριστος. Και,
γ) με τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, προς θεμελίωσή του, πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, από το Δικαστήριο της ουσίας, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος, καθ' ο μέρος αφορά την παραμόρφωση όσων εκ των επικαλουμένων εγγράφων, συνιστούν τέτοια, κατά την προαναφερθείσα έννοια, είναι αβάσιμος, καθόσον, από τις προεκτεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, σωστά τα ανέγνωσε, αλλά συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες.
[VIII] Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα, η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 80/2018).
Επομένως, με το να επιδικάσει, το Εφετείο, στον ήδη αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη από την αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων-εναγομένων, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι υπέρμετρα μεγάλο, σε σχέση με εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, η σχετική αναιρετική αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη ότι, με το να επιδικάσει στον αντίδικό τους, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποίαν αυτός υπέστη, από την προσβολή, εκ μέρους αυτών της προσωπικότητάς του, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, που είναι δυσαναλόγως μεγάλο, σε σχέση με αυτά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή του κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
[ΙΧ] Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου της, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον καθορίσθηκε και επιδικάσθηκε, με αυτή, στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της, προς τούτο, διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου και, επομένως, κατά παραβίαση της απορρέουσας από τη διάταξη της παρ. 1 άρθρου 25 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, το ανωτέρω ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη αυτός από την, αναφερόμενη σ' αυτή (προσβαλλομένη), παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση, ώστε να επανακαθορισθεί το ποσό της εύλογης αποζημιώσεως, που πρέπει να καταβάλουν οι ήδη αναιρεσείοντες, εναγόμενοι στην ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, για την ένδικη αιτία, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν, προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 01-01-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε στη δίκη αυτή πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο, σχετικό, αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4554/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την 4353/2018 διορθωτική αυτής απόφαση, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση, στο (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση, ώστε να επανακαθορισθεί, από αυτό, κατά τ' αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο πρέπει να επιδικασθεί στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, για την ένδικη αιτία.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ