Legislator Case Law & Legislation
501/2016 AI generated

501/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 501/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 501 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

501/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 501 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
sanction against insured claimant security deposit for costs unpaid licensing royalties denial of public subsidies unsubstantiated claims licensing fees
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 501 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 501/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Τρικκαίων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το … αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Μπαρσούκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βλαχογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/11/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 10/1/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 155/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 31-5-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 9/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγινε δεκτή η από 30-12-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος Εστιαιώτιδας καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσείων, να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.000 ευρώ, κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 34/2015).

Εν προκειμένω το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: "Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, που καταρτίστηκαν προφορικά, το έτος 2004, στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων, μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος διατηρεί στον ως άνω τόπο ταβέρνα - εστιατόριο, και του τότε ... Χ. Κ., ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο Δήμο Εστιαιώτιδας (οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι, κατά το νόμο, ο εκκαλών Δήμος Τρικκαίων), που συνίσταντο στην παραχώρηση της αίθουσας εκδηλώσεων που διαθέτει στο κατάστημα του και στην προσφορά. γευμάτων στους προσκεκλημένους του εναγομένου, σε διάφορα χρονικά σημεία εντός του πιο πάνω έτους (2004), ο δε εναγόμενος Δήμος ανέλαβε να καταβάλλει το τίμημα που κάθε φορά θα αντιστοιχούσε στα παρασχόμενα γεύματα. Ειδικότερα, το τίμημα ορίστηκε σε 20 ευρώ ανά άτομο, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., στο ποσό δε αυτό περιλαμβάνονταν μία μερίδα μπριζόλας ανά άτομο, μία σαλάτα ανά δύο άτομα, κηπευτικά ανά δύο άτομα, τυριά διάφορα ανά δύο άτομα, κρασιά και αναψυκτικά απεριόριστα και επιδόρπιο από γλυκά και φρούτα, ενώ το τίμημα για τυχόν επιπλέον έξοδα, όπως λ.χ. ανθοδέσμες, κατανάλωση ουίσκι κ.λπ., θα ήταν εκείνο που χρέωνε ο ενάγων στην ταβέρνα που διατηρούσε. Πλην όμως, οι ανωτέρω συμβάσεις που καταρτίστηκαν με τον εναγόμενο Δήμο, δεν περιβλήθηκαν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού ΝΠΔΔ" έγγραφο τύπο, αλλά αντίθετα καταρτίστηκαν κατά παράβαση των άρθρων 93 παρ. 1, 266 και 267 του ισχύοντος (ενόψει του χρόνου κατάρτισης της επίδικης ένδικης σύμβασης) πδ. 410/1995, ως συμβάσεις απευθείας ανάθεση από τον τότε Δήμαρχο του Δήμου Εστιαιώτιδας, χωρίς όμως να συντρέχει έκτακτη και επείγουσα περίπτωση ειδικά αιτιολογημένη. Επομένως είναι άκυρες και το Νομικό Πρόσωπο του Δήμου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε από αυτές, η οποία συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών που δέχθηκε και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν εάν προέβαινε στην αποδοχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση έργου. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων παρέθεσε : α) περί τα μέσα Ιανουαρίου 2004, γεύμα σε 35 προσκεκλημένους του εναγομένου, αξίας (35 Χ 20 =) 700 ευρώ, β) περί τα μέσα Μαρτίου 2004, γεύμα σε 45 προσκεκλημένους, αξίας (5 Χ 20 =) 900 ευρώ, γ) περί τις αρχές Μαΐου 2004, γεύμα σε 58 προσκεκλημένους, αξίας (58 Χ 200 =) 1.160 ευρώ. Κατά τις πιο πάνω εκδηλώσεις καταναλώθηκαν και 3 ουίσκι, αξίας συνολικής 15 ευρώ, όπως φαίνεται από σχετικά, πρόχειρα δελτία παραγγελίας που προσκομίζονται, εκδόθηκε δε σχετικώς το με αριθ. ... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης, ποσού, με Φ.Π.Α, 2.997 ευρώ, που επίσης προσκομίζεται. Ακόμη, παρέθεσε: α) περί τα μέσα Μαΐου 2004, γεύμα σε 55 προσκεκλημένους, αξίας (55 Χ 20 = ) 1.100 ευρώ, β) περί τα μέσα Ιουνίου 2004, γεύμα σε 40 προσκεκλημένους, αξίας (40 Χ 20 =) 800 ευρώ, γ) περί τα μέσα Ιουλίου 2004, γεύμα σε 44 προσκεκλημένους, αξίας (44 Χ 20 =) 880 ευρώ. Κατά τις πιο πάνω εκδηλώσεις καταναλώθηκαν και 5 ουίσκι, αξίας συνολικής 24 ευρώ, όπως φαίνεται από σχετικά, πρόχειρα δελτία παραγγελίας που προσκομίζονται, εκδόθηκε δε σχετικώς το με αριθ. ... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης, ποσό, με Φ.Π.Α., 3.028,32 ευρώ, που επίσης προσκομίζεται. Ακόμη, παρέθεσε : α) περί τα μέσα Αυγούστου 2004, γεύμα σε 48 προσκεκλημένους, αξίας (48 Χ 20 =) 960 ευρώ, β) περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2004, γεύμα σε 40 προσκεκλημένους, αξίας (40 Χ 20 =) 800 ευρώ και γ) κατά τα μέσα Σεπτεμβρίου 2004 γεύμα σε 50 προσκεκλημένους, αξίας (50 Χ 20 =) 1.000 ευρώ. Κατά τις πιο πάνω εκδηλώσεις καταναλώθηκαν και 7 ουίσκι, αξίας συνολικής 35 ευρώ, όπως φαίνεται από σχετικά, πρόχειρα δελτία παραγγελίας, που προσκομίζονται, εκδόθηκε δε σχετικώς το με αριθ. ... δελτίο αποστολής -τιμολόγιο πώλησης, ποσού, με Φ.Π.Α., 3.018,60 ευρώ, που επίσης προσκομίζεται. Τέλος, παρέθεσε: α) περί τις αρχές Οκτωβρίου 2004, γεύμα σε 75 προσκεκλημένους αξίας (75 Χ 20 =) 1.500 ευρώ, β) περί τα τέλη Οκτωβρίου 2004 γεύμα σε 28 προσκεκλημένους αξίας (28 Χ 20 =) 560 ευρώ και. γ) κατά τα μέσα Νοεμβρίου 2004, γεύμα σε 33 προσκεκλημένους, αξίας (33 Χ 20 =) 660 ευρώ και προσφέρθηκαν 2 ανθοδέσμες, αξίας 30 ευρώ εκάστη, καταναλώθηκαν δε 7 ουίσκι, συνολικής αξίας 34 ευρώ, όπως φαίνεται από σχετικά, πρόχειρα δελτία παραγγελίας που προσκομίζονται, εκδόθηκε δε σχετικώς το με αριθ. 7/2004 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης, ποσού, με Φ.Π.Α., 3.039,12 ευρώ, που επίσης προσκομίζεται. Η συνολική αξία των ανωτέρω γευμάτων και λοιπών προϊόντων που καταναλώθηκαν, ανέρχεται στο ποσό των 12.083,11 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος ουδέποτε κατέβαλε, παρά τις επανειλημμένες, εκ μέρους του ενάγοντος οχλήσεις, πλουτίζοντας με τον τρόπο αυτόν αδικαιολογήτως σε βάρος του τελευταίου, κατά το ποσό των 12.083,11 ευρώ και ήδη, μετά τον περιορισμό του ποσού αυτού από τον ενάγοντα, κατά 12.000 ευρώ". Το ποσό αυτό έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα ο εναγόμενος κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, "καθόσον συνιστά την ωφέλεια που ο εναγόμενος Δήμος απέκτησε από τις άκυρες συμβάσεις έργου, η οποία συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών που δέχθηκε και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν εάν προέβαινε στην αποδοχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση έργου...". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη ευθεία παραβίαση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές της απόφασής του προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, ούτε αυτή ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές του, καθόσον μάλιστα η σχετική ένσταση που υποβλήθηκε από τον εναγόμενο πρωτοδίκως και απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, δεν επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης από τον αναιρεσείοντα, ώστε εν όψει του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ να μπορεί να θεμελιωθεί παραδεκτός, κατ’ αρχήν, λόγος αναίρεσης. Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, που απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της κύριας με την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΑΠ 390/2011). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους μόνον λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 8, 12, 13 και 19 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός αυτός των λόγων αναίρεσης, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και τη βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, εξυπηρετεί δε το γενικό συμφέρον, το οποίο υπαγορεύει, ιδίως σε διαφορές απλές ή μικρής ουσιαστικής σημασίας, την σε σύντομο χρόνο παροχή έννομης προστασίας, αφού η διαιώνιση του δικαστικού αγώνα σε αυτού του είδους τις διαφορές ενδέχεται να καθιστά ασύμφορη την προσφυγή στα δικαστήρια προς ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων και κατά συνέπεια αναποτελεσματική την παρεχόμενη δικαστική προστασία (ΑΠ 981/2007). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωση τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος προφορική κατάρτιση με τον εναγόμενο Δήμο διαδοχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών προς αυτόν, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο αναιρεσείων, ζήτησε την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής του, την οποία περιόρισε στο ποσό των 12.000 ευρώ. Επικουρικά ζήτησε το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι: "Άλλως και όλως επικουρικώς, και σε περίπτωση που οι ως άνω προφορικές συμβάσεις περί παροχής υπηρεσιών μου, ήτοι της προσφοράς υπηρεσιών μου (εξυπηρέτηση και φαγητό) στην ταβέρνα μου σε προσκεκλημένους του Δήμου, που συνήφθησαν με πρωτοβουλία του νόμιμου εκπροσώπου και πρώην δημάρχου του Δήμου μαζί μου κριθούν άκυρες, για τον λόγο ότι έπρεπε να περιβληθούν τον τύπο του ιδιωτικού έγγραφου ή ότι απαιτούνταν για κάθε μία απόφαση του Δημάρχου και έγκριση αυτού ή της Δημαρχιακής επιτροπής ή ότι δεν τηρήθηκε κάποιος συγκεκριμένος τύπος και διαδικασία, ανάλογη με άλλες περιπτώσεις ή εξ άλλης τυχόν ακυρότητας που αναφέρεται στον τρόπο συνάψεως των συμβάσεων του Δήμου με τρίτο, τα παραπάνω ποσά όπως αναλυτικά εκτίθενται στην κύρια βάση της αγωγής μου και τα οποία συμποσούμενα ανέρχονται στο ποσόν των 12.083,04 ευρώ, ποσό το οποίο περιορίζω στο ποσόν των 12.000 ευρώ, για να τύχει η αγωγή μου αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, πρέπει να μου καταβληθούν βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού ο Δήμος θα συνήπτε σύμβαση με άλλον που εκμεταλλεύοταν ταβέρνα, έχοντας και αυτός τα ίδια προς τούτο προσόντα με μένα (εκμεταλλευόμενος ταβέρνα - εστιατόριο) και θα προσέφερε και αυτός στους εκάστοτε πελάτες του τις υπηρεσίες του (εξυπηρέτηση και φαγητό) έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής εκ 20 ευρώ ανά άτομο κατ’ αποκοπή, και θα προσέφερε στην τιμή αυτή τα ίδια φαγητά και ποτά με εμένα στο Δήμο Εστιαιώτιδας, με έγκυρες συμβάσεις, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες με μένα και θα κατέβαλλε τα ίδια ποσά που πρέπει να καταβάλει σε μένα, και κατέστη έτσι πλουσιότερος, άνευ νομίμου αιτίας και εις βάρος της περιουσίας μου, η δε ωφέλεια αυτή σώζεται...". Η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), υπό την ενδοδιαδικαστική, δηλαδή, αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση, περιλαμβάνει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα όλα τα απαιτούμενα για τη νομική της θεμελίωση στοιχεία και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, εφόσον εκτιμηθεί ότι μ’ αυτόν προβάλλεται ποσοτική αοριστία της αγωγής, την οποία παρέβλεψε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι το σχετικό σφάλμα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο μόνον από τους αριθμούς 8 ή 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα η σχετική πλημμέλεια δεν ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 276 Ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987 σε συνδυασμό με το άρθρο 276 Ν. 3463/2006), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ