501/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 501 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2011
Legislator headnote
AI generated501/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 501 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 501 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Ν. Φ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ρ. συζ. Γ. Χ., το γένος Ν. Φ., κατοίκου ..., 3. Ν. Χ. του Γ. κατοίκου Αυστρίας και 4. Μ.-Ι. Χ. του Γ., κατοίκου Βιέννης Αυστρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Μανιάτη-Μπούντρου. Στο σημείο αυτό η ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος Γ. Φ. του Ν. απεβίωσε στις 15-12-2009 και κληρονομήθηκε από την Ρ. συζ. Γ. Χ., το γένος Ν. Φ., ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο, ήδη (2η αναιρεσίβλητη), η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-1981 αγωγή των Ι., Γ., Ζ. και Ρ. Φ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/1982, 402/1984 μη οριστικές, 1/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2006 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 7-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα στις 15-12-2009, επήλθε στη Χαλκίδα ο θάνατος του πρώτου αναιρεσίβλητου Γ. Ν.Φ.. Η εγγύτερη αυτού συγγενής και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, Ρ. Γ. Χ., το γένος Ν. Φ., αδελφή του, δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από την ίδια έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, γνωστοποίησε νόμιμα το θάνατο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου της και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Παραδεκτά, κατ'αρχήν, φέρονται προς συζήτηση οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 13-2-2009 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 64/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της 705/13-4-2009 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου (Δ') Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (αρθρ.12 παραγρ.1 και 2 του Ν.2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά μεν με το άρθρο 28 του Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του Ν.2721/1999). Κατά την ομόφωνη, όμως, γνώμη του πιο πάνω τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κρίνεται απαράδεκτος. Εφόσον, επομένως, λείπει η θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως προς τον αμέσως πιο πάνω αναιρετικό λόγο, η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς αυτόν (αρθρ.42 του Ν.2721/1999 - ΑΠ 1587/2008 και ΑΠ 1482/2008).
Κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ.1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατ' αρθρ. 51 Εισ. Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ'αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα, με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), κα" διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/13.7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθν/κά {εκτός των διαναλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/112-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις), εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας τον δημοσίων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ.Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι οροί εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και οι ελλείψεις που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από έκτακτη χρησικτησία για να μη στερείται νομίμου βάσης, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του, που συνιστούν την επί του πράγματος άσκηση της νομής αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητος αγωγή, "Ο κατά το έτος 1971 αποβιώσας, χωρίς διαθήκη, στην Χαλκίδα Ευβοίας, Ν. Γ. Φ., κατέλειπε στους κληρονόμους του - αρχικούς ενάγοντες - σύζυγό του και τα τρία τέκνα του, κοινώς και αδιαιρέτως (κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα) έκταση, κειμένη στην περιφέρεια του Δήμου ... και στην ειδικότερη θέση "..." ή "...", η οποία, κατά τους από τους ενάγοντες επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας των προκτητόρων του ως άνω δικαιοπαρόχου τους, αριθ. .../1896 και ../1867 συμβόλαια, των Συμβολαιογράφων Κύμης Ευβοίας Γεωργίου Αστέρη και Ιωάννη Οικονόμου, συνορεύει με θάλασσα και ρέμα ως και με τις ιδιοκτησίες των κληρονόμων Α. και Ε. Κ., Ι. Λ. και Ι. Μ.. Η έκταση αυτή ως σήμερα έχει, συνορεύει, νότια με θάλασσα, δυτικά με ρεύμα, ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Θ. (ειδικού διαδόχου μέρους της ιδιοκτησίας των προαναφερθέντων κληρονόμων των Α. και Ε. Κ.), και βόρεια με κληρονόμους Ν. Λ. και Ι. Μ.. Κατά τους ως άνω τίτλους των προκτητόρων του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Ν. Φ., -των ετών 1896 και 1867 - η εν λόγω έκταση φέρεται να έχει εμβαδόν 10.000 τ. μ, ενώ σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση του διορισθέντος υπό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως άνω πραγματογνώμονος Λ. Ι., ευρέθη αυτή, μετά την αποτύπωση της δια των μεθόδων της τοπογραφίας, να έχει επιφάνεια 24.780 τ.μ. Η διαφορά αυτή ως προς την επιφάνεια του επιδίκου, μεταξύ των ως άνω τίτλων ιδιοκτησίας, και της εμβαδομέτρησης που έγινε το έτος 1983, έστω και αυτού του εύρους, δικαιολογείται, τόσο από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο συντάξεως των ως άνω συμβολαίων (έτη 1896 και 1867), δεν υπήρχαν όργανα ακριβούς μετρήσεως της επιφανείας του εδάφους, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να κάνουν χονδροειδείς και εμπειρικές εκτιμήσεις των ιδιοκτησιών τους, όσο και από το ότι κατά τη διενέργεια τέτοιων εκτιμήσεων κατ' εκείνους τους χρόνους, δεν συμπεριελαμβάνοντο κατά τη μέτρηση, εκτάσεις των ιδιοκτησιών που δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργηθούν, ήτοι εδαφικά τμήματα ολισθηρά ή με ιδιαίτερη κλίση, όπως συμβαίνει και σε μέρος της επίδικης έκτασης εμβαδού 13 περίπου στρεμμάτων (βλέπε την από 1- 4-1983 ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το προσηρτημένο σ' αυτήν, σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα).Οι ως άνω αρχικοί ενάγοντες, Ι. χήρα Ν. Φ., Γ. Ν. Φ., Ζ. Ν. Φ. και Ρ. σύζυγος Γ. Χ., το γένος Ν. Φ. (σύζυγος και τέκνα αντιστοίχως του αποβιώσαντος ως άνω Ν. Φ.) την επαχθείσαν σ' αυτούς κληρονομίαν επί του επιδίκου ακινήτου την αποδέχθηκαν, με την αριθ. .../1972 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Κύμης Α. Τσακουμάνη, την οποία και νόμιμα μετέγραψαν στον τόμο 10 και με τον αριθμό .. των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κύμης. Μεταγενέστερα, λόγω των κατά τη διάρκεια της δίκης επισυμβάντων θανάτων, δύο εκ των αρχικών διαδίκων (εναγόντων), ήτοι της Ι. Φ. στις 11-9-1997, και του Ζ. Φ. στις 8-8-1996 αντιστοίχως (βλέπε τις αριθ. ../12-9-1997 και …/12-8-1996 αντιστοίχως ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των),περιήλθε στους ενάγοντες της υπό κρίση υπόθεσης, ήτοι στους αρχικούς διαδίκους, Γ. και Ρ. Φ., ως και στα τέκνα αυτής Ν. και Μ. - Ι. Γ. Χ., σύμφωνα με τις περί εξ αδιαθέτου διατάξεις της κληρονομιάς, όσον αφορά τον αποβιώσαντα Ζ. Φ., και σύμφωνα με τις εκ διαθήκης διατάξεις, όσον αφορά την κληρονομιά της Ι. Φ., ποσοστά του επιδίκου ακινήτου, και συγκεκριμένα στο Γ. Φ., ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου, εκ της κληρονομιάς του αδελφού του Ζ., και 4/24 εξ αδιαιρέτου εκ της κληρονομιάς της μητέρας του Ι., και επομένως συνολικά περιήλθε σε αυτόν ποσοστό του επιδίκου 12/24 εξ αδιαιρέτου, στη Ρ. Φ., ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου εκ της κληρονομιάς της μητέρας της Ι., και ποσοστό 2/24 εκ της κληρονομιάς του αδελφού της Ζ., κληρονομιά την οποία όμως αποποιήθηκε νομίμως (βλέπε την 89/1996 δήλωση αποποίησης της, ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας), και επομένως συνολικά περιήλθε σ' αυτήν ποσοστό του επιδίκου 10/24 εξ αδιαιρέτου, και στους Ν. και Μ. -Ι. Γ. Χ., κατόπιν της ανωτέρω αποποιήσεως της μητρός τους, περιήλθε ποσοστό του επιδίκου 1/24 εξ αδιαιρέτου έκαστο, δυνάμει των αριθ. .../17-2-1998, .../6-8-1998 και .../15-7-1997 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς, του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ι. Στρουμπούλη, οι οποίες νόμιμα μεταγράφηκαν, και για τις οποίες υπεβλήθησαν από αυτούς νομίμως και εμπροθέσμως οι σχετικές δηλώσεις φόρου κληρονομιάς, και κατεβλήθη υπ' αυτών και ο αναλογούν φόρος κληρονομιάς (βλέπε αριθ. 28203/22-2-2003 και 28204/23-9-2003 πιστοποιητικά της ΔΟΥ Χαλκίδας). Στον δικαιοπάροχο αυτών, ήτοι τον Ν. Γ. Φ. πατέρα των δύο πρώτων, και παππού των τρίτου και τετάρτης των εναγόντων, το επίδικο περιήλθε κατά ποσοστό 3/12 εξ αδιαιρέτου, από τον θείο του Σ. Α., δυνάμει της αριθ. .../9-6-1942 δημοσίας διαθήκης του, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κύμης Ε. Κανιάτσα, η οποία και δημοσιεύθηκε νόμιμα, βάσει του αριθ. 16/3-2-1943 πρακτικού συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Χαλκίδας (βλέπε και το αριθ. 449/1982 πιστοποιητικό του Δημάρχου Κύμης, από το οποίο προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος Σ. Α. απεβίωσε άγαμος, δίχως νόμιμους μεριδούχους, οι οποίοι να αποκλείουν την περιέλευση ολοκλήρου της κληρονομιάς του στον ανεψιό του Ν. Φ.). Το υπόλοιπο δε ποσοστό των 9/12 εξ αδιαιρέτου, περιήλθε στον Ν. Φ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της μητέρας του Ρ. χήρας Γ. Φ., που πέθανε στις 5-11-1933, στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθε και αναμείχθηκε (βλέπε την αριθ. …/1933 ληξιαρχική πράξη θανάτου, του Ληξιάρχου Κύμης Ευβοίας, από το οποίο προκύπτει ότι μοναδικός κληρονόμος της ήταν ο υιός της Ν. Φ.). Περαιτέρω στους δικαιοπαρόχους του τελευταίου, ήτοι στη Ρ. συζ. Γ. Φ., περιήλθε κατά ποσοστό 6/12 εξ αδιαιρέτου, κατά ψιλή κυριότητα, δυνάμει του αριθμ .../1896 προικοσυμφώνου του Συμβολαιογράφου Κύμης Γ. Αστέρη που μετεγράφη νόμιμα, στο σύζυγό της δε Γ. Φ. του Ν., περιήλθε το ίδιο ως άνω ποσοστό κατ' επικαρπία (δυνάμει του αυτού προικοσυμφώνου), μετά δε το θάνατο αυτού το 1910, η Ρ. Φ. κατέστη μοναδική και αποκλειστική κυρία των ως άνω ποσοστών του επιδίκου ακινήτου. Η ως άνω αδιατίμητη προίκα συνεστήθη, υπέρ της Ρ. Φ. και του συζύγου της, από τη μητέρα της Ζ. χήρα Δ. Α., και τους αδελφούς της Μ. και Σ. Α. του Δ., κατά ποσοστό 2/12 έκαστος, στους οποίους αυτό περιήλθε όπως και το υπόλοιπο ποσοστό των 3/12 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, στην Ρ. Φ., σύμφωνα με τις εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις της κληρονομιάς του αποβιώσαντος στις 12-9-1868 Δ. Α. του Σ. (συζύγου της Ζ. και πατέρα των λοιπών), στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν. Στον έτερο δικαιοπάροχο του Ν. Φ., Σ. Α. του Δ., περιήλθε κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τις εξ αδιαθέτου διατάξεις της κληρονομιάς, του αποβιώσαντος την 12-9-1868 πατρός του Δ. Α. του Δ., στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε και αναμείχθηκε, και το υπόλοιπο ποσοστό των 2/12 εξ αδιαιρέτου, περιήλθε σε αυτόν από τη μητέρα του Ζ. χήρα Δ. Α. και τον αδελφό του Μ. Α. (από 1/12 έκαστος), οι οποίοι ατύπως του το μεταβίβασαν το 1896. Στον δικαιοπάροχό τους, Δ. Α. του Σ. περιήλθε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σύμφωνα με τις εξ αδιαθέτου διατάξεις της κληρονομιάς, του αποβιώσαντος το 1842 πατρός του Σ. Α. του Ι. στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε και αναμείχθηκε, το δε υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, από μεταβίβαση που έκανε προς αυτόν ο αδελφός του Γ. Α. του Σ. ή Ν., δυνάμει του αριθ. 411/1867 μεταβιβαστικού συμβολαίου, του Συμβολαιογράφου Κύμης Ιωάννου Οικονόμου, που νόμιμα μετεγράφη. Στον δικαιοπάροχο δε αυτού ήτοι τον αδελφό του Γ. Α. του Σ., το ως άνω ποσοστό του 1/2 του επιδίκου ακινήτου, είχε περιέλθει από κληρονομιά του ως άνω πατρός του Σ. Α. του Ι., στην οποία υπεισήλθε και ανεμείχθη, βάσει ατύπου διανομής της κληρονομιάς του πατρός τους, στην οποία είχαν προβεί με τον αδελφό του Δ. Α. του Σ., το έτος 1845. Έκτοτε, ο Δ. Α. του Σ., ενέμετο όλο το επίδικο ακίνητο μέχρι το θάνατο του (1868),με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, όπως άλλωστε και οι ενάγοντες, ως και όλοι οι προαναφερθέντες απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι τους, οι οποίοι αδιακόπως κατείχαν και ανελλιπώς ενέμοντο το επίδικο, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, από το 1845 έως και της ασκήσεως της αγωγής, υπό την έννοια της ειλικρινούς πεποιθήσεως του καθενός εκ των ως άνω χρησιδεσποζόντων, ότι με την κτήση της νομής αυτού (επιδίκου), δεν προσβάλλεται κατ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, συνυπολογίζοντας ο καθένας εξ αυτών στον χρόνο της δικής του νομής, και εκείνου των δικαιοπαρόχων του πιστεύοντες μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, ότι δεν προσέβαλαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), έχοντας την πεποίθηση ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο. Η μείζονα έκταση στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, περιελάμβανε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ελαιόδεντρα, άλλα οπωροφόρα δέντρα ως επίσης και βοσκήσιμες εκτάσεις. Συγκεκριμένα επί του επιδίκου, τόσο οι ενάγοντες, όσο και οι ως άνω προαναφερθέντες απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι τους, ασκούσαν σ' αυτό όλες εκείνες τις υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του, ήτοι το καλλιεργούσαν, εφύτευαν αμπέλια και άλλα δένδρα - όπως ελιές συκιές - συνέλεγαν τους καρπούς τους, κατασκεύασαν αποθήκη τρύγου και περισυλλογής οίνου, προέβησαν σε οριοθέτηση αυτού, κτίζοντας τοίχο στην βόρεια πλευρά του επιδίκου και εκμίσθωναν τούτο σε κτηνοτρόφους προς βοσκή των ζώων τους. Βέβαια σε αυτό αναπτύχθηκε και λίγη δασική βλάστηση, κυρίως θάμνοι και κάποια πεύκα, αρχικά κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τούτο, λόγω των επικρατουσών τότε, άκρως δυσχερών και δυσμενών εν γένει συνθηκών (πολέμου, κατοχής) δεν καλλιεργείτο, όπως και μεταγενέστερα, συνεπεία της κατά το έτος 1974 εκδηλωθείσης στην περιοχή του επιδίκου πυρκαγιάς. Όμως η επίδικη έκταση, πάντοτε αντιμετωπιζόταν ως ιδιωτική έκταση και ανέκαθεν ως ανήκουσα στην οικογένεια Φ.. Η περί αυτού κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός, ότι η ανοιγείσα κατά το έτος 1973 κάθετη οδός επί της οδού ... -..., η οποία διέρχεται από το άκρο του κτήματος των κληρονόμων Ν. Φ., καθώς και η ανοιγείσα από 15ετίας περίπου, παραπλεύρως της ως άνω οδού πλατεία, κατά την αριθ. 587/11-3-1974 βεβαίωση του Δημάρχου Κύμης, εγένοντο με την συγκατάθεση είτε του απωτάτου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, είτε μεταγενεστέρως, με αυτή των κληρονόμων του. Επίσης, ενισχυτικό της ως άνω κρίσεως του Δικαστηρίου, είναι και το γεγονός ότι στο αριθμ. …/1908 διανεμητήριο συμβόλαιο, του Συμβολαιογράφου Κύμης Ιωάννη Κάτρη, συνταγέν μεταξύ ιδιοκτητών ομόρων ακινήτων του επιδίκου, ο Γ. Φ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, αναφέρεται ως ιδιοκτήτης κτήματος στην θέση "...". Και ενώ αυτή η κατάσταση, αδιακόπως από του έτους 1845, επικρατούσε στο επίδικο, με την άσκηση δηλαδή ως άνω αποκλειστικά και μόνον από τους ενάγοντες, τους απωτέρους και απωτάτους διαιοπαρόχους τους, των προσιδιαζουσών στη φύση και στον προορισμό αυτού διακατοχικών πράξεων, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, για πρώτη φορά το έτος 1977, με την αριθ. Ζ/447/24-2-1977 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας, προβάλλει δικαιώματα ιδίας κυριότητας σ' αυτό (επίδικο)κηρύσσοντας την περιοχή - και το επίδικο μαζί - ως αναδασωτέα μετά την κατά το έτος 1977 εκδηλωθείσα στην εκεί περιοχή πυρκαγιά. Όμως οι περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ουδόλως αποδείχθηκαν, καθόσον ουδέποτε τούτο περιήλθε στην κατοχή του, και ουδέποτε από του έτους 1830 μέχρι και του έτους 1977 άσκησε επ' αυτού οποιαδήποτε διακατοχική πράξη. Ειδικότερα δε, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχτηκε ότι το επίδικο ανήκε μέχρι την επανάσταση του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι το επίδικο καταλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1830, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως ή ότι καταλήφθηκε πριν από το έτος 1830 με δικαίωμα πολέμου ή πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ήταν κατά το έτος αυτό αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο, με βούληση κυρίου ή ήταν δάσος ή δασική έκταση κατά το έτος 1836 ή λιβάδι ή βοσκότοπος κατά το έτος 1833. Και ασφαλώς το γεγονός ότι ο Νομάρχης Ευβοίας το έτος 1977, κήρυξε ως αναδασωτέα την επίδικη έκταση, δεν συνιστά άσκηση διακατοχικής πράξεως από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε βεβαίως προσδίδει σ' αυτό την ιδιότητα του κυρίου, εφόσον τούτο ουδέποτε μέχρι τότε είχε προβεί σε ανάλογες ή αντίστοιχες πράξεις, δηλωτικές της εξουσίασης του επιδίκου εκ μέρους του ως κυρίου, μη προσκομίζοντας άλλωστε ουδέν περί τούτου σχετικό έγγραφο. Ούτε επίσης με το αριθμ. …/2-9-2003 έγγραφο του Δασάρχη Αλιβερίου, που χαρακτηρίζεται το επίδικο ως Δημόσιο Δάσος αποδεικνύεται η κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού όταν από κανένα αποδεικτικό μέσο το Δικαστήριο, ως άνω, δεν σχημάτισε τέτοια δικανική πεποίθηση. Ενισχυτικό δε των ισχυρισμών του εναγομένου αποδεικτικό μέσο, θα ήσαν και αεροφωτογραφίες που όμως το εναγόμενο δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε. Οι καταθέσεις δε των μαρτύρων, που με την επιμέλεια του εξετάστηκαν, και που κάνουν λόγο περί κυριότητος αυτού επί του επιδίκου, πλήρως αναιρούνται όχι μόνον από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων, των με την επιμέλεια των εναγόντων εξετασθέντων, οι οποίοι έχουν ασφαλέστερη και αμεσότερη γνώση των γεγονότων που κατέθεσαν, αλλά και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διετάχθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και από τα έγγραφα που οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν. Μετά ταύτα οι περί ιδίας κυριότητας ενστάσεις του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Η εκκαλουμένη συνεπώς που δέχτηκε τα ίδια και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους επί της επιδίκου εκτάσεως των 15.000 τ.μ, και απέρριψε τις περί ιδίας κυριότητας ενστάσεις του εναγομένου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στην έφεση, είναι αβάσιμες. Ωσαύτως αβάσιμοι είναι και οι λόγοι της έφεσης α) περί αντιφατικότητας της εκκαλουμένης λόγω ταύτισης της έκτασης των 15.000 τ.μ, με αυτήν την έκταση των 24.780 τ.μ. και β) ότι αναφέροντας η εκκαλουμένη ως όριο του επιδίκου την θάλασσα, παρά το νόμο αναγνωρίζει κυριότητα των εναγόντων επί του κοινοχρήστου αιγιαλού. Ειδικότερα, ο πρώτος των ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος, καθόσον το αίτημα της αγωγής ήταν να αναγνωριστούν οι ενάγοντες συγκύριοι έκτασης 15.000 τ.μ και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη, δεχθέν την αγωγή, ανεγνώρισε αυτούς συγκυρίους επί των 15.000 τ.μ., που ήταν και το αίτημα της αγωγής. Επομένως επεδίκασε το αιτηθέν και ουδέν πέραν τούτου. Το γεγονός δε ότι στην εκκαλουμένη αναφέρεται, ότι κατά την προμνημονευθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το επίδικο είναι έκτασης 24. 780 τ. μ - και εξηγείται γιατί τούτο συμβαίνει - αποτελεί εκτίμηση του πραγματογνώμονος και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά πλημμέλεια της εκκαλουμένης, η οποία ως προελέχθη, επιδικάζει το αιτηθέν, ήτοι τα 15.000 τ.μ., και με συγκεκριμένα μάλιστα όρια. Ο έτερος δε λόγος της έφεσης, είναι επίσης απορριπτέος, καθόσον η αναφορά στην εκκαλουμένη ως νοτίου ορίου του επιδίκου, της θάλασσας, σαφώς και δεν συνιστά αναγνώριση κυριότητος των εναγόντων επί του αιγιαλού ανεπίδεκτου άλλωστε χρησικτησίας, ως εκτός συναλλαγής πράγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 966, 967, 1054 ΑΚ - αλλά απλώς υποδηλώνει ότι ως προς το σημείο αυτό, του ορίζοντος το επίδικο, έχει πρόσωπο, προσανατολισμό, βλέπει δηλαδή, προς την θάλασσα.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την εκκληθείσα από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε από την απόφαση του την νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τους ενάγοντες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των όρων των προαναφερθεισών διατάξεων του Β.ρ.δ. και του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι τόσον οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, όσο και οι ίδιοι οι ενάγοντες, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι της άσκησης απ' αυτούς πράξεων νομής επ'αυτού (επιδίκου) για χρονικό διάστημα άνω της τριακονταετίας, με διάνοια κυρίου (και με καλή πίστη μέχρι της εισαγωγής του ΑΚ), διαλαμβάνοντας μάλιστα συγκεκριμένες πράξεις νομής που, όλοι οι ανωτέρω, άσκησαν στο επίδικο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999). Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, πρώτο μέρος, της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι αν και με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος "Περί ιδίας αυτού κυριότητος"στο επίδικο, το οποίο είχε δασική μορφή, εντούτοις στην απόφαση αυτή (προσβαλλομένη), "ουδέν στοιχείο παραθέτει περί της φύσεως της επιδίκου εκτάσεως ως αγροτικής, (κατά τα έτη 1821, 1830, 1837, 1836 και 1833), ώστε να αιτιολογείται επαρκώς η τελική του κρίση περί της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί της επιδίκου εκτάσεως". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως μεν διότι με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται, ότι το επίδικο ήταν αγροτική έκταση επί της οποίας οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό της, άλλως διότι και υπό την εκδοχή ότι το επίδικο είχε δασική μορφή, το δημόσιο απώλεσε την κυριότητα επ' αυτού, ενόψει του ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατέστησαν κύριοι αυτού, με τριακονταετή χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί στις 11 Σεπτεμβρίου 1915. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (τρίτο), δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι ενώ η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει ότι το αναιρεσείον δεν προσκόμισε αεροφωτογραφίες, στις οποίες να εμφαίνεται η επίδικη έκταση, εντούτοις παραβλέπει ότι και οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκόμισαν αεροφωτογραφίες της επίδικης έκτασης. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση αναφέρεται σε επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ., αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων απ'αυτές των μαρτύρων του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός (από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο αξιόπιστο από ένα άλλο ή εσφαλμένως αποδίδει σ' αυτό αποδεικτική αξία, κατά την συναγωγή των αποδείξεων.
Το Εφετείο επίσης επί του ζητήματος της προς νότον οριοθέτησης του επιδίκου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αναφορά στην εκκαλουμένη ως νοτίου ορίου του επιδίκου, της θάλασσας, σαφώς και δεν συνιστά αναγνώριση κυριότητος των εναγόντων επί του αιγιαλού ανεπίδεκτου άλλωστε χρησικτησίας, ως εκτός συναλλαγής πράγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 966, 967, 1054 ΑΚ - αλλά απλώς υποδηλώνει ότι ως προς το σημείο αυτό, του ορίζοντος το επίδικο, έχει πρόσωπο, προσανατολισμό (βλέπει δηλαδή), προς την θάλασσα", ακολούθως δε, απέρριψε το σχετικό αντίθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, ως κατ'ουσίαν αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα περί του ότι στο επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Ειδικότερα, από το προεκτεθέν τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτό εκτιμάται, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η νότια πλευρά του επιδίκου έχει ως όριο, όχι τη θάλασσα αυτή καθ'αυτή, αλλά απλώς ότι έχει προσανατολισμό προς τη θάλασσα και έτσι, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία περί του ότι δεν περιέλαβε μέσα στα όρια του επιδίκου και τον αιγιαλό. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 64/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ