Supreme Court allows partial appeal against interest calculation, ruling notification of claim does not constitute default notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court incorrectly recognized interest liability from June 2000 based on a notification of claim, whereas the Court held that such notification does not constitute a legal default notice. Consequently, the Court reversed the portion of the judgment regarding interest and remanded the case for further proceedings on that specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 410 and 411 of the Civil Code; Article 13 of Law 2741/1999; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Notification of a claim to the liquidator does not constitute a legal default notice for the purpose of generating interest liability prior to the filing of a lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 501 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε", κατ' αρθρ. 15 του Ν.2741/1999 , το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γαλάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κουτήφαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Απριλίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2488/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4712/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24 Απριλίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Για το παραδεκτό της ασκήσεως της από 24.4.2008 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου έχει προσκομισθεί αντίγραφο της 750/2008 γνωμοδότησης του αρμοδίου (Β) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).
ΙΙ). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 410 και 411 ΑΚ, για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπούσαν να προσπορίσουν απ' ευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος, να ζητήσει την παροχή.
Τούτο είναι ζήτημα πραγματικό, αναγόμενο στην ερμηνεία της συμβάσεως και ως τέτοιο εκφεύγει από τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. `Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. ( Α.Π. 1017/1990, Α.Π. 26/2004 ΟΛ).
Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Με την από 27.3.1992 "Σύμβαση για την πώληση και αγορά των 35. 246.430 κοινών ανωνύμων μετοχών του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ Α.Ε. (ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ),, και την από 27.5.1992 "Συμπληρωματική σύμβαση και ανάληψη υποχρεώσεων", που καταρτίσθηκαν μεταξύ αφενός της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (ΟΑΕ)" ειδικό διάδοχο της οποίας, βάσει του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 2741/1999, αποτελεί από 12.5.2002 το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, και αφετέρου των ανωνύμων εταιρειών με την επωνυμία "CALCESTRUZZI SpA" και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η πρώτη και επιπλέον και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CALCESTRUZZI NATIONAL S.A", η δεύτερη, μεταβιβάσθηκαν στις τρεις τελευταίες συμβαλλόμενες εταιρείες από την πρώτη εταιρεία, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος, 35.246.430 κοινές ανώνυμες μετοχές της εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ", επί συνόλου 50.490.957, οι οποίες αποτελούσαν και το σύνολο των μετοχών που κατείχε ο Ο.Α.Ε.
στην τελευταία. Στην προαναφερόμενη από 27.3.1992 σύμβαση, στην οποία δεν μετείχε ως συμβαλλόμενη, η εκκαλούσα εταιρεία (ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ), με το άρθρο 9 αυτής και υπό τον τίτλο " Αποζημιώσεις από μέρους του πωλητή" , οι συμβαλλόμενες εταιρείες, δηλαδή αφενός ο ΟΑΕ και αφετέρου οι εταιρείες "CALCESTRUZZI SpA" και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", συμφώνησαν μεταξύ τους και τα ακόλουθα; "9.1.
Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 9.2 και 9.3 ο Πωλητής (ενν. ο ΟΑΕ) αναλαμβάνει δια του παρόντος την υποχρέωση απέναντι στους Αγοραστές (ενν. οι προαναφερόμενες εταιρείες) να αποζημιώσει πλήρως και αποτελεσματικώς την Εταιρεία (ενν. η εκκαλούσα εταιρεία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ") και τις θυγατρικές για κάθε ζημία, υποχρέωση ή βλάβη, που θα μπορούσε να υποστεί η Εταιρεία ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές, καθώς και για όλα τα έξοδα και δαπάνες στα οποία θα μπορούσε να υποβληθεί η εταιρεία ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές αναφορικά με οποιαδήποτε Μνημονευόμενη Αξίωση (είτε η Μνημονευόμενη αυτή Αξίωση ευδοκίμησε, αποτέλεσε αντικείμενο συμβιβασμού ή ρυθμίσθηκε είτε όχι) κατά της Εταιρείας ή οποιασδήποτε από τις θυγατρικές συμπεριλαμβανομένων (αλλά με την επιφύλαξη της γενικότητας των παραπάνω) όλων των εξόδων και δαπανών, στα οποία θα μπορούσε να υποβληθεί η εταιρεία ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές αμφισβητώντας οποιαδήποτε τέτοια Μνημονευόμενη Αξίωση".
Στο άρθρο 1.1 της ίδιας συμβάσεως, στο οποίο δίνεται η έννοια συγκεκριμένων όρων, που χρησιμοποιούνται στη σύμβαση, αναφέρεται ότι ως "Μνημονευόμενες Αξιώσεις" νοούνται " οι αξιώσεις που περιγράφονται στο Παράρτημα 3 (της συμβάσεως) και κάθε άλλη αξίωση κατά της Εταιρείας ή θυγατρικής από οιονδήποτε διάδικο σε οιαδήποτε από τις αξιώσεις, που περιγράφονται στο Παράρτημα 3, που προκύπτει ή είναι άμεσο αποτέλεσμα αυτών των Μνημονευομένων Αξιώσεων.
Μεταξύ των αξιώσεων, που αναγράφονται στο εν λόγω Παράρτημα, περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις της εκκαλούσας εταιρείας, "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" και των θυγατρικών της εταιρειών κατά των T1, T2, διοικητικών στελεχών της κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1976 έως 1983 ο πρώτος και 1980 έως 1983 ο δεύτερος κ.ά., σχετικές με φερόμενες παραβιάσεις των διευθυντικών καθηκόντων τους, οι οποίες (αξιώσεις) είχαν ασκηθεί ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων, όπου και εκκρεμούσαν κατά τη σύναψη της προαναφερομένης συμβάσεως πωλήσεως των μετοχών της εκκαλούσας από τον ΟΑΕ, ο οποίος μέχρι τότε ήταν ο κύριος μέτοχος της.
Από τις διαλαμβανόμενες στο παραπάνω άρθρο 9.1 δηλώσεις, ερμηνευόμενες, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, (αρθ. 200 ΑΚ) για την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων, λόγω του ότι δεν προκύπτει σαφώς από αυτές, συνάγεται ότι η μεταξύ του ΟΑΕ και των αγοραστριών εταιρειών συμφωνία, κατά το παραπάνω μνημονευόμενο περιεχόμενό της, είναι δημιουργική δικαιώματος υπέρ της εκκαλούσας, όπως αυτή απαιτήσει την παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα ΟΑΕ.
Πρόκειται, δηλαδή, περί γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου, καθόσον με αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη αποσκοπούσαν να προσπορίσουν τέτοιο δικαίωμα απευθείας στην εκκαλούσα και όχι στις αγοράστριες εταιρείες. Και τούτο διότι, πέραν του ότι το συμφέρον των αγοραστριών εταιρειών, που κατείχαν την πλειοψηφία των μετοχών της εκκαλούσας, συνέπιπτε τελικά με το συμφέρον της (εκκαλούσας), αυτή θα ήταν η αμέσως ζημιωθείσα από την κακή εξέλιξη των "Μνημονευομένων Αξιώσεων" και θα επιβαρυνόταν με αποζημιώσεις, δαπάνες και έξοδα και όχι οι αγοράστριες εταιρείες, οι οποίες εμμέσως θα ζημιώνονταν ως μέτοχοι της εκκαλούσας.
Η κρίση αυτή ενισχύεται επιπλέον και από το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι δεν σκόπευαν να κρατηθεί μυστικός ο άνω όρος, από την εκκαλούσα και αυτή αμέτοχη των ρυθμίσεων αυτών. Αντιθέτως μάλιστα με το άρθρο 9.2 της συμβάσεως συμφωνήθηκε οι αγοράστριες να μεριμνήσουν, ώστε αυτή (εκκαλούσα) να επιτρέψει στον ΟΑΕ να αναλάβει τη διεξαγωγή των "Μνημονευομένων Αξιώσεων" και β) οποτεδήποτε το ζητήσει ο ΟΑΕ, να εκχωρήσει σ' αυτόν κάθε δικαίωμα εισπράξεως αναφορικά με όλες τις άνω αξιώσεις, να παραδώσει ομοίως σ' αυτόν οποιοδήποτε ποσό εισπράξει δυνάμει των αξιώσεων αυτών, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο οικείο μέρος, και τέλος να παράσχει πληροφορίες και τη συνδρομή που μπορεί να ζητήσει ο ΟΑΕ γι' αυτές.
Η συνομολόγηση των παραπάνω και ιδίως της εκχωρήσεως των δικαιωμάτων της εκκαλούσας από τις "Μνημονευόμενες Αξιώσεις" δικαιολογεί την κρίση, ότι οι συμβαλλόμενες με τις δηλώσεις τους στο άρθρο 9 περ. 1 αποσκοπούσαν να χορηγήσουν απευθείας στην εκκαλούσα ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί να στραφεί κατά του ΟΑΕ και να ζητήσει την καταβολή των δαπανών και εξόδων, στα οποία θα μπορούσε να υποβληθεί σχετικά με τις "Μνημονευόμενες Αξιώσεις", διότι δεν νοείται αυτή να εκχωρεί τις αξιώσεις της στον ΟΑΕ, χωρίς άμεσο υπέρ αυτής αντιστάθμισμα.
Οι δίκες, που είχαν ανοίγει με τις άνω αγωγές της εκκαλούσας ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων κατά του T1, T2 κλπ, περιλαμβάνονται στις "Μνημονευόμενες αξιώσεις". Μετά τη μεταβίβαση των μετοχών του ΟΑΕ, κατ' εφαρμογή των αναφερομένων στο άρθρο 9.2 της συμβάσεως, τέθηκαν υπό την επιμέλεια του (ΟΑΕ), με την απαιτούμενη συνδρομή και της εκκαλούσας και διεξήχθησαν από το αγγλικό δικηγορικό γραφείο " Simmons & Simmons".
Οι αγωγές αυτές τελικά απορρίφθηκαν και επιδικάσθηκαν υπέρ των αντιδίκων της εκκαλούσας και σε βάρος αυτής δικαστικές δαπάνες . Ειδικότερα, με την από 28. 3. 1994 απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου (High Court of Jastice, Quenn's Bench) επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη υπέρ του T1 και T2 και με την από 8.11.1995 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που επιδόθηκε στα πλαίσια των άνω δικών με διάδικο και τη "Royal Bank of Scotland" επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη υπέρ αυτής και σε βάρος της εκκαλούσας.
Στις αποφάσεις αυτές αναφέρεται ότι, εάν η δικαστική δαπάνη δεν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και δεν εξοφληθεί πάραυτα θα καταλογισθεί από το δικαστήριο. Η εκκαλούσα (αλλά και οι αγοράστριες) με τις από 1.11. 1996 και 8.11.1996 εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις , που επιδόθηκαν στον ΟΑΕ, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...και ...
εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., γνωστοποίησε σ' αυτόν την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων, γεγονός που, άλλωστε, γνώριζε και από προηγούμενη σχετική αλληλογραφία με το αγγλικό δικηγορικό γραφείο, αφού αυτός είχε αναλάβει ουσιαστικά τη διεξαγωγή των άνω δικών, (βλ.
σχ. από 29.8.1995, και 25.10.1996, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα του δικηγορικού γραφείου) και του ζήτησε να συνεργασθεί με το αγγλικό δικηγορικό γραφείο "Simmons &Simmons", που είχε αναλάβει το χειρισμό των άνω υποθέσεων, ώστε να προβεί στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του σχετικά με τις άνω δαπάνες, που απέρρεαν από την προαναφερόμενη σύμβαση για να αποφευχθεί, η επαπειλούμενη εκ μέρους των αντιδίκων της διάλυση της και η επιβάρυνση της με περαιτέρω έξοδα.
Παρά τα παραπάνω και τη σχετική αλληλογραφία του άνω δικηγορικού γραφείου, ο ΟΑΕ τελικά αρνήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Ειδικότερα με τις από 12- 11- 1996 και 14- 11-1996 εξώδικες απαντήσεις του στις άνω εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις της εκκαλούσας, χωρίς να αρνηθεί το δικαίωμα της τελευταίας να στραφεί απευθείας κατ' αυτού για τις άνω δαπάνες, ισχυρίσθηκε ότι;
α) δικαστικές δαπάνες για το μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών χρόνο δεν βαρύνουν αυτόν, β) για δαπάνες, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο της μεταβιβάσεως των μετοχών χρόνο, εκτός του ότι δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί επακριβώς και είναι ελάχιστες σε σχέση με τις συνολικές, δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωσή τους, διότι δεν έλαβε χώρα η εκχώρηση των απαιτήσεων από τις οποίες απορρέουν αυτές, όπως είχε συμφωνηθεί στη σύμβαση μεταβιβάσεως των μετοχών, ενώ με το από 14-11-1996 τηλεμοιοτυπικό σήμα προς το αγγλικό δικηγορικό γραφείο ενέμενε στην άρνηση του.
Οι άνω ισχυρισμοί του δεν απέκλειαν την υποχρέωσή του προς εκπλήρωση της συμβάσεως, δεδομένου, ότι από το περιεχόμενο του σχετικού όρου της συμβάσεως, όπως παραπάνω έχει περιγραφεί, δεν προκύπτει ότι η υποχρέωσή του ανάγεται μόνον στις μετά τη μεταβίβαση των μετοχών δικαστικές δαπάνες και επιπλέον δεν υπήρχε δυνατότητα να προβεί η εκκαλούσα σε εκχώρηση των απαιτήσεων από τις οποίες απέρρεαν οι άνω δικαστικές δαπάνες, αφού οι αγωγές κατά των αντιδίκων της απορρίφθηκαν και γι' αυτό καταδικάσθηκε στη δικαστική δαπάνη τους.
Μετά από αυτά, με τις από 5.2.1997, 9.5.1996 και 28.2.1997 πράξεις του δικαστηρίου η δικαστική δαπάνη για τις παραπάνω δίκες καθορίσθηκε στα ποσά των 178.101,40, 202.970,78 και 10.375,80 λιρών Αγγλίας αντιστοίχως. Η άρνηση του ΟΑΕ να προβεί στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του από τη σύμβαση, είχε ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση των παραπάνω ποσών της δικαστικής δαπάνης με τόκους υπερημερίας.
Συγκεκριμένα, η δικαστική δαπάνη υπέρ του T1 επιβαρύνθηκε για την αιτία αυτή με το ποσό των 41.847 λιρών Αγγλίας, ενώ η δικαστική δαπάνη υπέρ του T2 επιβαρύνθηκε με το ποσό των 48.405 λιρών Αγγλίας. Μετά την, κατά τα παραπάνω, σαφή και επαναλαμβανόμενη δήλωση του ΟΑΕ ότι δεν πρόκειται να προβεί σε εκπλήρωση η εκκαλούσα, προκειμένου να αποφύγει την επαπειλούμενη από τους αντιδίκους της διάλυση της, προέβη σε εξόφληση των άνω δικαστικών δαπανών και των τόκων υπερημερίας τους, και κατέβαλε εξ ιδίων, σύμφωνα με την τότε ισοτιμία, α) στο T1 στις 3.3.1997 το ποσό των 77.208.381 δραχμών (178.101,30 λ.
Αγγλίας) και στις 4.3.1997 το ποσό των 18.451.039 δραχμών (41.847 λ. Αγγλίας) , β) στο T2 στις 18.3.1997 το ποσό των 87.073.968 δραχμών (202.970,78 λ. Αγγλίας) και στις 19.3.1997 το ποσό των 20.613.967 δραχμών (48.405 λ. Αγγλίας) και γ) στη Royal Bank of Scotland στις 3. 4. 1998 το ποσό των 5.593.411 δραχμών (10.375,80 λ. Αγγλίας). Περαιτέρω, το άνω αγγλικό δικηγορικό γραφείο " Simmons & Simmons", που χειριζόταν, όπως έχει προαναφερθεί, τις προαναφερόμενες δίκες και τις σχετικές με αυτές διαδικασίες στην Αγγλία μέχρι και την ικανοποίηση των αντιδίκων της εκκαλούσας, εξέδωσε για τις αμοιβές του τα παρακάτω τιμολόγια:
α) το υπ' αριθ. ... για το ποσό των 33.442,60 λιρών Αγγλίας, β) το υπ' αριθ. ...για το ποσό των 9.242,65 λιρών Αγγλίας, γ) το υπ' αριθ. ... για το ποσό των 1.910,13 λιρών Αγγλίας, δ) το υπ' αριθ. ... για το ποσό των 14.181,64 λιρών Αγγλίας, ε) το υπ' αριθ. ... για το ποσό των 4.324,78 λιρών Αγγλίας και στ) το υπ' αριθ. ... για το ποσό των 760,50 λιρών Αγγλίας.
Η εκκαλούσα, λόγω αρνήσεως του ΟΑΕ να προβεί και πάλι στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του, κατέβαλε εξ ιδίων για την εξόφληση των άνω τιμολογίων. Συγκεκριμένα κατέβαλε, σύμφωνα με την τότε ισοτιμία, στις 15.6. 1995 το ποσό των 12.202.158 δραχμών για το υπό στοιχ. α τιμολόγιο, στις 21.1.1997 το ποσό των 3.894.390 δραχμών για το υπό στοιχ.
β τιμολόγιο, στις 16-1- 1998 το ποσό των 915.556 δραχμών για το υπό στοιχ. γ τιμολόγιο και στις 4-4-2002 το ποσό των 31.537,05 Ευρώ για τα υπό στοιχ. δ, ε και στ τιμολόγια. Συνολικά για τις παραπάνω αιτίες (δικαστικές δαπάνες, τόκους υπερημερίας και αμοιβές αγγλικού δικηγορικού γραφείου) η εκκαλούσα κατέβαλε το συνολικό ποσό των 7694.641,58 Ευρώ (77.208.381 + 18.451.039 + 87.073.968 + 20.613. 967 + 5.593.411 + 12.202.158 + 3.894.390 + 915.556 = 225.952.870 δρχ.
ή 663.104,53 Ευρώ + 537,05 Ευρώ). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι άνω αξιώσεις υπάγονται στις "Μνημονευόμενες Αξιώσεις" και ότι οι συμβαλλόμενοι της συμβάσεως για τη μεταβίβαση των μετοχών, δηλαδή ο ΟΑΕ και οι αγοράστριες εταιρείες με το άρθρο 9 περ. 1 της συμβάσεως κατάρτισαν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η εκκαλούσα δικαιούται να στραφεί ευθέως κατά του ΟΑΕ και ήδη του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου αυτού και να ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το άνω ποσό....".
Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της ένδικης αγωγής, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 410, 411, 173 και 200 Α.Κ., αφού διαπίστωσε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη αμφιβολίας σχετικά με την έννοια των προαναφερόμενων δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων.
Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, κατά τα ανωτέρω σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν την ως άνω έννοια των δηλώσεων βουλήσεως με βάση τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη μετέβαλε το αρχικό αίτημα της αγωγής σχετικά με την καταβολή του ποσού των 31.537,05 ευρώ, καθ' όσον η τελευταία δεν προέβη σε απαράδεκτη μεταβολή του αιτήματός της (αγωγής), αφού τόσο με την αγωγή, όσο και με τις προτάσεις ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι το αναιρεσίβλητο οφείλει να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό, συμπληρώνοντας επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., την ιστορική βάση της αγωγής, ως προς το ότι το ποσό αυτό των 31.537,05 ευρώ είχε ήδη καταβληθεί στο δικηγορικό γραφείο "Simmons & Simmons" κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
ΙΙΙ). Mε το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 2741/1999 η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε: (Ο.Α.Ε.), η οποία συστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1386/1983, λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση, από της 12.5.2000, ήτοι από της δημοσιεύσεως της 10970/918/11.5.2000 κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης.
Μέγιστη διάρκεια της εκκαθάρισης ορίσθηκαν οι 18 μήνες, με δυνατότητα παράτασης αυτής για ένα οκτάμηνο. Με την ίδια απόφαση διορίσθηκε εκκαθαρίστρια αυτής η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ. Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού". Με την 24950/12269/2001 απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 1599/3.12.2001) παρατάθηκε η διάρκεια της εκκαθάρισής του Ο.Α.Ε για έξι μήνες, δηλαδή μέχρι την 12-5-2002.
Kατόπιν με το άρθρο 14 παρ. 5 ν. 2741/1999, την 12-5-2002 περατώθηκε η εν λόγω εκκαθάριση. Περαιτέρω με το άρθρο 13 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: 1) Η εκκαθαρίστρια υποχρεούται, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση της κατά το άρθρο 1 παρ. 2 απόφασης διορισμού της, να δημοσιεύσει σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και μια οικονομική εφημερίδα των Αθηνών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 26 παρ. 2 περιπτώσεις β` και γ.
του κ.ν. 2190/ 1920 πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων των δανειστών του Ο.Α.Ε., πλην του Δημοσίου, των οποίων οι απαιτήσεις δεν είναι καταχωρημένες στα βιβλία της εταιρείας και στον ισολογισμό της ως βέβαιες, εκκαθαρισμένες και ληξιπρόθεσμες. 2). Οι παραπάνω δανειστές υποχρεούνται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης της προηγούμενης παραγράφου να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους.
Η αναγγελία πρέπει να είναι πλήρης και ακριβής και να περιέχει τουλάχιστον το ποσό της απαιτήσεως, το χρόνο που κατέστη ή θα καταστεί ληξιπρόθεσμη, το χρόνο γενέσεως, τη γενεσιουργό αιτία της απαιτήσεως και το τυχόν προνόμιο. Εφόσον δεν έγινε εμπρόθεσμη αναγγελία, η σχετική απαίτηση αποσβέννυται. 3). Η αναγγελία που έγινε, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο δεν διακόπτει ούτε αναστέλλει την παραγραφή της απαιτήσεως, που έχει αρχίσει να διανύεται.
Η διάταξη του άρθρου 443 Α.Κ. δεν εφαρμόζεται για τις απαιτήσεις των οποίων συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής. Με το άρθρο δε 15 επίσης του ν. 2741/1999 ορίζεται ότι: 1). Μετά το πέρας της εκκαθάρισης κατά την παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, όλα τα στοιχεία του ενεργητικού του Ο.Α.Ε.. περιλαμβανομένων των κάθε φύσης δικαιωμάτων και αξιώσεων, ανεξάρτητα αν περιλαμβάνονται στον ισολογισμό ή στα βιβλία του, μεταβιβάζονται, από την παραπάνω ημερομηνία αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διαδικασία στο Δημόσιο.
Εγγυήσεις και ασφάλειες υπέρ των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, καθώς και τυχόν βάρη επί των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, διατηρούνται. 2). Εκκρεμείς δίκες με διάδικο τον Ο.Α.Ε. συνεχίζονται στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του Ο.Α.Ε., χωρίς άλλη διατύπωση, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται δήλωση περί επαναλήψεώς τους..... 4).
Το Δημόσιο ευθύνεται για τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε.. μέχρι του ύψους του προϊόντος της εκκαθάρισης το οποίο εισέπραξε ως μέτοχος του Ο.Α.Ε. και μέχρι της αξίας των μεταβιβαζόμενων στοιχείων κατά την παρ. 1 του παρόντος, ως ειδικός διάδοχος του Ο.Α.Ε.. Το άρθρο 479 Α.Κ. δεν εφαρμόζεται.... Δεν θίγονται από την παρούσα διάταξη υποχρεώσεις του Δημοσίου, οι οποίες έχουν αναληφθεί από παροχή εγγυήσεων για οφειλές του του Ο.Α.Ε ή των θυγατρικών του εταιρειών προς τους δανειστές τους.
Και 5) Οι δανειστές του ΟΑΕ, οι οποίοι δεν ικανοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισής του, μπορούν να ικανοποιηθούν με εκτέλεση κατά του Δημοσίου ως ειδικού διαδόχου του ΟΑΕ, η οποία μπορεί να έχει ως αντικείμενο την επιβολή κατάσχεσης αποκλειστικώς επί των περιουσιακών στοιχείων του ΟΑΕ που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο.
Σε περίπτωση κατά την οποία τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν έχουν στο μεταξύ εκποιηθεί, το Δημόσιο ευθύνεται μέχρι του καθαρού ποσού που εισέπραξε από την εκποίησή τους. Τέλος το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 ΕισΝΑΚ και κατισχύει ως ειδική των διατάξεων του ΑΚ) ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκoς πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως...
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, ως διαδόχου του Ο.Α.Ε, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής.
Ως "αγωγή" νοείται εν προκειμένω η καταψηφιστική αγωγή, η επίδοση της οποίας επιφέρει έναρξη τοκοφορίας. Η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής κατά της εκκαθαρίστριας εταιρείας του Ο.Α.Ε, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε εν συνεχεία και, σε χρόνο κατά τον οποίο η δίκη συνεχίζεται, κατά τα ανωτέρω, από το δημόσιο, σε απλώς αναγνωριστικό, δεν αρκεί για να γεννηθεί η υποχρέωση του Δημοσίου προς τοκοδοσία κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αφού η αγωγή αυτή θεωρείται μη ασκηθείσα ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, η επίδοσή της εξακολουθεί μεν να ισχύει ως όχληση, δεν γεννά όμως υποχρέωση του Δημοσίου για πληρωμή τόκων υπερημερίας κατά τα άρθρα 340 και 345 ΑΚ ( Α.Π. 10/2008 -ΟΛ-). Και τούτο, διότι η υποχρέωση αυτή δεν γεννάται με την όχληση, αλλά μόνο με την επίδοση αγωγής, η δε τυχόν προηγηθείσα, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 ν. 2741/1999, αναγγελία της απαιτήσεως προς την εκκαθαρίστρια του Ο.Α.Ε., δεν συνιστά όχληση, ώστε να είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υφίσταται αυτοτελής γενεσιουργός λόγος υποχρεώσεως καταβολής τόκων, εκ μέρους της εκκαθαρίστριας, σε χρόνο προγενέστερο της ασκήσεως της αγωγής, αφού με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 13 επιβάλλεται στους δανειστές του υπό ειδική εκκαθάριση τιθέμενου ως άνω οργανισμού το βάρος να αναγγείλουν, μέσα σε ορισμένη προθεσμία, τις απαιτήσεις τους προκειμένου να ικανοποιηθούν γι' αυτές από το προϊόν της εκκαθάρισης (ως είχαν κατά την αναγγελία) και προβλέπεται ως μοναδική συνέπεια της μη ανταποκρίσεώς τους σ` αυτό η απόσβεση των απαιτήσεών τους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η από 2.4.2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της εκκαθαρίστριας εταιρείας του ΟΑΕ, υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", περί επιδικάσεως στην πρώτη του συνολικού ποσού των 694.641,58 ευρώ, έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον Δημόσιο οφείλει στην αναιρεσίβλητη το πιο πάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από 30.6.2000, ήτοι από της αναγγελίας της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης προς την εκκαθαρίστρια εταιρεία του Ο.Α.Ε., μολονότι η ενάγουσα περιόρισε, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και ενώ την δίκη συνέχιζε λόγω του πέρατος της εκκαθαρίσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις από 12.11.2003 προτάσεις της.
Με την κρίση του αυτή, ως προς την αναγνώριση οφειλής τόκων επί του ποσού των 694.641,58 ευρώ, από της 30.6.2000, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 13 ν.2741/1999, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα (δ/μα 26-6/10-7-1944). Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως, κατά το κεφάλαιο, με το οποίο αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για πληρωμή τόκων υπερημερίας επί του συνολικώς αναγνωρισθέντος ως οφειλομένου ποσού των 694.641,58 ευρώ από της 30.6.2000, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, μόνον ως προς το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο περί αναγνωρίσεως οφειλής τόκων επί του ως ποσού των 694.641,58 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την ως άνω 4712/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ