501/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated501/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά τον βάσιμο περί τούτο τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 501 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 501/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κάμαρη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ...., κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμόθεο Μυλωνά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1563/19997 μη οριστική, 630/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5163/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του ενδιαφερόμενου διαδίκου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει με σαφήνεια η ταυτότητά του (ΑΠ 808/2005, 5565/2004, 154/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον Δημόσιο με τις προτάσεις του κατά τη δευτεροβάθμια δίκη μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι το από 6 Αυγούστου 1940 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας ... , από το οποίο, όπως διατείνεται, αποδεικνυόταν ο ουσιώδης ισχυρισμός του ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας ...
δήλωνε, κατά το χρόνο εκείνο (1940) τα κατεχόμενα υπό τούτου κτήματα, προς την ανωτέρω Οικονομική Εφορία, ως "Εθνικά Κτήματα εις θέσιν ...", αναγνωρίζοντας ότι αυτά αποτελούν δημόσια περιουσία, γεγονός το οποίο "αναιρούσε το στοιχείο της καλής πίστης, που ήταν απαραίτητο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το τότε ισχύον δίκαιο, αλλά και το στοιχειο της νομής με διάνοια κυρίου, για το μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρονικό διάστημα".
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από τη βεβαίωση της ότι έλαβε υπόψη "το σύνολο των με επίκληση προσκομιζομένων εγγράφων" δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού, έλαβε υπόψη του και το ανώτερο έγγραφο, αφού δεν κάνει καμμία συγκεκριμένη αναφορά στο πιο πάνω δημόσιο έγγραφο και δεν το μνημονεύει στην απόφασή του, παρά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του λοιπού αποδεικτικού υλικού και ενόψει βέβαια της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε με το να δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά τον βάσιμο περί τούτο τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση ( αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα (μειωμένα) του αναιρεσείοντος (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5163/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ