Legislator Case Law & Legislation
501/2007 AI generated

501/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 501/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

501/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ΄ και 12 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.- Επειδή, προϋπόθεση για την ίδρυση του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αποτελεί, εκτός από την προσκόμιση, και η νόμιμη επίκληση των αποδεικτικών μέσων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 501 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 501/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 , και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μπατσολάκη.

Του αναιρεσίβλητου: .... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Τζέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-9-1999 και 28-2-2002 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27314/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3013/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 17-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εις βάρος εκείνου που ομολόγησε, αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης. Αποδεικτική δύναμη έχει η ομολογία εκείνη που γίνεται με πρόθεση παραδοχής του επιβλαβούς γι' αυτόν γεγονότος από εκείνον που ομολογεί.

Συνεπώς, εκείνος που στηρίζει την αγωγή του σε ορισμένα δικαιογόνα γεγονότα δεν είναι δυνατόν συγχρόνως, με την ίδια αγωγή, να ομολογεί και την ανυπαρξία των γεγονότων αυτών. Αγωγή με τέτοιους αντιφατικούς ισχυρισμούς δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

α΄ του ΚΠολΔ, και είναι απορριπτέα ως αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 28-2-2002, αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου, αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος ισχυρίσθηκε με αυτήν, ότι έγινε κύριος του αναφερόμενου σε αυτήν ακινήτου, το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου που ανήκε στον πατέρα του Χ2 , με έκτακτη χρησικτησία, διότι νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από μία εικοσαετία, από το έτος 1979 που ατύπως του το παραχώρησε ο πατέρας του.

Στην ίδια αγωγή, ναι μεν αρχικώς αναφέρεται ότι το μεγαλύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ανήκε στον πατέρα του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), ο οποίος το "είχε στην αποκλειστική του νομή και κατοχή, με διάνοια κυρίου, συνεχώς, αδιαλείπτως και ανενόχλητα από το 1946 μέχρι το θάνατό του", που συνέβη την 9-7-1991, πλην όμως ακολούθως αναλυτικώς εκτίθεται, ότι το επίδικο τμήμα ο πατέρας του το 1979 το παραχώρησε ατύπως, λόγω δωρεάς στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), ο οποίος έκτοτε ασκούσε τις λεπτομερώς επίσης εκτιθέμενες πράξεις φυσικής εξουσίασής του με διάνοια κυρίου.

Στα περιστατικά αυτά της υπερεικοσαετούς από το 1979 και εφεξής άσκησης με διάνοια κυρίου νομής στο επίδικο τμήμα ακινήτου, θεμελιώνεται η αγωγή αυτή του αναιρεσιβλήτου, η δε αρχική αναφορά ότι το μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου τμήμα αποτελεί το επίδικο, το εξουσίαζε έως το θάνατό του ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων πράξεων φυσικής εκ μέρους του εξουσίασης αυτού, αποτελεί απλώς διηγηματική μνεία της αρχικής κατάστασης του επιδίκου, από δε το όλο περιεχόμενο της αγωγής δεν γεννάται αμφιβολία ότι με αυτήν, παρά την ανωτέρω διατύπωση, ο ενάγων θέλησε απλώς να επεξηγήσει πώς από το μεγαλύτερο ακίνητο που ανήκε στον πατέρα του, κατέληξε να νέμεται ό ίδιος το επίδικο τμήμα του με διάνοια κυρίου από το έτος 1979.

Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από το περαιτέρω ιστορούμενο στην αγωγή ότι άλλο τμήμα του μεγαλυτέρου ακινήτου ο πατέρας του παραχώρησε ατύπως στον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος το νεμόταν αποκλειστικά με διάνοια κυρίου μετά την παραχώρηση αυτή. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με την ανωτέρω αρχική αναφορά που περιέχεται στην αγωγή, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δεν ομολόγησε ότι είναι αναληθή τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή, γεγονός που θα καθιστούσε προεχόντως αόριστη, λόγω της σχετικής αντίφασης, την αγωγή αυτή, την αοριστία της οποίας, πάντως, δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, με το αναιρετήριο, ότι είχαν προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου ομολογία ότι το επίδικο ακίνητο δεν νεμόταν έως το 1991 τουλάχιστον αυτός, αλλά ο πατέρας του, ότι δηλαδή είναι αναληθή τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επικουρικώς, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με τα να μη δεχτεί ότι από την εν λόγω ομολογία αποδεικνύεται αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, προβάλλει δηλαδή αιτιάσεις, οι οποίες, κατ΄ ορθή υπαγωγή των εκτιθεμένων στο αναιρετήριο, εμπίπτουν στους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ΄ και 12 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.- Επειδή, προϋπόθεση για την ίδρυση του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αποτελεί, εκτός από την προσκόμιση, και η νόμιμη επίκληση των αποδεικτικών μέσων.

Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β΄, 453 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, νόμιμη επίκληση εγγράφων ενώπιον του Εφετείου γίνεται είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ολΑΠ 14 και 15/2005).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη αλήθεια ή μη των πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Αποτελεί συνεπώς προϋπόθεση για την ίδρυση του από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ προβλεπόμενου αναιρετικού λόγου, να είναι ουσιώδης ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου επικαλείται και προσκομίζει τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα ο διάδικος. Να θεμελιώνει, δηλαδή, μόνο του ή μαζί με άλλα, την ιστορική βάση της αγωγής ή ορισμένης νόμιμης ένστασης ή αντένστασης, το πραγματικό γεγονός, προς απόδειξη της αλήθειας ή αναλήθειας του οποίου, αμέσως ή εμμέσως, πρόκειται να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ολΑΠ 42/2002).

Τέλος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 και 1049 του ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου, αλλά, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, και με την έγερση εναντίον του της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, καθώς και κάθε αγωγής ή ανακοπής με την οποία γίνεται επίδικο το μέλλον να κτηθεί με τη χρησικτησία δικαίωμα, η διακοπή δε επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος (ή ανακόπτοντος).

Για να είναι ορισμένη και νόμιμη η ένσταση διακοπής της χρησικτησίας με την έγερση αγωγής ή ανακοπής, θα πρέπει εκείνος που την προβάλλει να ισχυρίζεται ότι η αγωγή ή ανακοπή που επικαλείται ότι επέφερε τη διακοπή της χρησικτησίας, ασκήθηκε από αυτόν εναντίον του αντιδίκου του που στηρίζει την απόκτηση του δικαιώματός του σε χρησικτησία ή εκείνου που κατέχει στο όνομά του τελευταίου.

Σε περίπτωση, συνεπώς, που, λόγω μη επίκλησης του στοιχείου αυτού, δεν είναι ορισμένη ή λόγω επίκλησης ότι η σχετική αγωγή ή ανακοπή στρεφόταν κατά τρίτου, ασχέτου, δεν είναι νόμιμη η ένσταση διακοπής της χρησικτησίας, το δικαστήριο της ουσίας που δε λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση για να χρησιμεύσουν προς απόδειξη αυτής, δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ΄ του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα : α) την από 943/1-2-1992 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χριστινας Φαρδή - Πανταζή, β) την 358/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής του προς ακύρωση του πλειστηριασμού, μετά την ενέργεια του οποίου εκδόθηκε η ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, γ) την 8521/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της προηγούμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου και δ) την 1445/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των έγγραφων προτάσεων που είχε υποβάλει στο Εφετείο ο πρώτος αναιρεσείων, αυτός δεν είχε καθόλου επικαλεσθεί με αυτές τα εν λόγω έγγραφα, είτε με εξειδικευμένη αναφορά καθενός από αυτά, είτε με παραπομπή με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών τους, από τα οποία να προκύπτει η επίκλησή τους πρωτοδίκως.

Επίσης, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του, καθώς και της έφεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, αυτός ως διακοπτικά της χρησικτησίας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο γεγονότα επικαλέσθηκε την άσκηση από αυτόν ανακοπής κατά της εκτέλεσης που διενεργήθηκε εις βάρος του από τρίτον, καθώς και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στη δίκη για την ανακοπή αυτή, στην οποία, όπως και στην εκτέλεση που είχε διενεργηθεί, δεν μετείχε ο αναιρεσίβλητος, ούτε επικαλείται ότι είχε προσεπικληθεί για να μετάσχει σε αυτήν.

Προβάλλει, δηλαδή, ο πρώτος αναιρεσείων αιτίαση για μη λήψη υπόψη εγγράφων που προσκομίσθηκαν προς απόδειξη ισχυρισμού διακοπής της χρησικτησίας, ο οποίος, εφόσον θεμελιώθηκε σε έγερση ανακοπής κατά τρίτου, άσχετου προς τον αναιρεσίβλητο και διεξαγωγής της σχετικής με αυτήν δίκης χωρίς τη συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου, δεν ήταν νόμιμος και συνεπώς δεν ήταν ουσιώδης.

Επομένως, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο πρώτος αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "έμμεση ομολογία" του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται πού δόθηκε αυτή η ομολογία και εάν την επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων αυτός.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελούν και τα στοιχεία που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της.

Ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός και όταν το δικαστήριο, συμπληρώνοντας αυτό στοιχεία που λείπουν, για την επαρκή συγκρότηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, λαμβάνει υπόψη γεγονότα που δεν περιέχονται σε αυτήν. Όταν, όμως, τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασής του, αλλά στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγε και αν δεν τα λάμβανε υπόψη, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, αφού στην περίπτωση αυτή δεν επιδρά στην έκβαση της δίκης και συνεπώς δεν είναι ουσιώδης ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο πρώτος αναιρεσείων, χωρίς να επικαλείται σε ποία διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εμπίπτει η επικαλούμενη με αυτόν πλημμέλεια, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε εξ ολοκλήρου την διεκδικητική της κυριότητας τμήματος ακινήτου αγωγή του, αφού έκρινε βάσιμη ένσταση δικής του κυριότητας σε αυτό, που πρόβαλε ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος), δέχτηκε, ότι στην αγωγή αυτή αναφέρεται ότι ο εναγόμενος κατέχει ολόκληρο το ακίνητο και όχι μόνο το διεκδικούμενο τμήμα του.

Ωστόσο, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η αποδιδόμενη με το λόγο αυτό αναίρεσης πλημμέλεια, δεν επέδρασε στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος απορρίφθηκε λόγω παραδοχής ως βάσιμης της ένστασης δικής του κυριότητας στο επίδικο, που είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος και όχι λόγω της μη απόδειξης κατοχής ολοκλήρου του ακινήτου από αυτόν.

Επομένως ο ισχυρισμός που φέρεται ότι έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς να περιέχεται στην αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος, χωρίς δηλαδή αυτός να έχει προταθεί, δεν είναι ουσιώδης και συνεπώς, υπό την εκτίμηση ότι με αυτόν προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Άλλωστε ο λόγος αυτός είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την εκτίμηση της αγωγής του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν θεώρησε ότι με αυτήν αναφέρεται ότι ο εναγόμενος κατέχει μεγαλύτερο ακίνητο από το διεκδικούμενο τμήμα.- Επειδή, λόγοι αναίρεσης ιδρύονται μόνο για πλημμέλειες που εμπίπτουν σε μία από τις περιοριστικά στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες περιπτώσεις, σύμφωνα δε με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδάφ. β΄ του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης αναίρεσης, ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ισχυριζόμενος ότι από αυτές δε συνάγεται το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο και επίσης προβάλλει παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που αυτά, κατά την άποψή του, υπαγορεύουν.

Επομένως οι λόγοι αυτοί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά το μέρος, εξάλλου, που, όπως εκτιμάται, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού με τον ισχυρισμό ότι αντιφατικά το Εφετείο δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο αφενός μεταβιβάσθηκε από τον πατέρα των διαδίκων, με το 16658/1979 δωρητήριο συμβόλαιο, σε αυτόν και αφετέρου ότι το ίδιο ακίνητο, το ίδιο έτος, μεταβιβάσθηκε, από τον πατέρα των διαδίκων, με άτυπη δωρεά, στον αναιρεσίβλητο, προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχεται ότι παρότι με το ανωτέρω δωρητήριο συμβόλαιο μεταβιβάσθηκε το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο στον πρώτο αναιρεσείοντα, το περιγραφόμενο στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου τμήμα αυτού ουδέποτε νεμήθηκε ο πρώτος αναιρεσείων, αλλά παραχωρήθηκε ατύπως από τον πατέρα τους από το έτος 1979 στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου έκτοτε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια, οι παραδοχές δε αυτές ουδεμία αντίφαση εμπεριέχουν.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 695 του ΚΠολΔ, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 322 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων έχει προσωρινή ισχύ και παράγει προσωρινό δεδικασμένο, υπό την έννοια ότι εμποδίζεται καταρχήν η κατά την ίδια διαδικασία εκ νέου εξέταση του θέματος που κρίθηκε, από το οποίο όμως δεν κωλύεται η κατά την κύρια δίκη εκ νέου εξέταση και διαφορετική κρίση ως προς τα ζητήματα που προσωρινά κρίθηκαν με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 16 (περ. β΄) του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής του και της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, δεσμευτικό γι' αυτό, από την 916/2001 απόφαση λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής στο επίδικο ακίνητο, αφού το προσωρινό δεδικασμένο από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεν εμποδίζει την έρευνα της υπόθεσης κατά την κύρια δίκη, ούτε δεσμεύει το δικαστήριο της κύριας δίκης, το οποίο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος που προσωρινά κρίθηκε με εκείνην.- Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, θα πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχτηκε το δικαστήριο και να παρατίθεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά συνεξετίμησε αυτό με τις υπόλοιπες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρει αυτό ως προς το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του αποδεικτέου γεγονότος.

Με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (υπό στοιχείο

ΙΙ του αναιρετηρίου) ο δεύτερος αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 916/2001 απόφασης λήψης ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ποίο ακριβώς περιεχόμενο προσέδωσε στην απόφαση αυτή το Εφετείο, κατά τη λήψη της υπόψη ως αποδεικτικού μέσου και ποίο το ακριβές περιεχόμενο της απόφασης αυτής. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, ως αποδεικτικό μέσο, και την εν λόγω απόφαση του Ειρηνοδικείου και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, για την απόκτηση κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από το αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτήν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2005 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 3013/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ