Legislator Case Law & Legislation
500/2025 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for insufficient reasoning on adverse possession and property ownership.

Case Number 500/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding property ownership and adverse possession due to insufficient reasoning. The appellant argued that the lower court failed to adequately explain why her claim of long-term possession was rejected in favor of the original owner's title. Consequently, the case was remanded to the First Instance Court for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1042 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A judgment must provide sufficient reasoning to justify the rejection of an adverse possession claim; failure to do so constitutes a violation of the right to a reasoned decision and requires the judgment to be annulled.

Keywords

AI generated
adverse possession property ownership insufficient reasoning annulment of judgment remand for retrial good faith acquisition Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1042 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 793/2024
Supreme Court Case 2073/2022
Supreme Court Case 1647/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 500 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 500/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Ιφιγένεια Ματσούκα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Α. Χ., θυγατέρας Σ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Θ. Σ., το γένος Γ. Λ., κατοίκου ..., 2) Θ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 4) Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 5) Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νομική Χαρτοφίλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... της Κω, με ΑΦΜ ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσώλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2007 αγωγή του αποβιώσαντος Θ. Σ. του Ε., δικαιοπαρόχου των υπό στοιχεία 1 έως 5 αναιρεσιβλήτων, την από 22-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 9-1-2012 κύρια παρέμβαση της ήδη υπό στοιχείο 6 αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4-11-2022 (αριθ. κατ. ...2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 152/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δίκασε την από 23-7-2021 (αριθ. κατ. ...2021) έφεση της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας Α. Χ. του Σ. κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 250/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω.

Η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συνεκδίκασε την από 5-1-2007 (αριθ. κατ. ...2007) διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αρχικού ενάγοντος Θ. Σ. του Ε., την από 22-5-2009 (αριθ. κατ. ...2009) αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της Α. Χ. του Σ. και την από 9-1-2012 (αριθ. κατ. ...2012) παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας ... ΑΕ, απέρριψε τις αντίθετες αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες και έκανε δεκτή την τιτλοφορούμενη κύρια παρέμβαση ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι η παρεμβαίνουσα έχει την κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε την ενάγουσα - εναγομένη να αποδώσει αυτό στην παρεμβαίνουσα.

Από την επισκόπηση, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των αγωγών των διαδίκων προκύπτουν τα εξής: Ο αρχικώς ενάγων Θ. Σ. του Ε. με την αγωγή του, που ασκήθηκε στο Ειρηνοδικείο Κω και παραπέμφθηκε να δικαστεί στο καθ' ύλη αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, εξέθεσε ότι με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο πώλησης νομίμως μεταγραφέν) έχει στην κυριότητά του έναν αγρό εμβαδού 8.670 τ.μ.

στη θέση ... της Κω, που αποτελεί την κτηματολογική μερίδα ... ... και η εναγομένη Α. Χ. του Σ. τον Αύγουστο του 2005 κατέλαβε αυθαίρετα τμήμα αυτού, εμβαδού 827 τ.μ., το οποίο αρνείται να του αποδώσει παρά τις οχλήσεις του και ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο εδαφικό τμήμα και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του το αποδώσει.

Η ενάγουσα Α. Χ. του Σ. με την αγωγή της εξέθεσε ότι με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο δωρεάς νομίμως μεταγραφέν) η μητέρα της είχε στην κυριότητά της έναν αγρό εμβαδού 3.850 τ.μ. στη θέση ... της Κω, που αποτελεί την κτηματολογική μερίδα ...Α ... και ήταν τμήμα της πρώην ενιαίας κτηματολογικής μερίδας ... ..., ιδιοκτησίας του Γ.

Σ. του Α., αδελφού της δωρεοδόχου μητέρας της, Α. Σ. του Α., η οποία νεμόταν μαζί με την κτηματολογική μερίδα που της δώρησε και ένα τμήμα εμβαδού 730 τ.μ. από την κτηματολογική μερίδα ... του εγγεγραμμένου τιτλούχου δωρητή της από το 1948 έως το 1983. Και ότι το έτος 1983 η μητέρα της μεταβίβασε σε αυτή άτυπα την νομή της κτηματολογικής μερίδας ...Α, που της δώρησε ο αδελφός της μητέρας της και θείος της αντίστοιχα Γ.

Σ. του Α., καθώς και τη νομή του τμήματος των 730 τ.μ. της μερίδας ... κυριότητας του μεταγενεστέρως εγγεγραμμένου τιτλούχου εναγομένου Θ. Σ. του Α., το οποίο έκτοτε νέμεται αυτή, καλλιεργώντας και συγκομίζοντας τους καρπούς του, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, αλλά για πρώτη φορά ο εναγόμενος αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι στο πρόσωπό της συμπληρώθηκε ο χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής.

Η ανώνυμη εταιρία ... ΑΕ άσκησε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέμβαση, την οποία χαρακτήρισε ως κύρια και εξέθεσε ότι απέκτησε από τον ενάγοντα-εναγόμενο Θ. Σ. του Α. με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο πώλησης νομίμως μεταγραφέν) την κυριότητα της κτηματολογικής μερίδας ... ..., στην οποία ανήκει το επίδικο τμήμα των 730 τ.μ.

και επικαλούμενη προφανές έννομο συμφέρον ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί η καθ' ης η παρέμβαση ενάγουσα-εναγομένη να της το αποδώσει. Η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έκανε δεκτή την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως Α. Χ. του Σ., εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συνεκδίκασε τις αγωγές και την παρέμβαση, με τον χαρακτήρα της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας-εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, Α.

Χ. του Σ. ως ουσιαστικά αβάσιμη, έκανε δεκτές την αγωγή του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος-εναγομένου Θ. Σ. του Ε. και την πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση της παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρίας ... ΑΕ, ήδη έκτης αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά βάσιμες, αναγνώρισε ότι ο αρχικός ενάγων-εναγόμενος έχει την κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε την ενάγουσα-εναγομένη να αποδώσει αυτό στους συνεχίζοντες τη δίκη υπεισελθόντες στη θέση του καθολικούς διαδόχους του, ήδη πέντε πρώτους αναιρεσιβλήτους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα, με κατάθεση αυτής την 7-11-2022 στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την υπ' αριθ. 14/2022 σχετική πράξη κατάθεσης και εμπρόθεσμα, την 7-10-2022, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επομένη της επίδοσης (άρθρο 144 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου στην αναιρεσείουσα, μετά από σχετική παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου των πέντε (5) πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά τα συνομολογούμενα από αυτούς (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το άρθρο 522 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εξουσία του εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης που προβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 92/2015).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος επιδίκασε του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ.

αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται, μεταξύ άλλων, και όταν το εφετείο εξαφανίσει απόφαση ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο Επομένως, επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος υπάρχει μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και όταν το εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και για κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε με την έφεση και δεν μεταβιβάστηκε κατά τούτο η υπόθεση σ' αυτό.

Επομένως, η απόφαση του εφετείου είναι αναιρετέα και ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν έκανε δεκτό αίτημα της αγωγής απορριφθέν πρωτοδίκως, χωρίς να έχει παραπονεθεί ο ενάγων ως εκκαλών για την απόρριψη (ΑΠ 871/2018, ΑΠ 1415/2007, ΑΠ 2085/1984). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης μπορεί να προβληθεί παραδεκτά για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αν το ελάττωμα της απόφασης δεν υπήρχε κατά το χρόνο της συζήτησης, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι τότε δικάζεται η έφεση του εναγομένου, δεν είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και εξετάσει αίτηση που νομίμως είχε υποβάλει με την αγωγή του (ΑΠ 1061/2008).

Αναφορικά με την (χρονολογικά πρώτη) αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Θ. Σ. του Ε., με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε και συνεκδίκασε την διεκδικητική αγωγή του αρχικώς ενάγοντος την έκανε δεκτή κατ' ουσία, χωρίς να έχουν ασκήσει έφεση οι πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι και ήδη πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι καθολικοί του διάδοχοί που υπεισήλθαν στη θέση του και συνέχισαν τη δίκη και έτσι το εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 106 ΚΠολΔ.

Επομένως, εφ όσον προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι απορρίφθηκε κατ' ουσία η αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και οι συνεχίζοντες στη θέση του τη δίκη ως κληρονόμοι του ουδέν σχετικό παράπονο προέβαλαν με δικόγραφο έφεσής τους, η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκανε κατ' ουσία δεκτή την αγωγή του επεδίκασε μη αιτηθέν και πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά την αγωγή του, κατά και τον βάσιμο πρώτο λόγο αναίρεσης.

ο οποίος προβάλλεται παραδεκτά, διότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, Από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου.

Η μεταβίβαση όμως του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί.

Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 888/2024, 1646/2022) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος αυτού (ΑΠ 877/2019).

Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του, διαδίκου, ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 668/2023, ΑΠ 1646/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 83 του ΚΠολΔ, μπορεί να ασκηθεί υπέρ διαδίκου αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβασή προς τον αντίδικό του, όπως είναι εκείνος που έγινε ειδικός διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος αυτής, κατά του οποίου ισχύει το δεδικασμένο και η εκτελεστότητα της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, σύμφωνα με τα άρθρα 325 περ. 2 και 919 περ. 1 του ΚΠολΔ.

Η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηρίζεται αυτοτελής, όταν η σχετική απόφαση πρόκειται να αναπτύξει ενέργειες (όχι απλώς αντανακλαστικές) και στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του υπέρ ου η παρέμβαση.

Συνεπώς, ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής, κατά το άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 404/2018, ΑΠ 1731/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 παρ. 3 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή αν η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Ως προς την τελευταία αυτή περίπτωση, από τα άρθρα 76 παρ. 1 και 4, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ειδικότερα ότι η αναίρεση, όταν ασκείται από τον αντίδικο του διαδίκου, υπέρ του οποίου έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, απαιτείται να στρέφεται και κατά του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντος (ΑΠ 884/2024). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 4/2020).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 132/2022).

Για την άσκηση της αναίρεσης, όπως και για κάθε λόγο αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον (άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ). Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία αυτού κρίνεται από την πλημμέλεια που αποδίδεται με το αναιρετήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση και από την βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από την πλημμέλεια αυτή.

Για το ορισμένο, επομένως, του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης είναι απαραίτητο να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ως άνω βλάβη, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος (ΑΠ 921/2023, ΑΠ 838/2013). Αναφορικά με την (χρονολογικά δεύτερη) αγωγή της Α. Χ. του Σ., με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' επιτρεπτή νοηματική εκτίμηση αυτού, με την αιτίαση ότι παραβιάστηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 225 ΚΠολΔ με την εσφαλμένη εκτίμηση από το εφετείο ότι η ανώνυμη εταιρία ...

ΑΕ, η οποία απέκτησε λόγω πωλήσεως μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο ακίνητο, που περιλαμβάνει το επίδικο εδαφικό τμήμα το ακίνητο, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αρχικώς εναγομένου Θ. Σ. του Ε. και κατ' αυτής, ενώ με την ιστορική βάση και το αίτημά της αποτελούσε διεκδικητική αγωγή εναντίον της.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ασκηθείσα παρέμβαση δέχθηκε, μετά την ανάπτυξη σχετικής νομικής σκέψης, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι μετά την άσκηση των αγωγών που περιγράφηκαν παραπάνω, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ" άσκησε παρέμβαση, την οποία στο δικόγραφο χαρακτήρισε ως "κύρια", κατά αμφοτέρων των διαδίκων των παραπάνω αγωγών, εκθέτοντας ότι έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, καθώς δυνάμει του εκεί αναφερομένου συμβολαίου η ίδια κατέστη λόγω αγοράς κυρία της ΚΜ ... ... (στην οποία περιέχεται το επίδικο τμήμα) και η τυχόν ευδοκίμηση της δεύτερης των ως άνω αγωγών θα έχει ως συνέπεια να απωλέσει το τμήμα αυτό.

Η ασκηθείσα εν προκειμένω παρέμβαση, με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου της, δεν δικαιολογείται ως κύρια, καθώς ο ενάγων της πρώτης αγωγής και εναγόμενος στη δεύτερη (ήτοι ο δικαιοπάροχος της παρεμβαίνουσας), ουδόλως ισχυρίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ότι η τελευταία δεν κατέστη εγκύρως κυρία της επίδικης εδαφικής έκτασης.

Συνεπώς μη έχοντας λόγο να αντιποιηθεί το αντικείμενο της δίκης έναντι (και) του συγκεκριμένου διαδίκου, η παρέμβαση της εταιρείας "... ΑΕ", κατά τον ορθότερο χαρακτηρισμό, ο οποίος δίδεται αυτεπαγγέλτως από το παρόν δικαστήριο, έχει τα χαρακτηριστικά της πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του δικαιοπαρόχου της, μάλιστα δε της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, εξαιτίας της επέκτασης του δεδικασμένου που θα παραχθεί από την κύρια δίκη υπέρ ή κατά αυτής, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα. ... Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, η εν λόγω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η οποία σηματοδοτεί την ίδρυση αναγκαστικής ομοδικίας, ασκήθηκε χωρίς εν συνεχεία η παρεμβαίνουσα να αναλάβει η ίδια τη δίκη, αφού η υποκατάσταση του ειδικού διαδόχου στη θέση του αρχικού διαδίκου προϋποθέτει ρητή συναίνεση του τελευταίου, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Συνεπώς, ο ενάγων Θ. Σ. εξακολουθούσε ... να είναι ο μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη, η οποία συνεχίζεται στο όνομά του ... το δε διατακτικό της απόφασης θα πρέπει να αναφέρεται στο πρόσωπό του και όχι σε αυτό του ειδικού διαδόχου ...". Με βάση τα ανωτέρω, ορθά έκρινε το εφετείο ότι ασκήθηκε αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αρχικώς εναγομένου από την παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία δεν αμφισβητείται ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας έγινε ειδική διάδοχός του ως προς την κυριότητα, κατόπιν πώλησης, του ευρύτερου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο και κατά της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ακολούθως την συνεκδίκασε με την έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.

Με το λόγο αναίρεσης κατά το μέρος αυτό, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον της για την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ενόψει μάλιστα του ότι μόνη η παραδοχή της ουδεμία συνεπάγεται για την αναιρεσείουσα βλαπτική συνέπεια.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Ωστόσο, στην πρόσθετη παρέμβαση υπάρχει ένα μόνο κεφάλαιο δίκης, το οποίο μεταβιβάζεται στον επόμενο βαθμό, κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου. Ο υπέρ ου η πρόσθετη, είτε απλή, είτε αυτοτελής, παρέμβαση διάδικος παραμένει κύριος διάδικος και στη δίκη του ενδίκου μέσου και ο προσθέτως παρεμβαίνων διατηρεί την ιδιότητα αυτή και αν ακόμα το ένδικο μέσο ασκήθηκε από τον τελευταίο.

Κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 510/1947), κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά 15ετία από την εγγραφή που έγινε.

Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Εξάλλου κατ' άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του αυτού Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώριση που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο αποτελούν αντιστοίχως τη νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και την διαδοχική αυτού μεταβολή μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως κατά του περιεχομένου του Κτηματολογικού βιβλίου για τις εγγραφές που δεν υπόκεινται πλέον σε προσφυγή ενώπιον της δικαστικής αρχής, κατά δε το άρθρο 41 αυτού οι αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τους τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαιώματα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη με βάση τα δεδομένα της κτηματολογικής εγγραφής, η οποία προϋπήρχε της εγέρσεως και καταχωρίσεως της αγωγής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι καθιερώνεται η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή συνεχή νομή, η οποία κατά τα λοιπά, πέραν του απαιτουμένου χρόνου νομής, στοιχεία, δηλ. ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή από 30-12-1947 στην Δωδεκάνησο της ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 510/1947) διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 974, 976-979, 1045), δεδομένου ότι η παραπομπή με το άρθρο 63 στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας είναι γνήσια, νοείται δηλαδή ότι γίνεται στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

Παραλλήλως ισχύει η αρχή της δημοσίας πίστεως του κτηματολογικού βιβλίου και συνεπώς κατ' εκείνου που απέκτησε από επαχθή αιτία και καλοπίστως εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου στηριζόμενος στα δεδομένα των κτηματολογικών εγγραφών δεν μπορεί να αντιταχθεί κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, συντελεσθείσα πριν από την απόκτηση, τούτο δε ισχύει και αν οι δικαιοπάροχοι του αποκτήσαντος δεν ασκούσαν νομή επί του ακινήτου ΑΠ 305/2015, ΑΠ 1259/2013, ΑΠ 1266/2008, ΑΠ 736/2008).

Η καλή πίστη από την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο κρίνεται κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαρειά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα (ΑΠ 1235/1996, 1308/1995). Δεδομένου ότι ο τρίτος συναλλαγείς δεν οφείλει να ερευνά τους τίτλους και εν γένει τα στοιχεία βάσει των οποίων έγινε η εγγραφή, διότι μια τέτοια αξίωση θα ανέτρεπε τον θεσμό και την ίδια την αποστολή του κτηματολογικού βιβλίου, έλλειψη καλής πίστεως υπάρχει μόνον όταν υφίστανται πρόδηλα περιστατικά που δημιουργούν βάσιμη αμφιβολία ως προς την ακρίβεια της εγγραφής, η παράλειψη έρευνας την οποίων συνιστά, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, βαρεία αμέλεια (ΑΠ 985/1992).

Τέλος ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου (με βάση το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου) περί καλόπιστης και από επαχθή αιτία κτήσεως του δικαιώματός του επί του ακινήτου (με βάση τα δεδομένα της προϋπαρχούσης της αγωγής κτηματολογικής εγγραφής), αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής περί αναγνωρίσεως συμπληρώσεως στο πρόσωπο του ενάγοντος της 15ετούς κτητικής παραγραφής.

Για να είναι ορισμένη η παραπάνω ένσταση αρκεί να επικαλεσθεί ο εναγόμενος ότι απέκτησε το δικαίωμά του επί του επιδίκου από επαχθή αιτία και ότι με βάση τα δεδομένα της κτηματολογικής εγγραφής, που προϋπήρχε της εγέρσεως της αγωγής τελούσε σε καλή πίστη, δηλαδή αγνοούσε ότι ο εκποιών δεν είναι κύριος του επιδίκου κατά τον χρόνο της κτήσης του, η δε άγνοιά του δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια και δεν είναι αναγκαίο να επικαλεσθεί ότι δεν υπήρχαν πρόδηλα περιστατικά δημιουργούντα βάσιμη αμφιβολία ως προς την ακρίβεια των εγγραφών.

Η κρίση περί της καλής πίστης και της βαριάς αμέλειας, η οποία κρίνεται αντικειμενικώς και αφηρημένως, ελέγχεται από την Άρειο Πάγο, ως αφορώσα σε νομικές έννοιες. Επομένως, ο χρησιδεσπόζων την κτηθείσα, είτε κατά τον Αστικό Κώδικα, είτε κατά το προϊσχύσαν αυτού δίκαιο στη Δωδεκάνησο, και μη καταχωρηθείσα στο κτηματολόγιο χρησικτησία, δεν μπορεί να την προτείνει κατά του από επαχθή αιτία και με καλή πίστη αποκτήσαντος το ακίνητο, τούτο δε ισχύει και αν οι δικαιοπάροχοι του αποκτήσαντος δεν ασκούσαν νομή επί του ακινήτου (ΑΠ 469/2004).

Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει μεν να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού, αν όμως περιοριστεί στο τελευταίο δεν παραβιάζει ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, αλλά υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αφού έτσι η απόφασή του είναι δυνατόν να μην έχει νόμιμη βάση, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του συγκεκριμένου αυτού όρου εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων (ΑΠ 448/2001).

Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την (χρονολογικά δεύτερη) αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας από έκτακτη, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου χρησικτησία, κατά του εγγεγραμμένου τιτλούχου αρχικώς εναγομένου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Κω, βρίσκεται ένα ακίνητο με αριθμό κτηματολογικής μερίδας ... ..., το οποίο κατά την αρχική (ενιαία) του μορφή είχε έκταση 12.520 τετραγωνικά μέτρα, νομικής φύσης μουλκ (ελεύθερης ιδιοκτησίας). Το ακίνητο αυτό, το οποίο εξ αρχικής εγγραφής ανήκε στην Ε. συζ. Δ. Γ. το γένος Π.

Π., μεταβιβάστηκε λόγω πώλησης το έτος 1946 στον Γ. Σ. του Α.. Ο τελευταίος, δυνάμει του υπ' αριθ. 289/22-10-1948 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κω Α. Δ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 8-5-1976, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην αδελφή του Α. Σ. του Α., συζ. Σ. Χ. (μητέρα της ενάγουσας της 1005/ΜΤ 90/2009 αγωγής) ένα τμήμα του εν λόγω ακινήτου, το οποίο αποσπάσθηκε και αποτέλεσε την κτηματολογική μερίδα ...Α ....

Στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο, δεν αναφέρεται ούτε η έκταση, ούτε τα όρια του μεταβιβαζόμενου τμήματος, αλλά, όπως αναφέρεται στη σχετική κτηματολογική εγγραφή (1216/1976) το τμήμα αυτό σημειώνεται με το στοιχείο "Α" στο από 22-10-1948 σχεδιάγραμμα του Κτηματολογίου Κω. ... Όπως δε προκύπτει από το σχετικό σχεδιάγραμμα, ...

επιγράφεται δε ως "διάγραμμα διανομής" της ΚΜ ... ..., το μεταβιβαζόμενο λόγω δωρεάς τμήμα είχε σχήμα τριγωνικό, ενώ η επιφάνειά του προσδιορίστηκε σε 3.850 τετραγωνικά μέτρα, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι η εναπομείνασα έκταση της μερίδας ... ... διορθώθηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου, μετά την απόσπαση της ΚΜ ...Α , σε 8.670 τ.μ. (12.520-3.850).

Η κτηματολογική μερίδα αυτή, όπως διαμορφώθηκε κατά την έκτασή της μετά την απόσπαση του δωρηθέντος τμήματος, μεταβιβάστηκε λόγω πώλησης, δυνάμει του ...1976 συμβολαίου ... το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 10-5-1976, στον Θ. Σ. του Ε., ενάγοντα της με αριθμό κατάθεσης ... αγωγής και δικαιοπαρόχου των 1ης έως και 5ου των εφεσιβλήτων, ενώ στη συνέχεια, μετά την κατάθεση και των δύο αγωγών και την καταχώρηση αυτών στα βιβλία του Κτηματολογίου Κω-Λέρου, ο Θ.

Σ. μεταβίβασε, επίσης λόγω πώλησης, την ΚΜ ... ... στην ανώνυμη εταιρία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Κω, δυνάμει του ...2009 συμβολαίου ..., το οποίο επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στις 25-6-2009. ... δεν υπήρχε καταχωρημένη καμία εγγραφή, που να αφορά σε διεκδίκηση μέρους ή ολοκλήρου του ακινήτου ... Βάσει των κτηματολογικών εγγραφών που προηγούντο της αγοράς, το ακίνητο έκτασης 8.670 τ.μ.

ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον πωλητή Γ. Σ. του Α., χωρίς να προκύπτουν περιστατικά, και μάλιστα πρόδηλα, από τα οποία να είναι δυνατό να συναχθεί ανακρίβεια των προγενέστερων εγγραφών ή έστω τέτοια που να μπορούν να δημιουργήσουν αμφιβολίες περί της ακριβείας αυτών ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο η ενάγουσα Α.

Χ.. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι α) αποδεικνύεται η καλή πίστη του Θ. Σ. τόσο περί του δικαιώματος κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, όσο και περί του γεγονότος ότι ο ίδιος απέκτησε την κυριότητα και β) αποδεικνύεται ότι η μεταβίβαση της κυριότητας έγινε με επαχθή αιτία επί τη βάσει των δεδομένων των κτηματολογικών εγγραφών, οι οποίες προϋπήρχαν της έγερσης της αγωγής, η τελευταία είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη βάσει του άρθρου 41 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ...

Ως εκ περισσού δε ... αποδείχθηκε ότι η δωρεοδόχος Α. Σ., ... κατά το χρόνο σύναψης του δωρητηρίου συμβολαίου τελούσε σε γνώση του σχήματος του ακινήτου, το οποίο της μεταβίβασε ο αδελφός της, καθώς και της έκτασης αυτού, ... Το γεγονός δε ότι ... η ενάγουσα και πριν από αυτήν η μητέρα της, καλλιεργούσαν μαζί με το δικό τους ακίνητο και το επίδικο τμήμα, ήτοι ένα τριγωνικό τμήμα έκτασης 730 τ.μ., το οποίο εμφανίζεται στο από μηνός Μαίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Α.

Γ. (που προσαρτάται στην ως άνω αγωγή) με στοιχείο "Β", δεν αρκεί από μόνο του ώστε να καταστήσει την ενάγουσα της δεύτερης αγωγής κυρία αυτού με τα προσόντα της χρησικτησίας. Και τούτο διότι ... η άσκηση υλικών πράξεων επί ακινήτου πρέπει να συνδυάζει και το βουλητικό στοιχείο για να αναβαθμίζεται από την έννοια της απλής κατοχής, σε αυτήν της νομής, τούτο δε το στοιχείο ουδόλως αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου μητέρας της, καθώς ...

δεν ασκούσαν τις εν λόγω πράξεις (καλλιέργεια και συγκομιδή καρπών) με την πεποίθηση ότι το εν λόγω τμήμα τους ανήκε, αλλά γνωρίζοντας ότι αυτό εξακολουθούσε να ανήκει στην ιδιοκτησία του δωρητή Γ. Σ. μέχρι το έτος 1976. ... Κατά συνέπεια η ενάγουσα και πριν από αυτήν η δικαιοπάροχος μητέρα της, καθ' όλο το χρόνο που καλλιεργούσαν το επίδικο τμήμα, δεν το έπραταν με την πεποίθηση ότι είναι ιδιοκτήτες αυτού, αλλά γνώριζαν, ...

ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο που μεταβίβασε λόγω δωρεάς ο Γ. Σ.ς στη μητέρα της ενάγουσας και η τελευταία στην ενάγουσα. ...Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερομένων πρέπει α) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με αριθμό κατάθεσης ...2009 αγωγή (δεύτερη χρονολογικά της ενάγουσας......κατά του αρχικώς εναγομένου........) ...".

Σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν, μεταξύ των άλλων εξαιρέσεων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής.

Ισχυρισμοί του εφεσιβλήτου, κατά την παρούσα διάταξη, είναι εκείνοι που αναφέρονται στο αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, οι οποίοι αποσκοπούν στην διαφύλαξη του διατακτικού της απόφασης. Η παραβίαση των κανόνων του παρόντος άρθρου ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχεται όμως αναιρετικά η απόφαση με τον λόγο από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, αν αγνοήθηκε ισχυρισμός που υπάγεται στις εξαιρέσεις του ανωτέρω άρθρου 527 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπει την αναίρεση όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες και εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται από τον λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1436/2023). Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ είναι διάταξη δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1897/2009, ΑΠ 267/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτου και ειδικότερα της μη απόρριψης από το εφετείο ως απαράδεκτου του ισχυρισμού των πέντε πρώτων εφεσιβλήτων, ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων περί καλόπιστης με επαχθή αιτία μεταβίβασης στον αρχικώς ενάγοντα του ακινήτου του, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως, αλλά το πρώτον προβλήθηκε στην κατ' έφεση δίκη και δεν ήταν παραδεκτή η βραδεία προβολή του.

Το εφετείο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ και συννόμως δεν κήρυξε απαράδεκτο, διότι παραδεκτά έγινε η επίκληση του ισχυρισμού αυτού, ο οποίος προτάθηκε από τους εφεσιβλήτους προς υπεράσπιση κατά της έφεσης. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το εφετείο έκανε δεκτό χωρίς σχετική πρόταση ότι δεν αποδείχθηκαν πρόδηλα περιστατικά, τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στον αρχικώς εναγόμενο αμφιβολία ως προς την ακρίβεια των προγενέστερων εγγραφών κατά την κτήση του ακινήτου του.

Ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα πρόδηλα περιστατικά δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλά προκύπτουν από τις αποδείξεις. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 εδαφ. γ' του KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης της ένορκης βεβαίωσης και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α' KΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη και όχι υπό την ισχύ του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ (άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), που ισχύει από 1-1-2016, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες (ΑΠ 1103/2022).

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, για να παραστεί κατά την εξέταση του μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο του υποστατού των ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται με αφορμή τη δίκη, κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται, και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, αν δεν υπάρχει το στοιχείο αυτό, η έλλειψη του οποίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Στην κλήση πρέπει να ορίζεται, μεταξύ άλλων, ο ακριβής τόπος και χρόνος της εξέτασης, διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Επίσης, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι στην περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους.

Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί (ΑΠ 580/2016). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 21711, 21712 και 21713/2017 ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί με επιμέλεια της ενάγουσας-εκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, από τις οποίες αποδεικνύονται ουσιώδη κρίσιμα περιστατικά, με την εσφαλμένη παραδοχή του ότι πριν από την λήψη τους κάλεσε μόνο την παρεμβαίνουσα, έκτη εφεσίβλητη και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ...

ΑΕ, ενώ έπρεπε να καλέσει και τον αρχικώς εναγόμενο Θ. Σ. του Ε.. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, από το περιεχόμενο της οποίας δεν προκύπτει ότι διαλαμβάνει περιστατικά που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο ενός από τους αντιδίκους της αναιρεσείουσας, δόθηκε χωρίς την παρουσία του αρχικώς εναγομένου, ο οποίος δεν κλήθηκε καθόλου για να παραστεί κατά την εξέταση του πιο πάνω μάρτυρα.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία έκανε μνεία ότι δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. Τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 922/2022, ΑΠ181/2020).

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής ή ένστασης και τον οποίο οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που τον πρότεινε.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 847/2013).

Αντίθετα, τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 447/2015, 233/2011).

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι αποδεικνύεται η καλή πίστη του αρχικώς εναγομένου Θ. Σ. του Γ. κατά την μεταβίβαση με επαχθή αιτία της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, εφάρμοσε εσφαλμένα τους κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης μεταξύ των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού ο αρχικός εναγόμενος έφερε τις συνέπειες της μη απόδειξης του ισχυρισμού του και συνακολούθως τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης του σχετικού ισχυρισμού του περί καλόπιστης κτήσης της κυριότητάς του με επαχθή αιτία.

Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, με τους πέμπτο και έκτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1033, 1192 και 1042 του ΑΚ και 41, 61και 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσων, που εφάρμοσε για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε δεκτό, αναφορικά με την αγωγή της αναιρεσείουσας ότι ο αρχικός εναγόμενος Θ. Σ. του Ε. κατά τον χρόνο αγοράς από αυτόν του ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα και της καταχώρησης του τίτλου στα κτηματολογικά βιβλία τελούσε σε καλή πίστη για την κτήση του δικαιώματος κυριότητας επ' αυτού, ότι πριν από την καταχώρηση του κτητικού τίτλου του στο κτηματολογικό γραφείο δεν είχε καταχωρηθεί άλλη πράξη ή αγωγή περί κτητικής παραγραφής από κάποιον τρίτο ή από την ενάγουσα κατά του δικαιοπαρόχου του πωλητή του ακινήτου ή κατά του ιδίου του αρχικώς εναγομένου, ότι δεν μπορεί να αντιταχθεί κτητική παραγραφή για το επίδικο εδαφικό τμήμα από την αναιρεσείουσα ενάγουσα και ότι αυτή είχε μόνο την κατοχή επ' αυτού.

Υπό τις παραδοχές αυτές, δεν γίνεται παράθεση περιστατικών, που εξειδικεύουν την καλή πίστη του αρχικώς εναγομένου (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 2073/2022, ΑΠ 1647/2022), ιδίως ως προς την πραγματική κατάσταση της κτηματολογικής μερίδας ... κατά την αγορά της το έτος 1976 με συμβόλαιο και κατά την καταχώρηση αυτού στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο και έτσι το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς αιτιολογίες ως προς την καλόπιστη με αγοραπωλησία κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον Θ.

Σ. του Ε., αρχικό εναγόμενο της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας του οποίου καθολικά διάδοχοι είναι οι ήδη πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι. Την ασάφεια αυτή επιτείνει η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί της από μακρού χρόνου διακατοχής και καλλιέργειας του επίδικου ακινήτου, που αποτελεί τμήμα της κτηματολογικής μερίδας ...

κυριότητας του αρχικώς εναγομένου εγγεγραμμένου τιτλούχου, μαζί με την κτηματολογική μερίδα ...Α κυριότητάς της ενάγουσας, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει τη σχέση με βάση την οποία αυτή είχε μόνο την κατοχή του επίδικου εδαφικού τμήματος. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 1042 ΑΚ, τις οποίες ωστόσο παραβίασε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με την κατ' ουσία απόρριψη της (δεύτερης χρονολογικά) αγωγής της αναιρεσείουσας και στέρησε από αυτή τη νόμιμη βάση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμων των λόγων αναίρεσης, πρώτου από τον αριθμό 9 και πέμπτου και έκτου, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του από αυτή κατατεθέτος παραβόλου και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 152/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου