500/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated500/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζει ότι στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά.
Full text
Απόφαση 500 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 500/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Ν. Τ. και 2) Α. Τ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζηγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2003 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, προς την Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 της Διεύθυνσης Δ12 Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και μέσω της ως άνω υπηρεσίας διαβιβάστηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1744/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-4-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Α.Π. 210/2016).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της ελλείψεως δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά στην δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ., Ολ.Α.Π. 20/2008, Α.Π. 59/2017). Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στην δε παράγραφο 2 ότι στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.
Το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζει ότι στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για την διάνοιξη οδών, όχι μόνο οι ιδιοκτήτες, τα ακίνητα των οποίων αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (ΑΠ 216/2013).
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 3 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Α.Π. Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Α.Π. Ολομ. 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη της απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις του ισχύουν (Α.Π. 702/2017, Α.Π. 423/2016, Α.Π. 318/2016, Α.Π. 406/2015).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως.
Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της αποφάσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.
Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αιτήσεως. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.
Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (Α.Π. 1363/2015, Α.Π. 34/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των κατωτέρω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν, στις 10.4.2003, στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 της Διευθύνσεως Δ12 Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ. Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ως φορέα του έργου "Βελτίωση - Διαπλάτυνση της Λεωφόρου Μαραθώνος", για την ολοκλήρωση της Μαραθώνιας Διαδρομής, την από 9.4.2003 αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν:
α) να αναγνωριστεί η ανυπαρξία ωφέλειας για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους -το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου της πόλεως Νέας Μάκρης και είχε πρόσοψη επί της Λεωφόρου Μαραθώνος, καθόσον βλάπτεται από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, β) να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας, όσον αφορά: 1) στο αυτοαποζημιούμενο τμήμα του ακινήτου, 2) στο εμπράγματο δικαίωμα του δευτέρου αιτούντος και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου και 3) ως προς τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αίτηση) επικείμενα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα.
Μετά την διαβίβαση της εν λόγω αιτήσεως από την ως άνω Υπηρεσία στο Εφετείο Αθηνών, αυτή συζητήθηκε ενώπιόν του, στις 24.1.2017 και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η υπόθεση παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη σ' αυτό προς εκδίκαση και ότι η αίτηση είναι παραδεκτή και νόμιμη, έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και:
α) αναγνωρίστηκε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας για το επίδικο ακίνητο, ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση ως προς το τμήμα της με αριθμό 214 ιδιοκτησίας, που απαλλοτριώθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας, β) διορθώθηκαν οι οικείοι κτηματολογικοί πίνακες ως προς την ως άνω ιδιοκτησία, ώστε να αποζημιώνεται όλη η απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση αυτής και να περιληφθεί ως δικαιούχος και ο δεύτερος αιτών και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος και γ) καταδικάστηκε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δικαιούχων της αποζημιώσεως.
Το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, την αίτηση, αφού έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση αυτής. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, ορθά δέχθηκε ότι η προκειμένη διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθ' όσον, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για την διάνοιξη οδών, έχουν και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση, το τεκμήριο δε της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που είναι πλέον μαχητό, κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό Εφετείο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ισχυριζόμενο ότι οι προϋποθέσεις άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας και η σχετική διαδικασία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 του ν. 2791/2001 και 1 και 2 του ν. 653/1977, έχουν εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις απαλλοτριώσεως ακινήτων εκτός σχεδίου πόλεως και ότι, εν προκειμένω, εφόσον πρόκειται περί ακινήτου εντός σχεδίου πόλεως, η υπόθεση υπάγεται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ώφειλαν να προσφύγουν διά της ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά των εκδιδομένων, δυνάμει του άρθρου 5 του ν. 653/1977, πράξεων στο αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται ο λόγος αυτός και κατά τα υπόλοιπα μέρη του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ. αριθμ. 1, της ευθείας παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (δεύτερο μέρος του λόγου αυτού) και από τον αριθμό 14, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση (τρίτο μέρος του λόγου αυτού), καθ' όσον το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις, με τις οποίες, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, που κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, αφορά τους ωφελούμενους ιδιοκτήτες που αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και τους ιδιοκτήτες, τα ακίνητα των οποίων έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση και, συνακολούθως, ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση για άρση του τεκμηρίου ωφελείας για την κείμενη εντός σχεδίου πόλεως επίδικη ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 940/2010).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Α.Π. 1295/2014, Α.Π. 1704/2008, Α.Π. 625/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Α.Π. Ολ. 57/1990, Α.Π. 1602/2014, Α.Π. 1454/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, προσέτι δε και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν (Α.Π. 702/2017, Α.Π. 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 125/2017).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του προκειμένου αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "Με την από 14-6-2002 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα (ΦΕΚ 139/14-6-2002 τεύχος Α'), κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας που ανάγονται στην εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της Μαραθώνιας διαδρομής και ειδικότερα τη βελτίωση - διαπλάτυνση της Λεωφόρου Μαραθώνος εδαφικής έκτασης 13.740 τ.μ.
στο τμήμα αυτής από χ.θ. 5+616 έως χ.θ. 8+900 στην περιοχή του Δήμου Νέας Μάκρης. Η απαλλοτριούμενη έκταση απεικονίζεται στα από Μαΐου 2002 κτηματολογικά διαγράμματα ΚΔ5 υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, τα οποία συντάχθηκαν από τους τοπογράφους μηχανικούς Ι.
Δ. και Δ. Μ. και θεωρήθηκαν τον Μάιο του 2002 από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης 12 του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ Κ. Δ., διορθώθηκαν δε και συμπληρώθηκαν με το από 22 και 23/10/03 κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών, κηρύχθηκε δε κατεπείγουσα και επισπεύσθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο.
Οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες έχουν "πρόσωπο" επί της Λεωφόρου Μαραθώνος και οι περισσότερες είναι εντός σχεδίου. Μεταξύ των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών περιλαμβάνεται και η υπό στοιχεία Κ.Π. … εντός σχεδίου ιδιοκτησία, ως προς την οποία καθορίστηκε ως προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης με τις προαναφερόμενες αποφάσεις το ποσό των 320 ευρώ ανά τ.μ. ...
Σύμφωνα με τον νεότερο διορθωτικό πίνακα από την ως άνω ιδιοκτησία απαλλοτριώνεται έκταση 79,10 τ.μ. και η ιδιοκτησία υπέχει υποχρέωση για αποζημίωση σε 9,05 και 23,50 τ.μ.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο (τμήμα ακινήτου) βρίσκεται στο Δήμο Νέας Μάκρης Αττικής σε εντός σχεδίου περιοχή και συγκεκριμένα επί της Λεωφόρου Μαραθώνος, έχοντας πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σ' αυτήν.
Επί της ως άνω ιδιοκτησίας υπάρχει οικοδομή και λειτουργούσε έως το έτος 2009 επιχείρηση επίπλων. Εξαιτίας της διαπλάτυνσης της Λ. Μαραθώνος, που επήλθε με την ένδικη απαλλοτρίωση, αφαιρέθηκε η ως άνω απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση από τον προαύλιο χώρο, στον οποίο υπήρχαν διαφημιστική πινακίδα, ιστοί με φωτιστικά και στέγαστρο που αποξηλώθηκαν, όπως επίσης αποξηλώθηκαν και αυτόματα ρολλά ασφάλειας.
Ο προαύλιος χώρος χρησιμοποιείτο για την είσοδο και έξοδο στο ακίνητο, την φόρτωση και εκφόρτωση οχημάτων και για τη στάθμευση αυτοκινήτων των πελατών. Μετά την απαλλοτρίωση, η εδαφική αυτή λωρίδα ενσωματώθηκε με την Λ. Μαραθώνος, στο μέσον της οποίας έχει διαμορφωθεί συνεχής διαχωριστική νησίδα, μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας αυτής.
Το ακίνητο των αιτούντων δεν έχει πλέον απ' ευθείας πρόσβαση, αλλά απαιτείται κυκλοφοριακή σύνδεση και προς τούτο, σύμφωνα με την με αριθμό 4189/4.13.3/ 24-6-2004 απόφαση της Περιφέρειας Αττικής, εγκρίθηκε η κυκλοφοριακή σύνδεση εγκατάστασης επιχείρησης με την Λ. Μαραθώνος, με δαπάνες, όμως, του ιδιοκτήτη και καταβολή σε περίπτωση σύνδεσης ετησίου μισθώματος για τη χρήση της εδαφικής έκτασης του Δημοσίου, που καταλαμβάνει προσωρινά και την χρησιμοποιεί.
Η επιχείρηση συνέχισε να λειτουργεί έως 23-11-2009, οπότε διακόπηκε η λειτουργία της, λόγω παύσης εργασιών, πλην όμως δεν είχε άμεση πρόσβαση για την διευκόλυνση των πελατών και της εν γένει λειτουργίας της από τη Λ. Μαραθώνος, όπως πρώτα. Η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου, στο οποίο ήδη υπήρχε δόμηση, παρέμεινε η ίδια.
Ακόμη, λόγω της μετατροπής της οδού σε ταχείας κυκλοφορίας, αυξήθηκε η κυκλοφορία των οχημάτων και η ηχορύπανση, όπως κρίθηκε και με την με αριθμό 4151/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που έκρινε την άρση της ωφέλειας σε διπλανό υπό στοιχεία … ακίνητο. Συνοψίζοντας, αποδείχθηκε, ότι η ιδιοκτησία των αιτούντων, δεν υφίσταται οποιαδήποτε ωφέλεια από τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφόρου Μαραθώνος, αλλά ζημιώνεται, καθόσον δεν απέκτησε πρόσωπο σ' αυτή, αφού είχε και πριν, δυσχεράνθηκε η άμεση πρόσβαση και απαιτούνται δαπάνες των αιτούντων, για τη σύνδεσή της με αυτήν, μειωθείσας έτσι της εμπορικής αξίας του ακινήτου και με την απότμηση του προαύλιου χώρου της πρόσοψης, περιορίστηκε το ακίνητο και ο χώρος της επιχείρησης, ερχόμενο σε άμεση επαφή, χωρίς πρόσβαση, με οδό ταχείας κυκλοφορίας, δεν αξιοποιήθηκε δε ως προς τους όρους δόμησης που παρέμειναν οι ίδιοι.
Ομοίως κρίθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, ότι δεν υπάρχει ωφέλεια και για τη με αριθμό … ιδιοκτησία που βρίσκεται στην ίδια κατεύθυνση με την ιδιοκτησία των αιτούντων και στην απέναντι από αυτήν συμβολή των οδών ... και Λ. Μαραθώνος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και να αναγνωρισθεί ότι για τη με αριθμό …, στον διορθωμένο από 22-23/10/2003 κτηματολογικό πίνακα, ιδιοκτησία δεν υπάρχει το τεκμήριο της ωφέλειας, ούτε υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση, ώστε η εν λόγω ιδιοκτησία να είναι πλήρως αποζημιούμενη, όπως η τιμή μονάδας καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 4151/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και να περιληφθεί ως δικαιούχος και ο δεύτερος αιτών Α.
Τ.". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, όσον αφορά στο αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του επιδίκου ακινήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθ' όσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και δικαιολογούν την ευδοκίμηση της αξιώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει περαιτέρω ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για την ιδιοκτησία των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του επιδίκου ακινήτου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι η απαλλοτριωθείσα επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, δεχόμενο ότι: α) το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων δεν απέκτησε για πρώτη φορά (εξ αιτίας της ένδικης απαλλοτριώσεως που έγινε όχι για να γίνει αρχική χάραξη της Λεωφόρου, αλλά για την διαπλάτυνση αυτής) πρόσωπο σ' αυτήν, αφού τέτοιο πρόσωπο ήδη είχαν εξασφαλισμένο από την προηγούμενη κατασκευή της, β) δυσχεράνθηκε η άμεση πρόσβαση, αφού το ακίνητο το αιτούντων δεν έχει πλέον απ' ευθείας πρόσβαση, αλλά απαιτείται κυκλοφοριακή σύνδεση, με δαπάνες όμως των ιδιοκτητών και καταβολή σε περίπτωση συνδέσεως ετησίου μισθώματος για την χρήση της εδαφικής εκτάσεως του Δημοσίου, γ) η εδαφική έκταση που απαλλοτριώθηκε από τον προαύλιο χώρο του ακινήτου, όπου ήταν εγκατεστημένοι ιστοί με φωτιστικά, διαφημιστική πινακίδα, αυτόματα ρολλά ασφαλείας και στέγαστρο -τα οποία αποξηλώθηκαν- χρησίμευε για την είσοδο και έξοδο στο ακίνητο, την φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων και την στάθμευση των αυτοκινήτων των πελατών της λειτουργούσης εντός αυτού επιχειρήσεως, δ) λόγω της μετατροπής της οδού σε ταχείας κυκλοφορίας αυξήθηκε η κυκλοφορία των οχημάτων και η ηχορύπανση.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν: α) πως (με ποιο τρόπο) η επίδικη ιδιοκτησία απώλεσε την άμεση πρόσβαση στην Λεωφόρο Μαραθώνος μετά την απαλλοτρίωση, β) πως επηρεάστηκε η μετά την απαλλοτρίωση χρήση του ακινήτου ως επιχειρήσεως επίπλων, λόγω της μειώσεως του προαυλίου χώρου, γ) αν μετά την απαλλοτρίωση ήταν δυνατή η τοποθέτηση των αναφερομένων στην απόφαση διαφημιστικών πινακίδων, ιστών με φωτιστικά, στεγάστρου και αυτόματων ρολών ασφαλείας στην εναπομένουσα ιδιοκτησία των αιτούντων και δ) ποια ήταν η εμπορική αξία του ακινήτου πριν από την απαλλοτρίωση και ποια μετά από αυτήν, απαραδέκτως προβάλλονται, καθ' όσον οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση ως άνω πλημμέλειες δεν αφορούν στην διατύπωση των ουσιαστικών παραδοχών αυτής ως προς την συνδρομή ή μη των περιστατικών που είναι αναγκαία για την πλήρωση του πραγματικού των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων και για την θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά ανάγονται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον προβάλλει, κατ' εκτίμηση, ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1337/1987, καθ' όσον, προκειμένου να αποφανθεί το Εφετείο περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας και εντεύθεν περί της νομιμότητας της επιβληθείσας στην επίδικη ιδιοκτησία υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως, έπρεπε να λάβει υπόψη τις προβλεπόμενες από την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως επιβαρύνσεις εισφοράς σε γη, που απορρέουν εκ του πλέγματος των διατάξεων του προαναφερομένου άρθρου, τις οποίες, όμως, ουδόλως έλαβε υπόψη, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνει σχετικές παραδοχές, κρίνονται απορριπτέες, ως απαράδεκτες, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφ' ενός μεν ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή η προβλεπόμενη από την ένταξη στο σχέδιο πόλεως συγκεκριμένη επιβάρυνση εισφοράς σε γη της επίδικης ιδιοκτησίας, καθώς επίσης και η επίδραση του εν λόγω ισχυρισμού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, εν προκειμένω, δεν είναι αυτονόητη, ενόψει του ότι δεν διευκρινίζεται, κατά τα ανωτέρω, ποια ήταν η επιβάρυνση εισφοράς σε γη της επίδικης ιδιοκτησίας, αφ' ετέρου δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 31.10.2017 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, αυτό (αναιρεσείον) δεν είχε επικαλεστεί στην δίκη, ενώπιον του Εφετείου, την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 1337/1987 (Α.Π. 702/2017, Α.Π. 1005/2012, Α.Π. 1406/2011), μη αρκούσης της αναφοράς σ' αυτές (έγγραφες προτάσεις), όπως ισχυρίζεται αβάσιμα το αναιρεσείον, του γεγονότος της εκ μέρους του προσκομίσεως, μετ' επικλήσεως, της από 3.10.2003 εκθέσεως της Επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, από το περιεχόμενο της οποίας, σημειωτέον, δεν προκύπτουν τα αναγκαία για την πληρότητα του ως άνω ισχυρισμού στοιχεία.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, κρίνονται απορριπτέοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017, ΑΠ 168/2015).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 εδαφ. α' και β' του ν. 2882/2001, κύρια απαιτούμενη τεχνική κηρύξεως της απαλλοτριώσεως είναι η σύνταξη κτηματολογικού πίνακα και κτηματολογικού διαγράμματος. Ο πίνακας πρέπει να αναφέρει τους εικαζόμενους (φερόμενους) ιδιοκτήτες, την έκταση, τον όγκο, την ποσότητα και την κατάσταση των συστατικών κατά είδος και ό,τι άλλο κρίνεται αναγκαίο για την διαδικασία προσδιορισμού της αποζημιώσεως και αναγνωρίσεως δικαιούχων.
Τα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτριώσεως, όσον αφορά τις παραλείψεις και τις ανακρίβειές τους, μπορούν να διορθωθούν κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 16 του ν. 2882/2001 διαδικασία. Ειδικότερα, στην παράγραφο 8 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι: "Κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, υπό την προϋπόθεση να έχει υποβληθεί το σχετικό αίτημα, τουλάχιστον ενενήντα (90) ημέρες πριν από τη αρχική ή τη μετ' αναβολή δικάσιμο, στην αρχή που τα συνέταξε, προκειμένου να τηρηθεί η διαδικασία διορθώσεως των κτηματολογικών στοιχείων κατά τις προηγούμενες παραγράφους".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος λύεται κατά την διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, για να καταστεί δυνατή η ταχεία συντέλεση της απαλλοτριώσεως με την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5, 16 και 29 παρ. 9 του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι, τυχόν ανακρίβειες των στοιχείων που περιέχονται στον κτηματολογικό πίνακα ή στο κτηματολογικό διάγραμμα, συνιστάμενες στην εσφαλμένη αναγραφή ή στην παράλειψη αναγραφής του ονοματεπωνύμου εικαζομένου ιδιόκτητη δεν επηρεάζουν το κύρος της πράξεως κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, αφορώσης στο πράγμα και όχι το πρόσωπο του ιδιοκτήτη, αλλά δύνανται να συμπληρωθούν μεταγενεστέρως (ΑΠ 423/2019, ΣτΕ 2815/2011).
Η διόρθωση ή συμπλήρωση των στοιχείων εικαζομένου ιδιοκτήτη μπορεί να γίνει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, από το Εφετείο με την απόφασή του για άρση ή μη του τεκμηρίου ωφέλειας ιδιοκτητών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, στην παράγραφο 7 εδ. β' του οποίου ορίζεται ότι: "Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του την διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση" (ΑΠ 423/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα σε σχέση με το αίτημα διορθώσεως των στοιχείων του κτηματολογικού πίνακα: "Κατ' ακολουθίαν η αίτηση, που είναι εμπρόθεσμη, ασκηθείσα εντός της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 2971/2001 και της εξάμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου, όσον αφορά το αίτημα διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα, δεδομένου ότι ο δεύτερος αιτών δεν κλήθηκε, ούτε έλαβε μέρος στις δίκες για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, αρμόδια εισήχθη να δικαστεί στο παρόν Δικαστήριο κατά την διαδικασία του ως άνω άρθρου 33 ν. 2971.2001 ...
Στην ως άνω ιδιοκτησία φέρεται ως ιδιοκτήτρια η Α. Τ., πρώτη των αιτούντων. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό .../9-9-2002 συνταχθείσα ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μανδρακούκα, πράξη αποδοχής κληρονομιάς, προκύπτει ότι η ένδικη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
και Λ. Μαραθώνος, συνολικής έκτασης 1.020,81 τ.μ. που τμήμα αυτής 79,10 τ.μ. απαλλοτριώθηκε, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο διορθωμένο κτηματολογικό διάγραμμα, ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στον Α. Τ. και κατά επικαρπία στην Α. χα Ν. Τ.. Ο Α. Τ. δεν αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα.
Συνεπώς το αίτημα περί διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα, ώστε να αναφέρεται σ' αυτόν και ο δεύτερος αιτών, ως δικαιούχος αποζημίωσης για την με αριθμό … ιδιοκτησία, πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο". Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 7 εδ.
β' του νόμου 2971/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του ιδίου νόμου και την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του ν. 2882/2001, διορθώνοντας τον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως προς τον δικαιούχο της αποζημιώσεως, "διότι (κατά τους ισχυρισμούς του) με τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 ρυθμίζεται, ειδικώς και αποκλειστικώς, μόνον η διαδικασία ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του ν. 653/1977, ενώ κάθε άλλη αμφισβήτηση για την πληρότητα ή την ακρίβεια των στοιχείων της απαλλοτριώσεως επιλύεται μόνον κατά την δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ' όσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και δεν εφαρμόστηκε, όπως έπρεπε, η διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, με συνέπεια να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος δικαστική δαπάνη:
α) ποσού 300 ευρώ, για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου και β) ποσοστό 1,5% επί της αποζημιώσεως των εδαφικών εκτάσεων της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, που εφέροντο κατά τον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενες, αντί να του επιβληθεί μειωμένη δικαστική δαπάνη, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι διατάξεις του ν. 3693/1957 δεν ισχύουν στις δίκες των απαλλοτριώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας (ΑΠ 423/2019, ΑΠ 813/2017, ΑΠ 212/2017, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 315/2013, ΑΠ 895/2010).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.4.2018 και με αριθμό καταθέσεως 323/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1744/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ